Press ESC to close

Η Ομηρική λέξη «δαήρ» (= θείος) έχει διασωθεί στην Ποντιακή και στην Μυσhιώτικη διάλεκτο, πλην όμως θεωρείται λέξη Τουρκική.

Γεώργιος Λαβδάς.-

Το σημερινό μας άρθρο αναφέρεται στην Ομηρική λέξη «δαήρ» (γεν. = δαέρος, κλητ.= ὦ δᾶερ), η οποία σημαίνει «ἀνδράδελφος», δηλαδή, ο αδελφός του συζύγου, που για την μάννα (ή την νύφη) είναι ο κουνιάδος της, ενώ για τα παιδιά είναι ο αδελφός του πατέρα).[1]

Είναι λέξη την οποία μπορεί ο ενδιαφερόμενος να βρεί στον Όμηρο, όπως για παράδειγμα στον στίχο της Ιλιάδος «Γ/180»: «δαήρ αὖτ’ ἐμός ἔσκε κυνώπιδος, εἴ ποτ’ ἔην γε» (= ἀνδράδελφός μου ἦταν τῆς κυνώπιδος, ἄν ποτέ βέβαια ἦταν), όπου η Ελένη αυτολοιδωρείται ως η «κυνῶπις,-ιδος» (= κυνός ὄμματα ἔχουσα, σκυλομάτα ἤ σκυλόμουτρη).[2]

Η λέξη «δαήρ» έχει διασωθεί, με ελάχιστα διαφοροποιημένη προφορά, τόσον στον Πόντο, όσον και στα Ελληνόφωνα χωριά της Καππαδοκίας, όπου όμως η λέξη τους αυτή θεωρείται ως λέξη Τουρκική. Για τον λόγο αυτόν, θα παρουσιάσουμε την ετυμολογική απόδειξη της ελληνικότητάς της λέξης, όπως αυτή προφέρεται στις υπόψη περιοχές. Η ίδια απόδειξη αναφέρεται και στην παράγραφο 21, του βιβλίου μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη) Τόμ. Α΄».[3]

Η Ομηρική λέξη «δαήρ» αναφέρεται επίσης και στο Λεξικό του Ησυχίου,[4] σε πτώση αιτιατική, στην φράση: «δάειρα ….δάερα γάρ καί τόν τοῦ ἀνδρός ἀδελφόν δηλοῖ».[5] Η ίδια λέξη συνεχίζει να υπάρχει σήμερα στην Μυσhιώτικη γλώσσα, ως «deαἠ’», με την σημασία όμως «αδελφός της μητέρας μας», αντί της αρχικής σημασίας «αδελφός του πατέρα μας». Στην Ποντιακή υπάρχει ως ο «ταής», με την γενικότερη σημασία «θείος». Υπάρχει, σχεδόν σε όλη γενικά την ελληνόφωνη Καππαδοκία, (με τα νεότερα όρια αυτής),[6] όπου αναφέρεται ως ταγῆς» (=  θεῖος, ὁ πρός μητρός, και τίτλος παντός ηλικιωμένου),  ως «dεΐ» (= θείος), ως «dεγή» (= θείος, αδελφός της μητέρας, επίσης και κάθε μεγαλύτερος),  ως «νταής» (= αδελφός της μητέρας), καθώς επίσης και ως «ταής» (= θείος).

ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ

(1). Στην Μυστή,[7] υπάρχει η λέξη ως «deαή’» (= θείος, αδελφός της μητέρας, επίσης είναι και τίτλος σεβασμού προς κάθε ηλικιωμένο άνδρα).[8] Ο φθόγγος «eα», της λέξης αυτής, είναι το φωνήεν «ἀλφα μακρόν» και προφέρεται μεταξύ του «ε» και «α», πολύ ελάχιστα μακρόσυρτο.

Στην σύντομη ψηφιακή καταγραφή που ακολουθεί, ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά του «deαή’», καθώς επίσης και των εξής δύο σχετικών φράσεων, στην Μυσhιώτικη γλώσσα:

μάννα’ μ’, α’ηλφό, είχα dου deαή’, λέϊσhκαν dου Παράσh» = της μάννας μου τον αδελφό, τον είχα θείο, τον έλεγαν Παρασκευά.

το σόνα dου deαή’, τίαλλ’ dού λέν’;» = τον δικό σου (προσωπικά) τον θείο, πως τον λένε;

Η λέξη «deαή’» θεωρείται από άλλους συγγραφείς ως Τουρκική, ενώ είναι Ελληνική, καθώς σχηματίζεται από το Ομηρικό «δαήρ», ως εξής: δαήρ > dαήρ, λόγω προφοράς του «δ», ως «d», που είναι προφορά Πελασγική[9] και όχι Τουρκική, όπως θεωρούν άλλοι,[10] και > deαή’, λόγω απόρριψης (αποβολής) του καταληκτικού «ρ», με ταυτόχρονη τροπή του «α», σε «eα» (άλφα μακρόν).

