Γεώργιος Λαβδάς.-
Το σημερινό μας άρθρο αναφέρεται στην λέξη «ντουμάνι» της δημοτικής, η οποία υπάρχει και στην Μυσhιώτικη[1] γλώσσα, ως «dουμάν’» (πληθ. = «dουμάνια»), που σημαίνει: «ντουμάνι, πυκνός καπνός, θολούρα ατμοσφαιρική που περιορίζει την ορατότητα, πυκνή αντάρα, πυκνή μάζα αιωρούμενης σκόνης, πυκνή σκοτεινή νέφωση που προμηνύει μπόρα, μπόρα ξαφνική με δυνατή βροχή σύντομης διάρκειας που περιορίζει την ορατότητα, πυκνή μάζα από ανθρώπους, από πτηνά, από ζώα, κυρίως υπό την έννοια ότι η μάζα αυτή συνήθως κινείται. Μεταφορικά, η λέξη χρησιμοποιείται για κάτι το ξαφνικό, που όμως είναι συνάμα δυνατό και σύντομο προκαλώντας γενική θολούρα στην ατμόσφαιρα, όπως π.χ. η μπόρα.
Είναι λέξη, η οποία σύμφωνα με τον «Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής», είναι λέξη Ελληνική, ενώ από άλλους παρουσιάζεται ως λέξη Τουρκική.
Η ετυμολογική ανάλυση της λἐξης «dουμάν’», που ακολουθεί, υπάρχει και στην παράγραφο 195, του υπό έκδοση βιβλίο μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, Οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Β΄, (Ζ – j)».
Ετυμολογική ανάλυση
Ετυμολογικά, το «dουμάν’» είναι σύνθετη λέξη, που σχηματίζεται με τους εξής τρεις τρόπους:
(i). Πρώτος τρόπος: Σχηματίζεται από το θέμα «θυ-» του Ομηρικού ρήματος «θύω» (= θυμιατίζω, καπνίζω, φουντώνω, κ.λ.π.), από το θέμα «μέν-» του ουσιαστικού «μένος» (= ορμή, ισχύς, δύναμις, κ.λ.π.),[2] καθώς και από την κατάληξη «-ι», των ουδετέρων ουσιαστικών.
Σημειωτέον, ότι το ρήμα «θύω», (μέλλων, «θύσω»), έχει ως θέμα το «θυ-»[3] και σύμφωνα με το Ομηρικό Λεξικό έχει τις ακόλουθες σημασίες: i). φυσῶ δυνατά, μανιωδῶς πνέω, συρρίζω. Ἐπίσης, ἐπί άνέμου, σημαίνει: φουντώνω, φουσκώνω. Ἐπί ἀνθρώπων, σημαίνει, μαίνομαι, λυσσῶ, τρελαίνομαι, και ii). καίω, καπνίζω, θυμιατίζω, θυσιάζω, (μόνον ἐπί ἀναιμάκτους θυσίας).[4]
Σύμφωνα με το Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, η λέξη «θύω (Νο 2)» έχει τις εξής σημασίες:[5] «1). σφοδρῶς, βιαίως κινοῦμαι, ὁρμητικῶς φέρομαι, ἐπί πνοῆς ἀνέμου, 2). μαίνομαι, 3). θύνω, δηλαδή, ὁρμητικῶς φέρομαι, ἐξ οὗ και θύελλα, θυμός, λατινιστί furo.[6]
Η Ομηρική λέξη «μένος» (γενική, του «μένεος») = ὁρμή, ὀργασμός, ὀργή, θυμός, πάθος, ἐμπάθεια, δύναμις, ἰσχύς, κ.λ.π.[7]
Η σύνθεση των τριών αυτών στοιχείων «θυ- + μεν- + -ι» σημαίνει, «αυτό που καπνίζει και φουντώνει με ορμή (με πάθος, με δύναμη)», «αυτό που φουντώνει με ορμή (με πάθος, με δύναμη) κάτι, που ήδη καίει βγάζοντας καπνό».
