Γεώργιος Λαβδάς.-
Στο σημερινό μας άρθρο θα αναφερθούμε στα Ελληνικά επώνυμα, «Δεμερτζίδης», «Ντεμερτζίδης», «Ντεμιρτζίδης», «Δερμιτζόγλου» και «Δεμερτζής», τα οποία ενώ προέρχονται από λέξεις αρχαιο-Ελληνικές, όμως θεωρούνται από πολλούς ότι προέρχονται από την Τουρκική λέξη «demirci».
Η απόδειξη της ελληνικότητας των εν λόγω επωνύμων, βασίζεται στον «ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΚΩΔΙΚΑ της Μυστής», που περιέχει το σύνολο των κανόνων Γραμματικής, της μέχρι τώρα προφορικής Μυσhιώτικης γλώσσας, μεταξύ των οποίων και τον τρόπο ετυμολόγησης και σχηματισμού (δόμησης) των λέξεων αυτής. Για τον εν λόγω Κώδικα έχει εκδοθεί ήδη το πρώτο μου βιβλίο, με τίτλο, «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, Οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Α΄ (Α-Ε)» και είναι υπό άμεση έκδοση ο Τόμος Β΄, (Ζ– j)».
Πως λέγεται το επώνυμο «Δεμερτζίδης», στην Μυσhιώτικη γλώσσα,
με όλες τις παραπάνω παραλλαγές και και γιατί;
Το επώνυμο «Δεμερτζίδης», στα Ελληνικά, σημαίνει «ο γιός του σιδερά, του σιδηρουργού». Προκύπτει δε από το ουσιαστικό της δημοτικής, ο «δεμερτζής» κοινώς «ντεμιρτζής» (= ὁ τόν σίδηρον κατεργαζόμενος, σιδηρουργός, γύφτος), το οποίο μάλιστα θεωρείται ότι είναι λέξη Τουρκική.[1]
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, ο σιδεράς (ο σιδηρουργός) λέγεται «Deαμηρdζής ή Deαμuρdζής». Στην γενική και αιτιατική ενικού, το εν λόγω ουσιαστικό είναι «deαμηρdζή ή deαμuρdζή» και στον πληθυντικό (στην ονομαστική και αιτιατική) «deαμηρdζήα ή deαμuρdζήα».
Για την προφορά της λέξης άνοιξε το παρακάτω video:
Στην λέξη αυτή, παρατηρούμε τους εξής φθόγγους, που δεν είναι γνωστοί στην σημερινή Ελληνική:
i. Ο φθόγγος «D, d», είναι η προφορά του συμφώνου «Δ, δ» της Ελληνικής.[2] Σημειωτέον, ότι ο Μυσhιώτης αδυνατεί να προφέρει το σύμφωνο δέλτα (Δ. δ) και το θήτα (Θ, θ), όπως αυτά προφέρονται στην σημερινή Ελληνική.[3] Το σύμφωνο «Δ, δ» προφέρεται ως «D, d», όπως ακριβώς προφέρεται στην Γαλλική και στην Αγγλική. Σύμφωνα με τον Ιάκωβο Θωμόπουλο, είναι η αρχαία Πελασγική προφορά του συμφώνου «Δ, δ»[4] και δεν είναι βεβαίως Τουρκική, όπως θεωρούν άλλοι.[5]
ii. Ο φθόγγος «eα» είναι το «άλφα μακρόν» της Μυσhιώτικης γλώσσας, που προφέρεται μεταξύ του «ε» και του «α», ελάχιστα μακρόσυρτο.[6] Να θυμίσουμε εδώ, ότι το φωνήεν άλφα της Ελληνικής είναι δίχρονο, δηλαδή άλλοτε είναι μακρόν και άλλοτε βραχύ. Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, τα δύο αυτά «άλφα» έχουν και διαφορετική προφορά. Για παράδειγμα, λέμε «μάτ’» (= μάτι, οφθαλμός), λέμε όμως και «’μeάτ’» (= ιμάτιο εσωτερικό). Ο φθόγγος αυτός, από άλλους συγγραφείς συμβολίζεται ως «ä», που δεν είναι πρακτικός στην γραφή του, με την χρήση Η/Υ και με Κινητό τηλέφωνο.
iii Ο φθόγγος «u» προφέρεται ως «ου» κλειστό και κοφτό, όπως το Γαλλικό «u».
