Γεώργιος Λαβδάς.-
Στο σημερινό μας άρθρο, θα εξηγήσουμε το γιατί η λέξη της δημοτικής «λούκι», η οποία υπάρχει, στην μεν Μυσhιώτικη[1] διάλεκτο ως «ολούχ’»,[2] στην δε Ποντιακή ως «ὀλούκιν», ως «ὀλούκ’» και ως «ὀλούχ’», είναι λέξη Ελληνική και όχι Τουρκική, όπως θεωρείται.
Η απόδειξη της ελληνικότητας της υπόψη λέξης αναφέρεται και στις παραγράφους 244 και 265, του υπό (λίαν συντόμως) έκδοση Τόμου Β΄, του βιβλίου μου με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, Οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Β΄ (Ζ – j)».[3]
Στην δημοτική, το εν λόγω ουσιαστικό αναφέρεται, ως το «λούκι» (= ὑδροσωλήν, σωλήν, κιούγκι, στενόν αὐλακωτόν κοίλωμα ἐπί ξύλου ή μετάλλου, αὐλάκι), καθώς επίσης και ότι είναι λέξη Τουρκική.[4]
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το εν λόγω ουσιαστικό αναφέρεται ως «ολούχ’» = άνοιγμα, σχισμή, χαραμάδα, αγωγός (αυλάκι) υδρορροής λαξευμένος, λούκι. Μάλιστα, το καταληκτικό σύμφωνο αυτού «χ» προφέρεται με δασεία (με παχειά) προφορά, δηλαδή ως «χh», το δε ουσιαστικό ως «ολούχh’».[1] Η γενική αυτού είναι «ολουχh–jιού» και ο πληθυντικός του «ολούχh–jια», (όπου το «j» είναι ευφωνικό και προφέρεται εδώ ως «χ», καθώς προηγείται αυτού το «χh», η δε λέξη ως «ολουχh-χιού», «ολούχh-χια»).
Γενικές πληροφορίες
Στα υπόγεια της Μυσhτής, τα εν λόγω «ολούχh–jια» ήσαν οριζόντιοι ή κατακόρυφοι ή ακόμη και πλάγιοι αγωγοί σαν σωλήνες, που σε κάποιες περιπτώσεις θυμίζουν τον αγωγό, τον σωλήνα, επικοινωνίας τον οποίον έχουν τα πολεμικά καράβια, για να επικοινωνεί ο κυβερνήτης με άλλα μέλη του πληρώματος, τα οποία βρίσκονται σε άλλους χώρους (στις μηχανές, στην αποθήκη πυρομαχικών, στις καμπίνες, στα μαγειρεία, κ.λ.π.).
Τα «ολούχh–jια» λαξεύονταν για να εξυπηρετήσουν, τους εξής δύο κύριους σκοπούς: 1). Την επικοινωνία μεταξύ των υπόγειων δαιδαλόσχημων χώρων (δωμάτια, αποθήκες, διάδρομοι, εκκλησία, εργαστήρια, κ.λ.π.), που ήσαν λαξευμένα κάτω από την επιφάνεια της γής. Είναι τα λεγόμενα, στην γλώσσα μας, «κhιeαλeάρ-jια»[5] (= κελάρια). Οι χώροι αυτοί λαξεύονταν, κάτω από την επιφάνεια της γής, σε πολλούς διαφορετικούς ορόφους, που συχνά ξεπερνούσαν τους 8, φθάνοντας ή και ξεπερνώντας συχνά το βάθος των 120 μέτρων, όπως γνωρίζουμε από τα επισκέψιμα σήμερα υπόγεια της Μαλακοπής, που ήταν γειτονικό, όμαιμο και ομόγλωσσο χωριό, της «Μυσhτής».[6] 2). Ο δεύτερος κύριος σκοπός, του εν λόγω «ολούχh’», είναι η απορροή υδάτων. Όταν ο εσωτερικός χώρος ήταν υπέργειος, (όταν π.χ. ήταν λαξευμένος σε λόφο ή σε ψηλό βράχο), για την απορροή των υδάτων, (π.χ. του νεροχύτη), υπήρχε άνοιγμα, μικρή οπή, λαξευμένη στον ίδιο βράχο (στο πέτρωμα), που συνέχιζε σαν αγωγός, σαν μικρό αυλάκι, σαν ένα είδος λαξευμένου «λούκι», πάνω στο πέτρωμα. Το λαξευτό αυτό «λούκι» (αυλάκι) οδηγούσε τα νερά, είτε προς τον εξωτερικό χώρο, είτε προς κάποιον ειδικό εσωτερικό χώρο συγκέντρωσής των.