(2). Στον Πόντο, (στην Σάντα, Τραπεζούντα και Χαλδία), η εν λόγω λέξη υπάρχει ως ο «ταής» (= θεῖος) και θεωρείται ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dayi».

Όμως, η λέξη αυτή είναι Ελληνική, διότι σχηματίζεται από το «deαή’» της Μυσhιώτικης γλώσσας (διαλέκτου), με την προσθήκη του καταληκτικού «-ς», που είναι για ουσιαστικά κυρίως αρσενικού γένους, ως εξής: deαή’ + -ς > deαής, και > ταής, λόγω τροπής του «d», (δηλαδή του αρχικού «δ»), σε «τ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[11] με ταυτόχρονη τροπή του «eα» (άλφα μακρόν), σε «α».

(3). Στην Καππαδοκία, στα υπόλοιπα ελληνόφωνα χωριά, αναφέρεται με τους εξής πέντε τρόπους:

(i). Ως «ταγῆς» (=  θεῖος, ὁ πρός μητρός, και τίτλος παντός ηλικιωμένου), όπως στην Σινασό, όπου και θεωρείται λέξη Τουρκική λέξη.

Ετυμολογικά, η λέξη σχηματίζεται από το «ταής» του Πόντου, ως εξής: ταής > ταγής, λόγω εμφάνισης του ευφωνικού προσφύματος «γ», μεταξύ των δύο φωνηέντων, που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής.[12]

(ii). Ως «dεΐ» (= θείος), όπως στα χωριά Αραβανί και Ουλάγατς, όπου και θεωρείται ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dayi».

Ετυμολογικά, η λέξη σχηματίζεται από το «deαή’» της Μυσhιώτικης γλώσσας (διαλέκτου), ως εξής: deαή’ > dεΐ, λόγω τροπής του «eα», σε «ε», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[13] καθώς και λόγω γραφής του «η», ως «ι», που είναι ανορθόγραφο, διότι στην Ελληνική γλώσσα δεν υπάρχει κατάληξη ουσιαστικού αρσενικού γένους, το οποίο να λήγει σε τονιζόμενο «-ἰ», όπως δηλαδή λήγουν τα ουδετέρου γένους.

(iii). Ως «dεγή» (= θείος, αδελφός της μητέρας, επίσης και κάθε μεγαλύτερος), όπως στην Αξό, όπου και θεωρείται ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dayi».

Ετυμολογικά, η λέξη σχηματίζεται από το «deαή’» της Μυσhιώτικης γλώσσας (διαλέκτου), ως εξής: deαή’ > dεή, λόγω τροπής του «eα», σε «ε», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής, και > dεγή, λόγω εμφάνισης του προσφύματος «γ», μεταξύ των δύο φωνηέντων, που επίσης είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής.

(iv). Ως «νταή» (= αδελφός της μητέρας), όπως στην Ανακού και στην Σινασό.

Ετυμολογικά, σχηματίζεται από το Ομηρικό «δαήρ», λόγω προφοράς του «δ», ως «ντ», δηλαδή ως «d», που είναι προφορά Πελασγική, με ταυτόχρονη αποβολή του καταληκτικού «ρ».

(v). Ως «ταής» (= θεῖος), όπως στα Φάρασα, όπου και θεωρείται ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dayi».

Πρόκειται για την ίδια λέξη, που υπάρχει και στον Πόντο, (βλέπε ανωτέρω), και ως εκ τούτου έχει ίδια ετυμολόγηση, από το «deαή’» της Μυσhιώτικης γλώσσας (διαλέκτου).

ΣΧΟΛΙΟ

Η λέξη «δαήρ» (δαFer), στα Σανσκρητικά είναι «devar», «devara» και στα Λιθουανικά «deveris», που σημαίνουν τον «ἀνδράδελφον».[14]

Στην Τουρκική, υπάρχει η λέξη ως dayi» (= θείος, αδελφός της μητέρας, τολμηρός, μάγκας, νταής, μέσον, μπάρμπας),[15] η οποία, παρά την διεύρυνση που παρατηρούμε στην σημασία αυτής, θεωρώ πως είναι λέξη «δάνειο», προερχόμενη από την Μυσhιώτικη λέξη «deαή’», ως εξής: deαή’ > dαγή’, λόγω εμφάνισης του ευφωνικού προσφύματος «γ», μεταξύ των δύο φωνηέντων, που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[16] με ταυτόχρονη τροπή του «eα» σε «α», καθώς στην  Τουρκική δεν υπάρχει το φωνήεν «eα» (άλφα μακρόν), > dαγί, λόγω γραφής του «η», ως «i», καθώς στην Τουρκική δεν υπάρχει το φωνήεν «η»,  και > dayi», λόγω γραφής του «γ», με το Τουρκικό «y» και του «α», με το «a».

