Γεώργιος Λαβδάς.-
Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφερθούμε στην λέξη της δημοτικής, η «ρακή» ή το «ρακί», η οποία είναι λέξη Ελληνική και όχι Τουρκική, όπως θεωρούν άλλοι.
Η «ρακή» στην δημοτική λέγεται το «ρακί», που σύμφωνα με το Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου προέρχεται από την Τουρκική και σημαίνει: «ἀλκοολοῦχον ποτόν παρασκευαζόμενον δι’ ἀποστάξεως ἀραιοῦ οἰνοπνεύματος μετά διαφόρων φυτικῶν ἀρωματικῶν οὐσιῶν, οἷον μαράθρου, κοριάνδρου, ἀνίσου, μαστίχης, κττ».[1]
Η λέξη αυτή θεωρείται και από άλλους ότι είναι Τουρκική ή ακόμη και ότι προέρχεται από λέξη Ινδοευρωπαϊκή.
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, η ρακή λέγεται «γιρακhé» (γεν. = «γιρακheϊού», πληθ. = «γιρακhéϊα») = ρακί, τσίπουρο. Μάλιστα, λέγοντας «γιρακhé» εννοούμε κυρίως το τσίπουρο και όχι κατ’ ανάγκη μόνον την γνωστή ρακή της Κρήτης, με την οποία έχουν κάποιες μεταξύ τους μικροδιαφορές.
Για την προφορά της λέξης ενεργοποίησε το παρακάτω video :
Η παρουσιαζόμενη παρακάτω απόδειξη της ελληνικότητας της εν λόγω λέξης, υπάρχει και στην παράγραφο 281, του υπό έκδοση βιβλίο μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, Οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Γ΄».
Μερικές βασικές πληροφορίες, για την κατανόηση της ετυμολόγησης του «γιρακhé»:
Στην λέξη «γιρακhé», παρατηρούμε τρία στοιχεία, άγνωστα στην Ελληνική γλώσσα, τα οποία μας υποχρεώνουν να γράψουμε και να προφέρουμε αυτήν, με διαφορετικό τρόπο, σε σχέση με την γνωστή λέξη «ρακή» ή «ρακί». Τα στοιχεία αυτά είναι τα εξής:
i. Η αρχική συλλαβή «γι-». Τό «γιρακhé» έχει την αρχική επιπρόσθετη συλλαβή «γι-», που δεν υπάρχει στην αντίστοιχη λέξη «ρακή» της Ελληνικής. Η αρχική συλλαβή «γι» είναι η προφορά του πνεύματος της δασείας της Ελληνικής λέξης, την οποία έπρεπε να έχει το αρχικό σύμφωνο «ρ», της λέξης «ρακή», με βάση το πολυτονικό σύστημα γραφής. Δηλαδή, η λέξη «ῤακή» έπρεπε να γράφεται ως «ῥακή», αφ’ ενός μεν, διότι η δασεία αυτή υπάρχει στην προφορική Μυσhιώτικη γλώσσα, όπου προφέρεται ως «γι», αφ’ ετέρου δε, διότι στο Λεξικό των «LIDELL– SCOTT» υπάρχει η σχετική λέξη «ῤαχός» (= καθόλου, κλῆμα άμπέλου),[2] της οποίας το αρχικό «ῥ» γράφεται με δασεία και σημαίνει «γενικώς, κλήμα αμπέλου».
Σημειωτέον ότι, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, τα πνεύματα (δηλαδή, η ψιλή και η δασεία), που υπάρχουν στα αρχικά φωνήεντα (ή διφθόγγους), καθώς επίσης και στο αρχικό σύμφωνο «ῥ» των λέξεων, στις περισσότερες περιπτώσεις, προφέρονται μέχρι και σήμερα, ως φθόγγοι, όπως προφερόταν και στην αρχαία Ελληνική γλώσσα, πριν ακόμη αυτά μετατραπούν σε σύμβολα πνευμάτων. Για παράδειγμα, λέμε το «ὑνί» του αρότρου, το λέμε «γυνί», την λέξη «ῥεζίλι» την λέμε «γιρeαζίλ’», σε άλλο προηγούμενο άρθρο μας, είδαμε ότι το «ῥαχάτι», στην Μυσhιώτικη γλώσσα, λέγεται «γιραχάτ’», κ.λ.π. Ο τρόπος και οι κανόνες προφοράς των πνευμάτων, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, αναλύονται στα σχετικά κεφάλαια της συνολικής εργασίας μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής», που προαναφέρθηκε.