Σχηματισμός: θυ- + μέν- + -ι > θυμένι, > τhουμένι, λόγω προφοράς του μεν «θ», ως «τh»,[8] του δε δίχρονου «υ», ως «ου»,[9] > τhουμάν’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «ι», με ταυτόχρονη τροπή του «ε», σε «α», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής,[10] > dουμάν’, λόγω τροπής του αρχικού «τh» σε «d», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής.[11]
(ii). Δεύτερος τρόπος: Σχηματίζεται από το θέμα «θυ-», του ρήματος «θύω», (που προαναφέρθηκε), από την ρίζα «μαν-», από την οποία σχηματίζεται και το ρήμα «μαίνομαι» (= φέρομαι μανιωδῶς, κ.λ.π.),[12] καθώς και από την κατάληξη «-ι», ουδετέρων ουσιαστικών.
Η σύνθεση των τριών αυτών στοιχείων «θυ- + μαν- + -ι» σημαίνει, «αυτό που μαίνεται να καπνίζει».
Σχηματισμός: θυ- + μαν- + -ι > θυμάνι, > τhουμάνι, λόγω προφοράς του μεν «θ», ως «τh», του δε δίχρονου «υ», ως «ου», (όπως και στον προηγούμενο σχηματισμό), > τhουμάν’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού, «ι», > dουμάν’, λόγω τροπής του αρχικού «τh» σε «d», (όπως και στον προηγούμενο σχηματισμό).
(iii). Τρίτος τρόπος: Σχηματίζεται από την λέξη «θεμάν» (= νότιος άνεμος).[13]
Σημειωτέον, ότι ο νότιος άνεμος, ως γνωστόν, συχνά μεταφέρει, είτε μεγάλες ποσότητες υγρασίας, είτε μεγάλες ποσότητες Αφρικάνικης σκόνης (συνήθως κιτρινο-κόκκινης), με αποτέλεσμα η ατμόσφαιρα να είναι θολή, είτε λόγω της ομίχλης ή της χαμηλής νέφωσης, είτε λόγω της αιωρούμενης σκόνης.
Το «dουμάν’» σχηματίζεται από το «θεμάν», με τους εξής δύο τρόπους:
(a). θεμάν > τhομάν, λόγω προφοράς του «θ» ως «τh», με ταυτόχρονη τροπή του «ε», σε «ο», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής,[14] > dουμάν, λόγω τροπής του αρχικού «τh» σε «d», με ταυτόχρονη τροπή του «ο», σε «ου», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής.[15]
(b). θεμάν > τhυμάν, λόγω προφοράς του «θ» ως «τh», με ταυτόχρονη τροπή του «ε», σε «υ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής,[16] > dουμάν, λόγω τροπής του αρχικού «τh» σε «d», με ταυτόχρονη τροπή του «υ» σε «ου», (όπως και πιο πάνω).
ΣΧΟΛΙΟ
Από την παραπάνω ανάλυση αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «dουμάν’». Όμως, η λέξη αυτή αναφέρεται από άλλους, ως προερχόμενη από την Τουρκική λέξη «duman» (= καπνός, καπνογόνος, θολός),[17] την οποία βέβαια θεωρώ ως λέξη «δάνειο», από το εν λόγω «dουμάν’».
