Press ESC to close

Η λέξη της δημοτικής «σουβάς ή σοβάς», σύμφωνα με τον Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής, είναι λέξη Ελληνική και όχι Τουρκική, όπως αυτή θεωρείται.

 Γεώργιος Λάβδάς.-

Στο σημερινό μας άρθρο, θα δούμε το γιατί η λέξη της δημοτικής «σουβάς ή σοβάς» (= το αμμοκονίαμα του τοίχου, το εκ κονιάματος επίχρισμα τοιχοδομής), είναι λέξη Ελληνική και όχι Τουρκική, όπως αυτή θεωρείται.

Η απόδειξη της ελληνικότητας εν λόγω λέξης, βασίζεται στους αρχαιοελληνικούς κανόνες του «Γλωσσικού Κώδικα της Μυστής», για τον σχηματισμό των λέξεων της «Μυσhιώτικης διαλέκτου», η οποία υπενθυμίζω ότι είναι η μητρική μου γλώσσα. Πιο συγκεκριμένα, βασίζεται στον τρόπο σχηματισμού και στα συνθετικά μέρη, από τα οποία αποτελείται η αντίστοιχη λέξη μας, που είναι είναι «σουγά» (= σουβάς). Η ίδια απόδειξη υπάρχει και στην σελίδα 321-325 του βιβλίο μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμ. Α΄, (Α-Ε)»,[1] όπου μπορεί να ανατρέξει ο ενδιαφερόμενος.

Για την πλήρη κατανόηση της ετυμολογικής απόδειξης, που επιχειρείται παρακάτω, ο αναγνώστης θά πρέπει να λάβει υπόψη τα εξής:

(1). Το ουσιαστικό «σουγά» (γεν. = «σουγαϊού», πληθ. = «σουγάϊα»), που σημαίνει «σουβάς ή σοβάς» είναι ουδετέρου γένους. Ο όρος αυτός, αρχικά, αναφερόταν στον πιο φθηνό και απλό τρόπο παρασκευής του, έχοντας ως βασικά υλικά το αργιλώδες χώμα και το νερό. Συχνά, στον «σουγά» προσέθεταν και λίγο ψιλοκομμένο άχυρο, ακόμη και τρίχες ζώων, προκειμένου να μην «σκάει», να μην ραγίζει. Ενίοτε, προσέθεταν και διάφορα άλλα πρωτόγονα υλικά, για τον χρωματισμό του.[2] Με το «σουγά» αυτό, στο παρελθόν, «σουγάϊζαν» (= σουβάτιζαν),[3] κυρίως τα φτωχικά δωμάτια κατοικίας (πέτρινα ή πλίνθινα), καθώς και τα αμπάρια, για σπόρους και αλεύρι.[4]

(2). Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, υπάρχει σε χρήση, μέχρι και σήμερα, το θέμα «-», του Ομηρικού ρήματος «ὕω» (= βρέχω, ρίχνω βροχή). Υπάρχει μόνον ως πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων, (και όχι ως λέξη), με τις μορφές «σου-», «συ-», «σhυ-», «σu-», «σhu-», όπως για παράδειγμα, στις λέξεις: «σουλαΐζου» (= καταβρέχω), «σουγαΐζου» (= σοβατίζω), «σουλώνου ή σhuλώνου[5] ή σhυλώνου» (= μουσκεύω, υγραίνω, βρέχω με νερό, διαβρέχω, περιβρέχω, καταβρέχω), το ρήμα «σuλουνdήζου ή σuλuνdήζου ή σuλuνdώ» (= ολισθαίνω, γλιστρώ, κ.λ.π.), «σuλúτσ’» (= βδέλλα), «σhuρ’λού» (= υδαρής, -ές, νερουλός, -ή, -ό), «σουγαϊζ-jιέμι»[6] (= σοβατίζομαι), «σουγάϊζμα ή σουγάημα» (= σοβάτισμα), «σουγαϊζμένου ή σουγαημένου» (=  σοβατισμένος, -η, -ο, επιχρισμένος,-η, -ο), «σουγαλαΐζου»  (= τρίβω πολύ ζωηρά, ηχηρά, το νωπό επικονίαμα, το νωπό σοβά, με την βοήθεια ειδικού  εργαλείου και λίγο νερό,  μόλις το «σουγάϊζμα ή σουγάημα» αρχίζει να στεγνώνει, ώστε αφ’ ενός μεν η σοβατισμένη επιφάνεια του τοίχου να γίνει λεία, αφ’ ετέρου δε να μην σκάει, όταν η λάσπη (ο σοβάς) ξηραθεί, με το πέρασμα του χρόνου), κ.λ.π.