Στην Μυσhτή, ο εργαζόμενος ως σιδεράς αυτόματα σχεδόν αποκτούσε και το «αλαγάπ’» (= το προσωνύμιο, το παρατσούκλι) «Deαμηρdζής ή Deαμuρdζής» (= ο σιδεράς, σιδηρουργός). Σε περίπτωση δε που στο χωριό υπήρχε και άλλος (ή άλλοι), τότε, προκειμένου να διακρίνονται μεταξύ τους, αμέσως μετά το προσωνύμιο αυτό, (σε πτώση γενική ενικού), ακολουθούσε και το μικρό όνομα του κάθε σιδερά. Για παράδειγμα, αν στο χωριό υπήρχαν δύο σιδεράδες, ο Λάζαρος και ο Θεόδωρος, τότε αυτούς, του ονόμαζαν, αντίστοιχα: «Deαμηρdζή Λάζαρης» ή «Deαμuρdζή Λάζαρης» και «Deαμηρdζή Τhόγωρης» ή «Deαμuρdζή Τhόγωρης».
Στην Μυσhτή, πολλά χρόνια πριν από τον ξεριζωμό του 1924, υπήρχε σιδεράς, γνωστός σε όλους τους κατοίκους, ως ο «Deαμηρdζής ή Deαμuρdζής» (= σιδεράς). Αυτό ήταν το «αλαγάπ’», το προσωνύμιό του. Το ίδιο προσωνύμιο είχε και η οικογένειά του, που ήταν γνωστή ως «Deαμηρdζή ή Deαμuρdζή» (= του σιδερά). Το ίδιο επώνυμο συνέχισε να έχει και η οικογένεια του ψυχοπαιδιού του, με καταγωγή από το «Άκdάγ-Μαdέν»,[7] του μετέπειτα ιερέα της Μυσhτής, του γνωστού ως ο «παπα-‘Χανάσhης»[8] ή «παπα-‘Χανά’ης» (= ο παπα-Θανάσης). Το εν λόγω σόϊ, μετά την εγκατάσταση του στην Ελλάδα, το συναντούμε, στο μεν Ξηροχώρι Θεσσαλονίκης, ως «Σιδηρόπουλος», (προφανώς από τον «παπα-Βασίλειο Σιδηρόπουλο», γιό του «παπα-‘Χανάσh’»), στην δε Κόνιτσα, ως «Δεμερτζίδης».
Πέραν των ανωτέρω, θα πρέπει να επισημάνουμε και ότι το επώνυμο αυτό, υπάρχει ως «Δεμερτζίδης», ως «Ντεμερτζίδης» και ως «Ντεμιρτζίδης», σε πολλά μέρη της Ελλάδος, όταν ανήκει γενικά σε πρόσφυγες Έλληνες, από την Μ. Ασία, καθώς επίσης και ως «Δεμερτζής», όταν ανήκει κυρίως σε «ντόπιους» ομογενείς μας.
Για παράδειγμα, η φράση:
-«ηττά, αλετιρ-jιού μας dου γυνί, στραβώχην, ‘πί-ασ’ του, σ’ού deαμuρdζή, νου ‘ού γισέψh’, λί’ου» = αυτό εδώ, του αρότρου μας το υνί, στραβώθηκε (στράβωσε), πήγαινε το, στον σιδερά, να το ισιώσει, λίγο.