Για την αρχική προφορά των πνευμάτων, ως φθόγγοι, αναφέρεται ο Αχ. Τζάρτζανος στην Γραμματική του, τόσον στο κεφάλαιο για τα «Πνεύματα», όσον και στο κεφάλαιο για τα «Πάθη των Συμφώνων». Σαν παράδειγμα αναφέρει, μάλιστα, τις εξής λέξεις, των οποίων ο αρχικός φθόγγος, έχει τραπεί σε δασεία ή σε ψιλή: «χίππος > ἵππος», «σἐρπω > ἔρπω», «σίστημι > ἵστημι», «σέχω > ἔχω», κ.λ.π.[3] Εξ άλλου, η ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, είναι γνωστή ήδη από την εποχή του Ομήρου, όπως για παράδειγμα στις λέξεις: «γαῖα αντί αἶα», «γαῖμα αντί αἷμα», «γήλιος αντί «ἥλιος», κ.λ.π.[4]
ii. Ο φθόγγος «κh» της λήγουσας συλλαβής. Στό «γιρακhé», υπάρχει ο φθόγγος «κh», που δεν υπάρχει στην σημερινή Ελληνική γλώσσα. Είναι φθόγγος που έχει τις ρίζες του, στο μακρινό παρελθόν της Ελληνικής γλώσσας, όπως αναλύεται στην παράγραφο 277γ΄, του υπό έκδοση Τόμου Γ΄, του προαναφερθέντος «Γλωσσικού Κώδικα». Το «Κh, κh» είναι το κάππα δασύ (παχύ) της Μυσhιώτικης γλώσσας, που προφέρεται μεταξύ του «κ» και του «χ», κάπως έντονα, με ταυτόχρονη εκπνοή ελάχιστης ποσότητας αέρα από το στόμα, κατά την εκφορά του.
Στις Λατινογενείς γλώσσες, το «κh» υπάρχει ως φθόγγος στις Αγγλικές λέξεις, «chaos» (= χάος), «Chania» (= Χανιά, η πόλη), κ.λ.π.
Σημειωτέον, ότι για την ελληνικότητα των αρχαίων φθόγγων «πh», «τh» και «κh», αναφέρεται ο θεμελιωτής της επιστήμης της γλωσσολογίας, στην Ελλάδα, Γεώργιος Ν. Χατζηδάκις (1848 – 1941), στο βιβλίο του, με τίτλο «ΠΕΡΙ ΕΛΛΗΝΙΚOΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ», που εκδόθηκε το 1992, από την εταιρεία κρητικών ιστορικών μελετών.[5] Και οι τρείς αυτοί αναφερόμενοι φθόγγοι έχουν διασωθεί στην Μυσhιώτικη γλώσσα, μέχρι και σήμερα, τους οποίους πολλοί θεωρούν, συνήθως ως παραφθορά των αντίστοιχων συμφώνων, της Ελληνικής.
iii. Ο φθόγγος «e» της λήγουσας συλλαβής. Ο φθόγγος «e» είναι το «άφωνο φωνήεν»[6] της Μυσhιώτικης γλώσσας, στο οποίο, κάτω από προϋποθέσεις, τρέπονται τα περισσότερα φωνήεντα, κυρίως δε εκείνα με προφορά «i» και η δίφθογγος «ου». Είναι απαραίτητο στοιχείο για την δημιουργία συλλαβής, με κάποιο σύμφωνο (ή με φθόγγο συμφώνου) που να προηγείται αυτού. Στην συλλαβή δε εκείνη όπου, αντί φωνήεν, υπάρχει το άφωνο «e», προφέρεται μόνον το σύμφωνο (ή ο φθόγγος συμφώνου) αυτής. Ο εν λόγω φθόγγος αναλύεται σε πολλά σχετικά σημεία, όλων των Τόμων του προαναφερθέντος «ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ».