(3). Για το θέμα «ὑ-» του ρήματος «ὔω» και για την ύπαρξή του, ως πρώτο συνθετικό λέξεών μας, αναφερθήκαμε ήδη εκτενώς, σε προηγούμενό μας άρθρο, που δημοσιεύθηκε, στην παρούσα ιστοσελίδα μας, την 28-11-2025, με θέμα: «Η Τουρκική λέξη «su» (= νερό), η οποία με βάση τον αρχαιοελληνικό Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής αποδεικνύεται ως προερχόμενη από το Ομηρικό ρήμα «ὕω» (= βρέχω, ρίχνω βροχή).

Στο άρθρο αυτό, έχουμε αναφέρει όλες τις μορφές, με την οποία εμφανίζεται το θέμα «-», προερχόμενο από την ρίζα «σFυ-», από όπου και η Λατινική λέξη «sudor» (= ἱδρώς, ιδρώτας), η Ελληνική λέξη «ὕδωρ»,[7] η λέξη «ὕς» (= ὑετός), κ.λ.π. Μεταξύ των μορφών αυτών, αναφέραμε και την μορφή «σου-», λόγω προφοράς της δασείας ως «σ»,[8] καθώς και λόγω προφοράς του δίχρονου φωνήεντος ύψιλον «υ», «ου».[9]

 Ετυμολογηση της λέξης «σουγά»

Ετυμολογικά, η Μυσhιώτικη λέξη «σουγά» είναι σύνθετη, που σχηματίζεται από τα εξής δύο στοιχεία:

(i). Από το συνθετικό λέξεων «σου-», που προκύπτει από το θέμα «-» του ρήματος «ὕω», όπως προαναφέρθηκε. Είναι δηλαδή: «ὐ- > συ-, λόγω προφοράς της δασείας ως «σ», και  > σου-, λόγω προφοράς του «υ», ως «ου».

(ii). Από την λέξη «γᾶ», που είναι ο Αιολικός και ο Δωρικός τύπος της λέξης «γῆ»,[10] η οποία είναι ο Αττικός και ο Ομηρικός τύπος του ουσιαστικού η «γαῖα» (= τό χῶμα).[11]

Η σύνθεση των δύο παραπάνω στοιχείων, «σου- + γᾶ», σημαίνει «νερό και χώμα». Με άλλα λόγια, η σύνθεση των δύο αυτών στοιχείων δηλώνει (φανερώνει) από ποια ακριβώς στοιχεία είναι φτιαγμένο το εν λόγω υλικό.[12]

Σχηματισμός: σου- +  γᾶ > σουγά.

 Σχηματισμός της δημοτικής λέξης «σουβάς ή σοβάς»

Ετυμολογικά, το ουσιαστικό της δημοτικής, ὁ σουβάς ή ο σοβάς  (= το αμμοκονίαμα του τοίχου, το εκ κονιάματος επίχρισμα τοιχοδομής), είναι γένους αρσενικού και δεν προέρχεται από Τουρκική λέξη, όπως άλλοι θεωρούν, μεταξύ των οποίων και το μέγα λεξικό του Δ. Δημητράκου. Αντιθέτως, προέρχεται από την παραπάνω Ελληνική λέξη της Μυστής «σουγά», απ’ όπου σχηματίζεται ως εξής: σουγά > σουγάς, λόγω προσθήκης του τελικού «ς», με το οποίο η λέξη, από ουδετέρου γένους, τρέπεται σε αρσενικού, > σουβάς, λόγω τροπής του «γ», σε «β», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής γλώσσας.[13]