Για την προφορά της παραπάνω φράσης, άνοιξε το ακόλουθο video:
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ
Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν ότι το εν λόγω επώνυμο είναι Τουρκικής προέλευσης, προφανώς από τις λέξεις, της γλώσσας αυτής, «demir» (= σίδερο, άγκυρα, οπλισμός) και «demirci» (= σιδεράς, σιδηρουργός).[9] Όμως, η άποψη αυτή δεν μπορεί να ισχύει, καθώς το «deαμηρdζής ή deαμuρdζής» είναι λέξη Μυσhιώτικη, δηλαδή Ελληνική. Είναι μάλιστα λέξη σύνθετη, που σχηματίζεται από τα ακόλουθα, στη σειρά, Ομηρικά και αρχαιοελληνικά στοιχεία:
(i). Από την λέξη «δα-» (= μόριον ἀχώριστον, ἀρκτικόν λέξεων, ἐπιτατικήν ἔχον σημασίαν, «ὅλως, πέρα καί πέρα»).[10] Η ίδια αυτή λέξη αναφέρεται επίσης και ως «δά» = προτακτικόν ἀχώριστον μόριον πρός επίτασιν τῆς σημασίας τῆς μεθ’ ἧς συντίθεται λέξεως, ὡς τό «ζά», οἷον δάσκιος δαφοινός, κττ.[11]
(ii). Από την αρχαιοελληνική λέξη «ἄμη» = σιδηροῦν σκεῦος.[12]
(iii). Από το θέμα «ἐρδ-», του Ομηρικού ρήματος «ἔρδω» = ποιῶ, πράττω, κάμνω, ἐκτελῶ.[13]
(iv). Από το θέμα «ζή-», του ρήματος «ζήω, -ῶ» (ἔζων, ζήσω ή ζήσομαι, ἔζησα) = ζῶ, ἀκμάζω, εἶμαι ἐν ζωῇ, συντηροῦμαι ἐν τῇ ζωῇ, ἤ πορίζομαι τά πρός τό ζῆν, διάγω ὡρισμένον τρόπον ζωῆς, ἀποζῶ.[14]
(v). Από την κατάληξη αρσενικών ουσιαστικών «-ς».[15]
Η σύνθεση των παραπάνω στοιχείων, «δά + ἄμη + ἐρδ- + ζή- + -ς», σημαίνει «αυτός που βγάζει τα προς το ζήν, κάνοντας πολλά (συνεχώς) σιδηρά σκεύη».
Σχηματισμός
Οι παραπάνω δύο τύποι της λέξης σχηματίζονται αντίστοιχα, ως εξής:
(1). Ο τύπος της λέξης, «deαμηρdζής», σχηματίζεται με βάση τα παραπάνω συνθετικά στοιχεία, ως εξής: δά + ἄμη + έρδ- + ζή- + -ς > δααμηερδζής > dααμηερdζής, λόγω προφοράς των «δ», ως «d», που είναι προφορά Πελασγική,[16] > deαμηερdζής, λόγω τροπής των δύο συνεχόμενων «αα», σε «eα» (άλφα μακρόν), > deαμηηρdζής, λόγω τροπής του «ε», σε «η» μακρόν, (αφομοίωση[17] με το φωνήεν, είτε της προηγούμενης, είτε της επόμενης συλλαβής),[18] > deαμηρdζής, λόγω συνεκφοράς των συνεχόμενων «ηη», ως ένα «η».
(2). Ο τύπος της λέξης, «deαμuρdζής», σχηματίζεται όπως και ο τύπος «deαμηρdζής», με την εξής διαφορά, από ένα σημείο και μετά: δά + ἄμη + έρδ- + ζή- + -ς > δααμηερδζής > dααμηερdζής, > deαμηερdζής, > deαμηορdζής, λόγω τροπής του «ε», σε «ο»,[19] (άλλωστε, και το ουσιαστικό «ἔργο», στα Μυσhιώτικα είναι «όργου»), > deαμηουρdζής, λόγω τροπής του άτονου «ο», σε «ου»,[20] > deαμουουρdζής, λόγω τροπής του «η», σε «ου», (αφομοίωση του «η» με το φωνήεν της αμέσως επόμενης συλλαβής, που εδώ είναι η δίφθογγος «ου»,[21] και > deαμουρdζής, λόγω συνεκφοράς των δύο συνεχόμενων «ουου», ως ένα «ου».