Στα νεότερα χρόνια, χρησιμοποιούμε την λέξη «ολούχh’» και για τα μεταλλικά «λούκια», που έχουμε στις σκεπές, για την συγκέντρωση και απορροή των ομβρίων υδάτων προς το έδαφος.
Το «λούκι», στην μεν Ανακού,[7] λέγεται «ὁλούχ»,[8] στον δε Πόντο, «ὀλούκιν» (= σωλήν διοχετεύσεως ύδατος, ὑδροσωλήν, λούκι), ενώ στην Σάντα και στην Χαλδία «ὀλούκ’» ή «ὀλούχ’».[9]
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ
Για την ετυμολόγηση του «ολούχh’», μια εύκολη και «βολική» λύση θα ήταν να δεχθούμε και εμείς ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «oluk» (= λούκι, υδρορροή),[10] όπως έχουν αποφανθεί άλλοι. Όμως, με μια πιο προσεκτική ματιά, στα Ελληνικά λεξικά, βρίσκουμε τις παρακάτω σχετικές λέξεις, που μας οδηγούν στο «ἔτυμον» της λέξης αυτής:
-«ὄλοκες» = αὔλακες.[11]
-«ὀλλύει» (= ἀπολ(λ)ύει).[12] Όμως το ρήμα «ἀπολύω» = ἐλευθερώνω, ἀνακουφίζω, απαλάσσω, ἀποπέμπω.[13]
-«ὄλλυμι» ή «ὀλλύω» (= ἀπόλλυμι, ἐξαφανίζω, αφανίζω, εξολοθρεύω, ἀφανίζομαι, χάνομαι, γίνομαι άφαντος, καταστρέφω, φονεύω, χάνω κάτι, κ.λ.π.). Το θέμα του ρήματος αυτού είναι «ὀλλυ-».[14]
-«ὀχετὀς» = σωλήν, ἀγωγός, ῥύαξ, κ.λ.π.[15]
-«ὀχετηγός» = ὁ ὀχετόν, (αὔλακα, αὐλάκιον), ἄγων (διορύττων, ἀνοίγων), ἤ δι’ ὀχετοῦ ἄγων, διοχετεύων, διοχετευτής.[16]
-«ὀχετεύω» (= φέρω, ὁδηγῶ κάτι δι’ ὀχετοῦ). Το θέμα του ρήματος είναι «ὀχετεύ-» από το ουσιαστικό «ὀχετός», το οποίο προκύπτει από το ουσιαστικό «ὄχος», που είναι παράγωγο του ρήματος «ὀχέω, -ῶ».[17]
Σχηματισμός του «ολούχh’»
Το «ολούχh’», της Μυσhιώτικης γλώσσας, με βάση την ακριβή σημασία αυτού, σχηματίζεται με τους εξής δύο αντίστοιχους τρόπους:
Πρώτος τρόπος: (Με βάση την σημασία του ως μικρό αυλάκι), σχηματίζεται από το θέμα «ὀλοκ-» της λέξης του Ησυχίου «ὄλοκες» (= αὔλακες), καθώς και από την κατάληξη «-ι», που είναι για ουδέτερα ουσιαστικά, ως εξής: ὀλοκ- + -ι, > ολόκι > ολούχι, λόγω τροπής του «κ», σε «χ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[18] με ταυτόχρονη τροπή του «ο» της δεύτερης συλλαβής, σε «ου», που επίσης είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[19] και > ολούχh’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «ι», με ταυτόχρονη τροπή του «χ» σε «χh» δασύ (παχύ).[20]
Δεύτερος τρόπος: (Με βάση την σημασία του ως αγωγός, που αποπέμπει κάτι, που ανακουφίζει, που απαλλάσει, από κάτι το περιττό ή το μη επιθυμητό), είναι σύνθετη λέξη, που σχηματίζεται από τα εξής τρία συνθετικά μέρη:
(i). Πρώτο συνθετικό στοιχείο είναι το θέμα «ὀλλυ-», του Ομηρικού ρήματος «ὄλλυμι», του οποίου ο δεύτερος τύπος είναι «ὀλλύω», που ο Ησύχιος ερμηνεύει ως «ἀπολ(λ)ύω»,[21] το δε ρήμα «ἀπολύω» (= ἐλευθερώνω, ἀνακουφίζω, απαλάσσω, ἀποπέμπω).[22]
(ii). Δεύτερο συνθετικό στοιχείο είναι το «ὀχ-», με το οποίο αρχίζει η λέξη «ὀχετός» (= σωλήν, ἀγωγός, ῥύαξ, κ.λ.π.),[23] αλλά και πολλές άλλες λέξεις, όπως, «ὀχετηγός», «ὀχετεύω», «ὀχέω, -ῶ», «ὄχημα», κ.λ.π., που σχηματίζονται από το ουσιαστικό «ὄχος» (= ὁ φέρων).[24]
(iii). Τρίτο συνθετικό είναι η κατάληξη «-ι», που είναι για ουσιαστικά ουδετέρου γένους.