Η εν λόγω λέξη, σε άλλες περιοχές της Μ. Ασίας, καθώς και στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα, ως εξής:
(α). Στο Λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται ως το «ντουμάνι» (= πυρκαϊά, καπνός), καθώς και ότι αυτή υπάρχει στην φράση, «στο ντουμάνι του Θεού», (εις την δευτέραν παρουσίαν της οποίας, κατά τους Μωαμεθανούς, θα προηγηθεί μεγάλη πυρκαϊά). Επίσης, αναφέρεται και ότι αυτή είναι λέξη Τουρκική.[18]
(β). Στην Αξό, αναφέρεται ως «dουμάνι» (= ἀντάρα), στην εξής παροιμία: «Χεγός ‘ς το jβουνί gιӧρέ dἰν’ το dουμάνι τ’» (= Ὁ Θεός ἀνάλογα μέ τό βουνό δίνει την αντάρα του).[19]
(γ). Στο Αραβανί, αναφέρεται ως «dουμάν» (= καπνός), στην εξής φράση, «ἀς τό τόζ καί τό dουμάν ἄλλο ἕνα σhέϊ dέ χιώρινες» (= ἀπό τήν σκόνη καί τόν καπνό ἄλλο τίποτα δέν ἔβλεπες).[20]
(δ). Στην Ανακού, αναφέρεται ως «ντουμάν» (= ομίχλη), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «duman» (= καπνός, ομίχλη). Επίσης, αναφέρεται και η φράση, «ντουμανιού μέρα» = ομιχλώδης μέρα.[21]
(ε). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως το «τουμάνι» (= καπνός, ομίχλη), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «duman».[22]
(στ). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται ως «ντουμάν» (= μπόρα), καθώς και ότι αυτή προέρχεται από την Τουρκική λέξη «duman».[23]
(ζ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται ως «ντουμάν» (= πυκνός καπνός, το ντουμάνι, ο πυκνός καπνός που οφείλεται σε πυρκαϊά ή σε υγρά χόρτα ή σε ξύλα, που καίγονται, ο καπνός του τσιγάρου σε κλειστό χώρο), καθώς και ότι αυτή προέρχεται από την Τουρκική λέξη «dyman».[24]
(η). Στην Κρητική διάλεκτο, αναφέρεται ως «ντουμάνι» = πυκνός καπνός.[25]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Ο φθόγγος «σh» της λέξης «Μυσhιώτικη», που δεν υπάρχει στην Ελληνική, είναι το σύμφωνο «σ», που όμως προφέρεται με δασεία (με παχειά) προφορά. Είναι φθόγγος που τον συναντούμε αρκετές φορές, τόσον στην ονομασία «Μυσhτή», όσο και σε πολλές διάφορες άλλες λέξεις. Προφέρεται, όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στην λέξη «shadow» (= σκιά) και «shallow» ( = ρηχός, αβαθής), καθώς και όπως το παχύ Γαλλικό «ch» στην λέξη «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).
[2] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «μένος» (γενική, του «μένεος») = ὁρμή, ὀργασμός, ὀργή, θυμός, πάθος, ἐμπάθεια, δύναμις, ἰσχύς, κ.λ.π.
[3] Παπανικολάου (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «θύω».
[4] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λέξη «θύω».
[5] Το ρήμα «θύω (Νο2)» διαφέρει σημασιολογικά από το «θύω (Νο1), που σημαίνει θυσιάζω, προσφέρω θυσία, κ.λ.π.
[6] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λέξη «θύω» (Νο 2).
[7] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «μένος».
[8] Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, δύο σύμφωνα της Ελληνικής αλφαβήτου, δεν προφέρονται. Είναι το «δ» και το «θ». Αντί αυτών υπάρχουν βεβαίως άλλοι αντίστοιχοι φθόγγοι. Για μεν το «δ» κύριος αντίστοιχος φθόγγος είναι το «d», για δε το «θ», το «τh», (που προφέρεται όπως το «Τh» στο Γαλλικό όνομα «Τhéodore» (= Θεόδωρος). Η προφορά του «θ», ως «τh», είναι η αρχική προφορά του αρχαίου Ελληνικού «θ», που συμβολιζόταν με κεφαλαία, ως «ΘΗ», [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: την Σημείωση 1 της ανάλυσης του γράμματος «Θ, θ, θῆτα»].