Η προφορά του «γιρακhé»
Ας δούμε όμως την ενδιαφέρουσα προφορά του «γιρακhé», στις παρακάτω απλές φράσεις, για κάθε μία από τις οποίες ακολουθεί σύντομο video, με την προφορά της ίδιας ακριβώς φράσης, στην Μυσhιώτικη γλώσσα:
(i). -«φέρ’ μας λί’ου γιρακhé, να πjιούμ’!» = φέρε μας λίγο τσίπουρο, για να πιούμε!
(ii). -«Αχανάσh’ μας τσhι’ογώ, έκατσιαμ’ dά djυό μας, σ’ού τhωκάν’, έπjιαμ’ τρι-‘έσσ’ρα γιρακhéϊα, γκιeαλά’ηψαμ’ επhαιεί, σηκώχαμ’, ήρταμ’ παρέμ’αμ’» = Ο Θανάσης μας κι’εγώ, καθίσαμε οι δυό μας, στο καφενείο, ήπιαμε τρία-τέσσερα τσίπουρα, μιλήσαμε αρκετά, σηκωθήκαμε, ήρθαμε, επιστρέψαμε σπίτι.
(iii). -«Μυσhτής dά σερνιτσhοί ‘γόραζαν χώρας χωρ-jιού σταφύλια, τσhι σhιάνισhκαν κρασhί τσhί γιρακhé» = της Μυσhτής οι άνδρες (και) αγόραζαν ξένων χωριών σταφύλια, και έκαναν κρασί και τσίπουρο (ρακή).
(iv). -«dού γιρακhé, deαρeά λέμ’ dου τσhι τσhίπ’ρου» (= την ρακή, τώρα την λέμε και τσίπουρο.
Γενικές πληροφορίες παραγωγής της ρακή και του τσίπουρου
Όπως είναι γνωστό στους περισσότερους, ο «οἶνος»,[7] (ο «ἄκρατος οἶνος»), παράγεται από τον μούστο των σταφυλιών. Τα στερεά υπολείμματα των σταφυλιών, (από τα οποία πάρθηκε ήδη ο μούστος, για να παρασκευαστεί ο οίνος), λέγονται «στέμφυλα». Μάλιστα, σε μερικά χωριά σήμερα αυτά λέγονται «τσίπουρα», είτε διότι από αυτά ονομάστηκε το παραγόμενο αλκοολούχο ποτό, που στην δημοτική λέγεται «τσίπουρο», είτε γιατί το τσίπουρο έδωσε το όνομά του σε αυτά. Μάλιστα στην Σινασό, (γειτονικό χωριό της Μυστής), τα «στέμφυλα» αναφέρονται ως τα «τσίπρια» (= τά τῶν σταφυλῶν στέμφυλα).[8]
Σε κάθε περίπτωση, σήμερα στην δημοτική, λέγοντας «τσίπουρο» και στον πληθυντικό τα «τσίπουρα», εννοούμε τα εξής: 1). τα «στέμφυλα», και 2). Το οινοπνευματώδες απόσταγμα εκ των στεμφύλων, το στεμφυλόπνευμα, άλλως, ρακή, τσικουδιά.[9]
Για την παραγωγή του «τσίπουρου», αλλά και της «ρακής», τα στέμφυλα, που περιέχουν σημαντικές ποσότητες αλκοόλης, βράζονται με ειδικές τεχνικές και σε ειδικά καζάνια, για την εξαγωγή τους. Ακολούθως, προστίθενται διάφορα άλλα φυτικά και αρωματικά, για την τελική τους γεύση. Δηλαδή, τα «στέμφυλα» αποτελούν το βασικό υλικό παραγωγής, τόσον του «τσίπουρου», όσον και της «ρακής», με την κατάλληλη βεβαίως επεξεργασία αυτών.