ΣΧΟΛΙΟ
Από την παραπάνω ανάλυση αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «deαμηρdζής ή deαμuρdζής». Ως εκ τούτου, δεν ισχύει η άποψη εκείνων που θεωρούν ότι αυτή είναι λέξη Τουρκική. Η εν λόγω λέξη υπάρχει βεβαίως και στην Τουρκική γλώσσα ως «demirci», που θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο», όπως επίσης και την κατάληξη αυτής «-ci» (ζή-ω: ζή-, > -τζη > -ci), που έχει πάρει από την Μυσhιώτικη γλώσσα, δηλαδή από την Ελληνική. Εξ άλλου, δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι οι Έλληνες της ευρύτερης περιοχής της Μ. Ασίας και ιδιαιτέρως του Πόντου, γνώριζαν την τέχνη, τόσον της εξόρυξης μετάλλων, ως μεταλλωρύχοι, όσον και την τέχνη κατασκευής σιδερένιων εργαλείων, κυρίως για αγροτικές ή άλλες χρήσεις, ονομάζοντάς τα με ονομασίες Ελληνικές, πολλές δεκάδες αιώνες πριν την εμφάνιση των Τούρκων στην περιοχή. Οι Ομηρικές δε λέξεις, «δα», «ἔρδω» και«ζὠω, ζῶ» (το μετέπειτα «ζήω, ῶ»), καθώς επίσης και η λέξη του Ησυχίου «ἄμη» (= σιδηρούν σκεῦος), που γράφτηκε 5,5 τουλάχιστον αιώνες, πριν από την εμφάνιση των επήλυδων Τούρκων στην περιοχή της Μ. Ασίας, όπου ζούσαν οι πρόγονοί μας, δεν επιτρέπουν να χαρακτηρίζουμε την εν λόγω λέξη ως Τουρκική.
Τέλος, η εν λόγω λέξη, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα, ως εξής:
(α). Στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται στην δημοτική ως ο «δεμερτζής» και κοινώς ως «ντεμιρτζής» (= ὁ τόν σίδηρον κατεργαζόμενος, σιδηρουργός, γύφτος), καθώς και ότι είναι λέξη Τουρκική.[22]
(β). Στον Πόντο, με την σημασία «σιδηρουργός», αναφέρεται κατά περιοχές, αντίστοιχα ως εξής: Στην Οινόη και Χαλδία, ως «τεμιρτζhής». Στα Κοτύωρα, Τραπεζούντα και Χαλδία, ως «τεμερτζhής». Στην Σάντα και στην Χαλδία, ως «τeαμιρτζhής». Επίσης αναφέρεται και ότι προκύπτει από το Τουρκικό «demirci».[23]
(γ). Στο βιβλίο με τίτλο, «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑC», αναφέρεται, (με μη ακριβή Μυσhιώτικη προφορά), ως «ντεμιρτζής» (= σιδεράς), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «demirci».[24]
(δ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται, (με μη ακριβή Μυσhιώτικη προφορά), ως «ντεμουρτσής» και ως «ντιαμουρτζής» = σιδεράς, αυτός που ασχολείται με τα σίδερα, αυτός που κατεργάζεται το μέταλλο και παρασκευάζει διάφορα εργαλεία.[25]
(ε). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΜΙΣΤΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται, με προφορά Τουρκική, στον «Dεμιρτζή Λάζαρη» (= στον Λάζαρο τον «σιδερά», καθώς ασκούσε το επάγγελμα του σιδερά, ο οποίος είχε κάνει και δάσκαλος στην Μυσhτή. Επίσης, αναφέρεται και ότι το «Dεμιρτζή» προκύπτει από την Τουρκική λέξη «demirci» = σιδεράς.[26]
(στ). Στην Κρητική διάλεκτο, αναφέρεται ως «dερμιτζής» (= σιδηρουργός), καθώς και ότι η λέξη είναι δάνειο από τα Τουρκικά, (< demirci).[27]
(ζ). Στο Δυτικοκρητικό γλωσσικό ιδίωμα, αναφέρεται ως «ντερμιτζής» και ως «ντεμιρτζής» (= σιδηρουργός, σιδεράς), καθώς και ότι προκύπτει από το Τουρκικό «demirci».[28]
(η). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχουν οι λέξεις: «demir» (= σίδερο, άγκυρα, οπλισμός) και «demirci» (= σιδεράς, σιδηρουργός).[29]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις λ. «ντεμερτζής» και «δεμερτζής».
[2] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, 207-332.