Τέλος, η εν λόγω λέξη, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:

(α). Στην Σινασό,  αναφέρεται ως ο «ταγῆς» (=  θεῖος, ὁ πρός μητρός, και τίτλος παντός ηλικιωμένου), καθώς και ότι η λέξη είναι Τουρκική.[17] Από τον Σεραφείμ Ρίζο, η εν λόγω λέξη αναφέρεται ως «νταή».[18]

(β). Στην Αξό, αναφέρεται ως το «dεγή» (= θείος, αδελφός της μητέρας, επίσης και κάθε μεγαλύτερος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη, «dayi».[19]

(γ). Στο Αραβανί, αναφέρεται ως το «dεΐ» (= θεῖος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dayi».[20]

(δ). Στο Ουλάγατς, αναφέρεται ως dό «dεΐ» (= θεῖος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dayi».[21]

(ε). Στην Ανακού, έλεγαν «νταή» τον αδελφό της μητέρας.[22]

(στ). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως ο «ταής» (= θεῖος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dayi».[23] Σημειωτέον ότι, στα Φάρασα και στον Πόντο, η εν λόγω λέξη είναι ακριβώς ίδια.

(ζ). Στον Πόντο, (στην Σάντα, Τραπεζούντα και Χαλδία), αναφέρεται, ως ο «ταής» (= θεῖος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dayi».[24]

(η). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται, ως «νταΐ» και ως «ντεή» (= θείος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dayi».[25] Σημειωτέον, ότι η γραφή της λέξης, ως «νταΐ» και ως «ντεή», δεν συμφωνεί με την ακριβή Μυσhιώτικη προφορά αυτής, που είναι «deαή’».

(θ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», η εν λόγω λέξη αναφέρεται, ως «νταΐ», στην φράση «νταΐ μ’» (= θείος μου), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dayi» (= θείος).[26] Σημειωτέον, ότι η γραφή της λέξης ως «νταΐ», δεν συμφωνεί με την ακριβή Μυσhιώτικη προφορά αυτής, που είναι «deαή’».

(ι). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΜΙΣΤΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται  ότι «dεή» έλεγε ο ανιψιός τον αδελφό της μητέρας του, καθώς και ότι η λέξη αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dayi».[27] Σημειωτέον, ότι η γραφή της λέξης ως «dεή», δεν συμφωνεί με την ακριβή Μυσhιώτικη προφορά αυτής, που είναι «deαή’».

(ια). Στην Αλβανική γλώσσα, αναφέρεται η λέξη «dάϊ-jα, dάjο, dάϊκο» = θείος.[28]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[2] Όμηρος, (ΙΛΙΑΣ), Γ/180:Βλέπε επίσης και το σχόλιο Γ-180, του μεταφραστή  Δούκα Κ., για την λέξη «κυνῶπις».

[3] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 79-80: Βλέπε την λ. «deαή’».

[4] Ο Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς έγραψε το μνημειώδες λεξικό του, κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ.

[5] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό).

[6] Η αρχαία Καππαδοκία υπήρχε σε άλλη γεωγραφική θέση και καταλάμβανε μικρή έκταση ανατολικά της Παφλαγονίας και των εκβολών του Άλυος Ποταμού, έχοντας ως βόρεια σύνορα τον Εύξεινο Πόντο. Οι κάτοικοί αυτής δεν ήσαν Έλληνες στην καταγωγή, αλλά λαός Ασιανός (Ασιάτες). Για περισσότερα, σχετικά με τους «καππαδόκες» και την «καππαδοκική γλώσσα», βλέπε την παράγραφο 3δ’, στην σελ. 57, του βιβλίο μου με τίτλο, «Η ΜΥΣΤΗ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ, η αποκατάσταση της αλήθειας περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών».

[7] Η ορθή προφορά της ονομασίας είναι «Μυσhτή», όπου ο φθόγγος «σh» είναι σίγμα δασύ (παχύ), που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Προφέρεται όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως  επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch», στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).

[8] Σημειωτέον, ότι τον θείο μας, που είναι αδελφός του πατέρα μας, τον λέμε «λούβα ή λού’α».

[9] Θωμόπουλος, 2007, 357: Βλέπε για την προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), που είναι προφορά Πελασγική, την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων.