Ο τύπος της λέξης «σοβάς» προέρχεται από τον τύπο «σουβάς», λόγω τροπής της διφθόγγου «ου», σε «ο». Σημειωτέον, ότι η τροπή του «ο» σε «ου» είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής.[14]

ΣΧΟΛΙΟ

Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα των λέξων «σουγά» και «σουβά», που υπάρχει επίσης στα Φάρασα και στον Πόντο. Παρ’ όλα αυτά, η εν λόγω λέξη, από άλλους συγγραφείς, αναφέρεται ως Τουρκική, προερχόμενη μάλιστα από την λέξη «siva» (= σοβάς, αμμοκονίαμα, επίχρισμα).[15] Πιο συγκεκριμένα:

(α). Στα Φάρασα, η εν λόγω λέξη αναφέρεται, ως ο «σουβάς» (= σουβάς), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «siva».[16]

(β). Στον Πόντο, (στην Κερασούντα, στα Κοτύωρα, στην Σάντα, Τραπεζούντα και Χαλδία), η εν λόγω λέξη αναφέρεται, ως ἡ «σουβά» (= ἀμμοκονίαμα, σουβᾶς), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «siva».[17]

(γ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», η εν λόγω λέξη αναφέρεται, ως «σογάς» (= σοβάς), καθώς και ότι αυτή προέρχεται από την παράφραση της λέξεως «σοβάς», καθώς και ότι στα Τουρκικά λέγεται sivas».[18]    

Τέλος, όσον αφορά την Τουρκική λέξη «siva», θεωρώ ότι και αυτή είναι σύνθετη λέξη προερχόμενη από το ίδιο θέμα «ὑ-» του ρήματος «ὕω», με την προφορά αυτού ως «i»,[19] καθώς και από το ουσιαστικό «γᾶ», το οποίο κατά την συγκεκριμένη σύνθεση τρέπεται σε «βα», όπως είδαμε πιο πάνω και στην λέξη της δημοτικής  «σουβάς», που είναι ίδια στα Φάρασα και στον Πόντο.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, 321-325: Βλέπε την ανάλυση των λέξεων «σουγατζhής» (= σουβατζής) και «σουγά» (= σουβάς).

[2] Για παράδειγμα, στην Μυσhτή, σ’ ένα δωμάτιο της εγκαταλελειμμένης, από το 1924, κατοικίας της  οικογένειας των Σεφεριαδαίων, παρατήρησα, το έτος 2000, κατά την εκεί επίσκεψή μου, ότι χρησιμοποιήθηκαν και κρόκοι αυγών στον σοβά, προκειμένου να έχει χρώμα ανοιχτό κοκκινο-πορτοκαλλί.

[3] Το «σουγάϊζαν» είναι το γ’ πληθυντικό πρόσωπο Παρατατικού, του ρήματος «σουγαΐζου» (= σουβατίζω).

[4] Το υλικό αυτό, με διαλεγμένο και κοσκινισμένο συνήθως χώμα, πρόλαβε και η δική μου γενιά, (γεννηθέντες το 1950), στην Μάνδρα (πρώην Θωμαή) Λάρισας. Αργότερα, χρησιμοποιήθηκε η λευκή κοσκινισμένη άμμος και η ασβέστη, ενώ το τσιμέντο είναι υλικό πολύ μεταγενέστερο.

[5] Το «σhuλώνου» προφέρεται ως «σhιουλώνου», όμως η γραφή με «u» βραχύ, κλειστό και κοφτό, αντί με «ιού», διευκολύνει την ετυμολόγηση της λέξης, καθώς προκύπτει από το θέμα «ὑ-», του ρήματος «ὕω» ή του ουσιαστικού «ὕς» = ὑετός.