[3] Το σύμφωνο «Θ, θ», στην Μυσhιώτικη γλώσσα, προφέρεται κατά κύριο λόγο ως «Τh, τh», που είναι η αρχαία Ελληνική προφορά αυτού, αλλά και ως «Τ, τ», όπως π.χ. «Τhουμάς» (= Θωμάς), «μιστό» (= μισθός), κ.λ.π.
[4] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.
[5] Για παράδειγμα, ο Ι. Ι. Κεσισόγλου, στο βιβλίο του με τίτλο, «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΟΥΛΑΓΑΤΣ» (Κεσισόγλου, 1951, 22) και στην σελ. 22, σχετικά με το σύμφωνο «δ», αναφέρει ότι: «Το δ ανεξαίρετα όπου σώθηκε χωρίς να πάθη άλλη μεταβολή έγινε d. Το φαινόμενο τούτο είναι τουρκική επίδραση και μάλιστα αποτέλεσμα μεγαλύτερης επίδρασης της τουρκικής γλώσσας πάνω στην φωνητική του ιδιώματος, αφού η τουρκική δεν έχει ούτε δ ούτε θ (και το θ έγινε τ). Σήμερα ακόμη ακούμε τους πρόσφυγες της Μ. Ασίας να μιλούν ελληνικά χωρίς να μπορούν να προφέρουν ούτε το δ ούτε το θ.».
[6] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, 103-121.
[7] Το «Άκdάγ-Μαdέν» (= Μεταλλείο του Λευκού Όρους), ήταν μικτή κωμόπολη, [με Έλληνες (2.500), Τούρκους (1.000), Αρμένιους (600), και άλλους], ευρισκόμενη μεταξύ της Υοσγάτης και Σεβάστειας, στην ενδοχώρα του Πόντου. Οι Ἐλληνες, που ζούσαν εκεί, μιλούσαν ποντιακά και ήσαν άποικοι από την Αργυρούπολη, ύστερα από κλείσιμο των εκεί μεταλλείων, [Κ.Μ.Σ., (Η ΕΞΟΔΟΣ), 2013, (Τόμ. Γ’), 229].
[8] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 269: Βλέπε για τον «Παπα-Θανάση» και για τον «Dεμιρτζή».
[9] Faruk Tuncay – Λ. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 168: Βλέπε τις λ. «demir» και «demirci».
[10] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την. λ. «δα-».
[11] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[12] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[13] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης, Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ.
[14] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «ζώω, ζῶ». Επίσης, Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «ζήω, -ῶ». Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’ αριθμ. 4 και 5 ερμηνείες της λ. «ζῶ».
[15] Το καταληκτικό μέρος της εν λόγω λέξης είναι το «-dζής», που αντιστοιχεί στην κατάληξη «-τζής» της δημοτικής, [Τριανταφυλλίδης, (Γραμματική), 1996, (Ανατύπωση του 1941), 131]. Πρόκειται για κατάληξη, που είναι δηλωτική του επαγγέλματος ή της ενασχόλησης ενός ατόμου ή της ιδιότητάς του και σημαίνει: αυτὀς ο οποίος ζεί με αυτό, (ή ζεί από αυτό ή ζεί για αυτό), που λέει το κυρίως θέμα, του ουσιαστικού, όπως π.χ. «παγουτατζής» (= αυτός που ζεί από τα παγωτά, από την πώληση τους ή από την παραγωγή τους), «παπουτσής» (= αυτός που ζεί από τα παπούτσια, από την κατασκευή, πώληση ή επισκευή τους), κ.λ.π. Το «-dζής» είναι τύπος της κατάληξης, «-τζής, –τζhής, –dζής, –dζhής, –τσής, -τσhής», της Μυσhιώτικης γλώσσας.Όλοι αυτοί οι τύποι προκύπτουν από το «-τζής», που σχηματίζεται από το θέμα «ζή-», του ρήματος «ζήω, -ῶ (= πορίζομαι τά πρός τό ζῆν, διάγω ὡρισμένον τρόπον ζωῆς, κ.λ.π.), καθώς επίσης και από την κατάληξη αρσενικών ουσιαστικών «-ς», ως εξής: ζή- + -ς > τζής, διότι το «ζ», ως διπλό σύμφωνο, προφέρεται, εδώ ως «τζ», [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την προφορά του «ζ», ως «τζ», σε μερικές αρχαίες διαλέκτους, (ιδίως των Δωδεκανήσων, της Χίου, κ.λ.π.), την Σημείωση 2, της ανάλυσης του γράμματος «Ζ, ζ, ζῆτα»].