[10] Για παράδειγμα, ο Ι. Ι. Κεσισόγλου, στο βιβλίο του με τίτλο, «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΟΥΛΑΓΑΤΣ» και στην σελ. 22, σχετικά με το σύμφωνο «δ», αναφέρει ότι: «Το δ ανεξαίρετα όπου σώθηκε χωρίς να πάθη άλλη μεταβολή έγινε d. Το φαινόμενο τούτο είναι τουρκική επίδραση και μάλιστα αποτέλεσμα μεγαλύτερης επίδρασης της τουρκικής γλώσσας πάνω στην φωνητική του ιδιώματος, αφού η τουρκική δεν έχει ούτε δ ούτε θ (και το θ έγινε τ). Σήμερα ακόμη ακούμε τους πρόσφυγες της Μ. Ασίας να μιλούν ελληνικά χωρίς να μπορούν να προφέρουν  ούτε το δ ούτε το θ», (Κεσισόγλου, 1951, 22).

[11] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «δ» σε «τ», την Σημείωση 4, της ανάλυσης του γράμματος «Δ, δ, δέλτα».

[12] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του «γ» μεταξύ φωνηέντων, (όπως π.χ. «κλαίω > κλαίγω», «καίω > καίγω», «ἀέρας > άγέρας, «ἄωρος > ἄγουρος», κ.λ.π.), την υπ’αριθμ. 2 ανάλυση του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».

[13] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «α», σε «ε», (π.χ. «στράφειν > στρέφειν», «τράπειν > τρέπειν», «τράχειν > τρέχειν», «ἀπόησεν > έποίησεν», «ἀποτίνοιαν > ἀποτίνοιεν», «παρβαίνοιαν > παραβαίνοιεν», κ.λ.π.), την υπ’ αριθμ. 1 ανάλυση του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[14] Καρολίδης Π., 1885, 187: Βλέπε την ανάλυση της λέξης «λοῦβα».

[15] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό λεξικό), 2000, 163: Βλέπε την λ. «dayi».

[16] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του «γ» μεταξύ φωνηέντων, (όπως π.χ. «κλαίω > κλαίγω», «καίω > καίγω», «ἀέρας > άγέρας, «ἄωρος > ἄγουρος», κ.λ.π.), την υπ’αριθμ. 2 ανάλυση του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».

[17] Αρχέλαος, Σαραντίδης, 1899, 269

[18] Σεραφείμ Ρίζος: Βλέπε την φράση «νταή Πασκάλ», στην σελ. 363, του κεφαλαίου «ΟΙ ΑΓΑΣΣΕΣ», από το ΥΛΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟΥ για τον Σεραφείμ Ρίζο, που υπάρχει στο διαδίκτυο.

[19] Μαυροχαλυβίδης Γ., 1990, (Τομ. 2ος), 618: Βλέπε την λ. «dεγή».

[20] Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 52.

[21] Κεσισόγλου Ι., 1960, 102.

[22] Κωστάκης, (Η ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 182: Βλέπε και την Σημ. 1.

[23] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 51.

[24] Παπαδόπουλος, (Λεξικό της Ποντικής Διαλέκτου), 1961, (Τόμ. 2ος), 356.

[25] Κοιμισόγλου, 2006, 213.

[26] Κοτσανίδης, 2004, 94: Βλ. την λ. «θείος μου».

[27] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 394: Βλ. την λ. «Dεή» και την Σημείωση 1.

[28] Θωμόπουλος, 2007, 240.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά : Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα :

https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/kommissionen/vanishinglanguages/Collections/Greek_varieties/Cappadocian_Greek/Bibliography_pdfs/Anastasiadis_1980_-_Turkikes_farasiotika.pdf

Αρχέλαος Σαραντίδης Ι., 1899. Η Σινασός,  Αθήνα: Τυπογραφείον Ι. Νικολαΐδου.

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα:  Εκδόσεις Πελεκάνος.

Καρολίδης Π., 1885. Γλωσσάριον Συγκριτικόν Ελληνοκαππαδοκικών Λέξεων, (Μουσείον και Βιβλιοθήκη Ευαγγελικής Σχολής), Σμύρνη: Τυπογραφείον (;) εν Σμύρνη.

Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.

Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.

Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.

Κωστάκης Π. Θαν., 1977. Το Μιστί της Καππαδοκίας, (Τόμ. I και II), Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.

Κωστάκης Π. Θαν., 1963. Η ΑΝΑΚΟΥ, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.

Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α-Ε). Λάρισα.

Μαυροχαλυβίδης Π. Γ., 1990. Η Αξό Καππαδοκίας, Τόμ. 1ος και 2ος, (Μονογραφία), Αθήνα: Έκδοση Ορέστης, Πρόδρομος και Ανθούλα Μαυροχαλυβίδη.

Όμηρος: ΙΛΙΑΣ, (μτφ. Κώστας Δούκας), 1998, Αθήνα: Εκδόσεις ΙΔΕΟΘΕΑΤΡΟΝ – ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ.

Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Α-Λ), Αθήνα:  Τυπογραφείον Μυρτίδη.

Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.

***