Η σύνθεση των τριών αυτών στοιχείων «ὀλλυ- + ὀχ- + -ι», σημαίνει: «ο αγωγός, ο σωλήνας, που φέρει, που οδηγεί κάτι μέσω αυτού, που ελευθερώνει, που αποπέμπει, που απαλάσσει κάτι μέσω αυτού, (προφανώς, κάτι το ρευστό, καθ’ ότι είναι αγωγός, σωλήν)».
Σχηματισμός: ὀλλυ- + ὀχ- + -ι, > ολλυοχι > ολλουόχι, λόγω προφοράς του «υ», ως «ου»,[25] > ολλουούχ’, λόγω τροπής του «ο» της παραλήγουσας, σε «ου»,[26] (πιθανόν και λόγω αφομοίωσης του «ο» με το φωνήεν της αμέσως προηγούμενης συλλαβής, που είναι η δίφθογγος «ου»), > ολλούχι’, λόγω συνεκφοράς των συνεχόμενων «ουού», ως ένα «ού», και > ολλούχh’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «ι», με ταυτόχρονη τροπή του «χ», που προηγείται αυτού, σε «χh» δασύ (παχύ). Στην περίπτωση αυτή, η λέξη γράφεται με δύο συνεχόμενα «λλ», ως «ολλούχh’».
ΣΧΟΛΙΟ
Από την παραπάνω ανάλυση αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «ολούχh’». Ως εκ τούτου, δεν ισχύει η άποψη εκείνων που θεωρούν ότι αυτή προκύπτει από Τουρκική λέξη. Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει βεβαίως η λέξη «oluk» (= λούκι, υδρορροή),[27] η οποία όμως θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο», που έχει πάρει, είτε από την Μυσhιώτικη γλώσσα, είτε από την Ποντιακή, καθώς στην Σάντα και στην Χαλδία η λέξη αναφέρεται ως «ὀλούκ’» ή ως «ὀλούχ’». Άλλωστε, η λέξη του Ησυχίου «ὄλοκες» (= αὔλακς) έχει γραφτεί 5,5 και πλέον αιώνες πριν από την εμφάνιση των Τούρκων, στην περιοχή της κεντρικής Μ. Ασίας, όπου ζούσαν οι πρόγονοί μας.
Τέλος, το εν λόγω ουσιαστικό, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:
(α). Στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται ως το «λούκι» (= ὑδροσωλήν, σωλήν, κιούγκι, στενόν αὐλακωτόν κοίλωμα ἐπί ξύλου ή μετάλλου, αὐλάκι), καθώς και ότι είναι λέξη Τουρκική.[28]
(β). Στην Ανακού, αναφέρεται ως «ὀλούχ», καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «oluk» (= λούκι).[29]
(γ). Στον Πόντο, αναφέρεται ως το «ὀλούκιν» (= σωλήν διοχετεύσεως ύδατος, ὑδροσωλήν, λούκι). Η ίδια λέξη, στην Σάντα και στην Χαλδία, αναφέρεται ως «ὀλούκ’» ή ως «ὀλούχ’», ενώ στην Σινώπη ως «’λούκι». Επίσης, αναφέρεται και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «oluk».[30]
(ε). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει η λέξη «oluk» = λούκι, υδρορροή.[32]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Ο φθόγγος «σh», της Μυσhιώτικης διαλέκτου, είναι το σίγμα δασύ (παχύ), που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Προφέρεται όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch», στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).
[2] Ο φθόγγος «χh» της Μυσhιώτικης διαλέκτου, που δεν υπάρχει στην Ελληνική, είναι το σύμφωνο χί, που όμως έχει δασεία (παχειά) προφορά. Κατά την προφορά του, γίνεται αισθητό στον λάρυγγα και είναι πιο δυνατό, απ’ ό,τι το «χ» στις λέξεις, «χάος», «χαρτί», «χάνω», κ.λ.π.
[3] Βλέπε την λ. «ολούχh’», ως το υπ’ αριθμ. 5 παράδειγμα, στην παράγραφο 244 γ’, καθώς και ως το υπ’αριθμ. 2 παράδειγμα, στην παράγραφο 265, του εν λόγω βιβλίου.
[4] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, τις υπ’ αριθμ. 1 και 2 ερμηνείες της λ. «λούκι».