[16] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.
[17] Τζάρτζανος, (Γραμματική), 1962, 17: Βλέπε την παράγραφο 32 και το εδάφιο αυτής (3), όπου αναφέρεται ότι: «Ἕν φωνῆεν ἐντός τοῦ θέματος μιᾶς λέξεως ἤ διαφόρων λέξεων, συγγενῶν ἐτυμολογικῶς, πολλάκις, πάσχει «ἀφομοίωσιν», ἤτοι γίνεται ὅμοιον μέ τό φωνῆεν τῆς ἀμέσως ἑπόμενης ἤ τῆς ἀμέσως προηγούμενης συλλαβής τῆς λέξεως, «ἄτερος > ἔτερος», «όβελός > ὀβολός», «τέσσαρα > τέσσερα», κ.λ.π.
[18] Πέραν της αφομοίωσης, για την τροπή του «ε», σε «η», βλέπε την Σημείωση 4 και 11, της ανάλυσης του γράμματος, «Η, η, ἦτα», στο Λεξικό Δ. Δημητράκος (1964).
[19] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ε» σε «ο», βλέπε την υπ’ αριθμ. 12 και 13 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».
[20] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ο» σε «ου», την Σημείωση 1 και 4, στην ανάλυση του γράμματος «Ο, ο, ὁ μικρόν».
[21] Πέραν της αφομοίωσης, το φαινόμενο τροπής του «η», σε «ου», υπάρχει άλλωστε και στην δημοτική, όπως π.χ. στην λ. «σήσαμον» > σουσάμι.
[22] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις λ. «δεμερτζής» και «ντεμιρτζής».
[23] Παπαδόπουλος Α. 1961, (τόμ. 2ος), 367: Βλέπε την λ. τεμιρτζhής»,
[24] Κοιμισόγλου, 2006, 214: Βλέπε την λ. «ντεμιρτζής = σιδεράς < τουρκ. demirci».
[25] Κοτσανίδης, 2004, 104, 189: Βλέπε την λ. «Καμίνι» στην σελ. 104, καθώς και την λ. «Σιδεράς» στην σελ. 189.
[26] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 36: Βλέπε την λ. «Dεμιρτζή» και την Σημείωση 3, στην σελ. 36.
[27] Κοντοσόπουλος Γ. Νικ., 2015, 52.
[28] Ξανθινάκης Α., (Λεξικό), 2009, 444: Βλέπε την λ. «ντερμιτζής».
[29] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 168: Βλέπ τις λ. «demir», «demirci».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα: Εκδόσεις Πελεκάνος.
Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (Κ.Μ.Σ.), 2013. Η ΕΞΟΔΟΣ, Τόμ. Γ΄, Πασχ. Μ. Κιτρομηλίδης, (εποπτεία), Αθήνα: Έκδοση Κ.Μ.Σ.
Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.
Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.
Κοντοσόπουλος Γ. Νικ., 2015. Η Κρητική Διάλεκτος, Αθήνα: Εκδόσεις «Βιβλιοεπιλογή», Γ. Χ. Αναστασάκης.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Κωστάκης Π. Θαν., 1977. Το Μιστί της Καππαδοκίας, (Τόμ. I και II), Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.
Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α-Ε). Λάρισα.
Ξανθινάκης, Αντ.. 2009. Λεξικό Ερμηνευτικό & Ετυμολογικό του Δυτικο-κρητικού Ιδιώματος, (Έκδοση Δ΄), Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Τζάρτζανος Α. Αχ., 1962. Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα : Έκδοση Ο.Ε.Σ.Β.
Τριανταφυλλίδης Μ., 1941. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ, Θεσσαλονίκη: Έκδοση Α.Π.Θ., Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, (Ανατύπωση 1996).
Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