[6] Το πρόσφυμα «j» προφέρεται εδώ ως «γ», καθώς προηγείται αυτού το «ζ», το δε ρήμα ως «σουγαϊζ-γιέμι».

[7] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «ὕω».

[8] Το πνεύμα της δασείας παλαιότερα ήταν ο φθόγγος «σ», όπως επισημαίνει και ο Αχιλ. Τζάρτζανος, στην Γραμματική του, αναφέροντας ότι: «Το σ, το j και το F, εις αρχαιοτάτους χρόνους, όταν ευρίσκοντο εις την αρχήν λέξεως πρό φωνήεντος ή εντός λέξεως μεταξύ δύο φωνηέντων, απεβάλλοντο. Από το σ και το j, κατά την πρώτην περίπτωσιν, προέκυψε κανονικώς δασύ πνεύμα, π.χ. (σέρπω > ἕρπω), (σέπομαι > ἕπομαι), (σίστημι >  ἵστημι), (σέχω > ἕχω και έπειτα ἔχω), ….», [Τζάρτζανος, (Γραμματική), 1962, 19: Βλέπε το εδάφιο 3, της παραγράφου 33].

[9] Το φαινόμενο προφοράς του δίχρονου φωνήεντος «υ», ως «ου», είναι πολύ σύνηθες στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το συναντούμε  επίσης και στην δημοτική, όπου το «υ» προφέρεται, είτε ως «ι»,  όπως π.χ. στην λέξη «λύκος», είτε ως «ου», όπως π.χ. στις λέξεις «τύμβος > τούμπα», «τύμπανο > τούμπανο», «Γαρυφαλιά > Γαρουφαλιά», «ξυράφι > ξουράφι», «πίτυρα > πίτουρα», «τρύπα > τρούπα», «τρυπώνω > τρουπώνω», κ.λ.π.

[10] Σταματάκος Ι., (Λεξικό), 1972.

[11] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «γῆ», καθώς και την υπ’ αριθμ. 10 ερμηνεία αυτής.

[12] Αντίστοιχα, έχουμε αποδείξει, στην παρούσα ιστοσελίδα μας, στο άρθρο της 8-11-2025, το τί ακριβώς σημαίνει η ίδια η ονομασία του ποταμού «Ἅλυς».

[13] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για το ότι στις αρχαίες διαλέκτους, αλλά και στην δημοτική, το «β» εναλλάσσεται με τα σύμφωνα: «γ, δ, F, ζ, μ, π, φ», την Σημείωση 2, της ανάλυσης του γράμματος «Β, β, βῆτα».

[14] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ο» σε «ου», την Σημείωση 1 και 4, της ανάλυσης του γράμματος «Ο, ο, ὁ μικρόν».

[15] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 650: Βλέπε την λ. «siva».

[16] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 74: Βλέπε την λ. «σουβάς».

[17] Παπαδόπουλος Α.  (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1961, (Τόμ. Β΄),  301: Βλέπε την λ. «σουβά».

[18] Κοτσανίδης, 2004, 194: Βλέπε την λ. «Σοβάς».

[19] Στην Ελληνική, το φωνήεν «υ», άλλοτε προφέρεται ως «ι» (π.χ. «λύκος»), και άλλοτε ως «ου» (π.χ. «τύμβος > τούμπα», ξυράφι > ξουράφι).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά : Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:

https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/kommissionen/vanishinglanguages/Collections/Greek_varieties/Cappadocian_Greek/Bibliography_pdfs/Anastasiadis_1980_-_Turkikes_farasiotika.pdf

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.

Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α-Ε). Λάρισα.

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Α-Λ), Αθήνα:  Τυπογραφείον Μυρτίδη.

Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.

Τζάρτζανος Α. Αχ., 1962. Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα : Έκδοση Ο.Ε.Σ.Β.

Σταματάκος Ιωαν., 1972. ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ, ΑΘΗΝΑΙ : Εκδοτικός Οργανισμός «Ο ΦΟΙΝΙΞ», Ε.Π.Ε.. ΦΕΙΔΙΟΥ 6.

Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

 ***