[9] Το φαινόμενο προφοράς του «υ», ως «ου», είναι πολύ σύνηθες στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το συναντούμε όμως και στην δημοτική, όπου το δίχρονο φωνήεν ύψιλον, «υ», προφέρεται, είτε ως «ι», όπως π.χ. στην λέξη «λύκος», είτε ως «ου», όπως π.χ. στις λέξεις «τύμβος > τούμπα», «τύμπανο > τούμπανο», «Γαρυφαλιά > Γαρουφαλιά», «ξυράφι > ξουράφι», «πίτυρα > πίτουρα», «τρύπα > τρούπα», «τρυπώνω > τρουπώνω», κ.λ.π.
[10] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ε» σε «α», την υπ’ αριθμ. 1 και 9 Σημείωση, της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».
[11] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για το ότι στην Αιολική, καθώς και στην δημοτική, το «θ» εναλλάσσεται με το «δ», (π.χ. ἄνθηρον > ἄνδηρον, θειαφίζω > δειαφίζω), την Σημείωση 5, της ανάλυσης του γράμματος «Θ, θ, θῆτα». Επίσης, στην Θεσσαλία λένε σήμερα, «τα δικά μου > τα θ’κά μ’».
[12] -«μαίνομαι» = εἶμαι τρελλός, παράφρων, εἶμαι ἔξω φρενῶν. ἐπί πραγμάτων, συνήθως ἐπί πυρός, φέρομαι μανιωδῶς. ἐπί τῶν στοιχείων τῆς φύσεως, οἷον τῆς θαλάσσης, τοῦ ἀνέμου, ἄγριος, ἰσχυρός, δυνατός. Το ρήμα αυτό έχει θέμα το «μαιν-j-> μαίν-, από την ρίζα «μαν-» και με έκταση «μην-», [Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, την υπ’αριθ. 2 ερμηνεία της λ.].
[13] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, 516: Βλέπε την λ. «θεμάν», καθώς και ότι αυτή είναι λέξη του Ησυχίου.
[14] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ε», σε «ο», την υπ’ αριθμ. 12 και 13 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».
[15] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ο», σε «ου», την Σημείωση 1 και 4, στην ανάλυση του γράμματος «Ο, ο, ὁ μικρόν».
[16] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την εναλλαγή του «υ» με τα «α, ε, ο», την Σημείωση 5 και 9, στην ανάλυση – αλλοιώσεις, του γράμματος «Υ, υ», της αλφαβήτου.
[17] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 193: Βλέπε την λ. «duman».
[18] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «ντουμάνι».
[19] Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 185: Βλέπε την λ. «gιӧρέ», στην υπ’αριθμ. 136 παροιμία.
[20] Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 110. Βλέπε την ως άνω φράση..
[21] Κωστάκης, (ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 314: Βλέπε την λ. «ντουμάν», την φράση «ντουμανιού μέρα», καθώς και την Σημείωση 9, στην σελ. 314.
[22] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 52: Βλέπε την λ. «τουμάνι».
[23] Κοιμισόγλου, 2006, 214: Βλέπε την λ. «ντουμάν» = μπόρα < τουρκ. duman.
[24] Κοτσανίδης, 2004, 181: Βλέπε την λ. «Πυκνός καπνός».
[25] Ροδάκης, (Λεξικό), σελ. 103: Βλέπε την λ. «ντουμάνι».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστασιάδης Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά : Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:
Δημητράκος Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα: Εκδόσεις Πελεκάνος.
Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Κωστάκης Π. Θαν., 1963. Η ΑΝΑΚΟΥ, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι. Ι., 1968. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Αξού, Αθήνα : Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Πανταζίδης Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Παπανικολάου Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.
Ροδάκης Ι., Θ., Το Κρητικό Λαλολόγιο, ΟΪ ΑΛΛΗ ΑΚΑΤΕΧΙΑ (ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΑΓΝΟΙΑ).
Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.
Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