[5] Ο φθόγγος «κh» είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο κάππα, της Μυσhιώτικης διαλέκτου, που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Κατά την προφορά του, εκβάλλεται ταυτόχρονά ελάχιστη ποσότητα αέρα, υπό πίεση, από το στόμα. Ο φθόγγος «eα» είναι το «άλφα μακρόν», που προφέρεται μεταξύ του «ε» και του «α», ελάχιστα μακρόσυρτο. Τέλος, ο φθόγγος «j» είναι ευφωνικό πρόσφυμα, που εδώ προφέρεται ως «γ», καθώς προηγείται αυτού το «ρ», η δε λέξη ως «κhιeαλeάρ-για».
[6] Η «Μαλακοπή» βρίσκεται 24 χλμ. ΒΒΔ της Μυσhτής και 70 χλμ. ΝΔ της Καισάρειας.
[7] Η Ανακού, στην Μυσhιώτικη γλώσσα λέξεται «Νανακού» (γεν. = Νανακούς) και τουρκιστί «Enegi», πλην όμως η σημερινή Τουρκική ονομασία του χωριού είναι «Kaymakli». Βρίσκεται 32 χλμ. Βόρεια της Μυσhτής, 70 χλμ. ΝΔ της Καισάρειας και 4,5 χλμ Ανατολικά από τα Σίλατα (αρχαία Ζήλα).
[8] Κωστάκης, (Η ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 56, 371: Βλέπε την λ. «ὀλούχ» στην σελ. 56 και την Σημείωση 1 αυτής, καθώς επίσης και στην σελ. 371 και την Σημείωση 2 αυτής.
[9] Παπαδόπουλος Α., 1961, (Τόμ. 2ος), 109.
[10] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 551: Βλέπε την λ. «oluk».
[11] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[12] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[13] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’ αριθμ. 1, 3, 9 και 13 ερμηνείες της λ.
[14] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης και Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962.
[15] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[16] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.
[17] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «ὀχετεύω».
[18] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «κ» σε «χ», την Σημείωση 2 και 3, της ανάλυσης του γράμματος «Κ, κ, κάππα».
[19] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ο» σε «ου», την Σημείωση 1 και 4, στην ανάλυση του γράμματος «Ο, ο, ὁ μικρόν».
[20] Η τροπή του «χ» σε «χh», λόγω της αποβολής του καταληκτικού «ι», βασίζεται στον γενικότερο κανόνα, της Μυσhιώτικης γλώσσας, ο οποίος αφορά όλα τα «i» (= η, ι, υ, ει, οι), τα οποία όταν είναι καταληκτικά και αποβάλλονται, τότε το αμέσως προηγούμενο αυτών σύμφωνο «γ, ζ, ξ, χ, ψ και σ», τρέπονται αντίστοιχα σε «γh, ζh, ξh, χh, ψh και σh».
[21] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε την λ. «ἀπολ(λ)ύει»..
[22] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’ αριθμ. 1, 3, 9 και 13 ερμηνείες της λ..
[23] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[24] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε τα ρ. «ὀχετεύω» και «ὀχέω, -ῶ».
[25] Το γλωσσικό φαινόμενο προφοράς του «υ», ως «ου», είναι πολύ σύνηθες στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το συναντούμε επίσης και στην δημοτική, όπου το δίχρονο φωνήεν ύψιλον, «υ», προφέρεται, είτε ως «ι», όπως π.χ. στην λέξη «λύκος», είτε ως «ου», όπως π.χ. στις λέξεις «τύμβος > τούμπα», «τύμπανο > τούμπανο», «Γαρυφαλιά > Γαρουφαλιά», «ξυράφι > ξουράφι», «πίτυρα > πίτουρα», «τρύπα > τρούπα», «τρυπώνω > τρουπώνω», κ.λ.π.
[26] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ο» σε «ου», την Σημείωση 1 και 4, της ανάλυσης του γράμματος «Ο, ο, ὁ μικρόν».
[27] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 551: Βλέπε την λ. «oluk».
[28] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, τις υπ’ αριθμ. 1 και 2 ερμηνείες της λ.
[29] Κωστάκης, (ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 56, 371: Βλέπε την λ. «ὀλούχ», καθώς και την Σημείωση 1, στην σελ. 56, όπως επίσης και στην σελ. 371.
[30] Παπαδόπουλος Α., 1961, (Τόμ. 2ος), 109.
[32] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 551: Βλέπε την λ. «oluk».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Κωστάκης Π. Θαν., 1963. Η ΑΝΑΚΟΥ, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Μ – Ω), Αθήνα: Τυπογραφείον Μυρτίδη.
Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.
Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