Στα αρχαία Ελληνικά, το «στέμφυλον», σύμφωνα με το Λεξικό του Ησυχίου, ονομάζεται «ῥάχι» (= τό στέμφυλον).[10] Η ίδια αυτή λέξη επαναλαμβάνεται και στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου.[11]
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ της λέξης «ρακί» ή «ρακή»:
Οι παραπάνω λίγες πληροφορίες, θεωρώ πως είναι αρκετές, για να πούμε μετά βεβαιότητος ότι η «ρακή» (ή το «ρακί», που παράγεται από τα «στέμφυλα», είναι λέξη η οποία σχηματίζεται από την λέξη, του Ησυχίου, «ῥάχι» (= το στέμφυλον), ως εξής: ῥάχι > ρακί, λόγω τροπής του «χ» σε «κ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής και συγκεκριμένα της Ιωνικής διαλέκτου,[12] με ταυτόχρονη καταβίβαση του τόνου στην λήγουσα, οπότε και η λέξη τρέπεται σε ουσιαστικό ουδετέρου γένους. Επίσης, με τον ίδιο τρόπο, τρέπεται και η «ρακή», που είναι γένους θηλυκού, όπως και η αρχική λέξη «ῤάχι».
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ της λέξης «γιρακhé»:
Το «γιρακhé» σχηματίζεται επίσης από την λέξη «ῥάχι», του Ησυχίου, ως εξής: ῥάχι > γιραχί, λόγω προφοράς της δασείας, του συμφώνου «ῥ», ως «γι», όπως προαναφέρθηκε, με ταυτόχρονη καταβίβαση του τόνου στην λήγουσα, οπότε το ουσιαστικό τρέπεται σε ουδετέρου γένους, > γιρακhί, λόγω τροπής του «χ» σε «κh» δασύ (παχύ), που είναι αντίστοιχο με το γλωσσικό φαινόμενο τροπής του «χ» σε «κ», στην Ιωνική διάλεκτο,[13] και > γιρακhé, λόγω τροπής του καταληκτικού «ι» σε άφωνο «e», που όπως προαναφέρθηκε είναι γλωσσικό φαινόμενο της Μυσhιώτικης γλώσσας.
Επισημαίνεται ότι η δασεία του συμφώνου «ῥ» είναι φθόγγος που, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, προφέρεται ως «γι». Είναι κανόνας που ισχύει και σε άλλες λέξεις, όπως στις ακόλουθες, που αναφέραμε και πιο πάνω:
-«γιρeαζίλ᾿» (= ρεζίλι), που σχηματίζεται από την λέξη «ῥεζίλι», (ῥεζίλι > γιρεζίλι > γιρeαζίλ᾿, λόγω τροπής του «ε» σε «eα»,[14] που είναι το «άλφα μακρόν» της Μυσhιώτικης διαλέκτου, προφερόμενο μεταξύ του «ε» και «α», ελάχιστα μακρόσυρτο. Τον εν λόγω φθόγγο, προγενέστεροι συγγραφείς τον συμβολίζουν ως «ä».
-«γιραχάτ’» (= ραχάτι), που σχηματίζεται από την αρχαία λέξη «ῥαχάδην» (= ἐπί τῆς ράχεως), η ανάλυση της οποίας αναφέρθηκε σε προηγούμενό μας άρθρο, στις 4-12-2025, (ῥαχάδην > γιραχάδην > γιραχάδ’ > γιραχάτ’).
ΣΧΟΛΙΟ
Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα, τόσον της Μυσhιώτικης λέξης «γιρακhé», όσον και της δημοτικής «ρακή» ή «ρακί», διότι προκύπτουν από την ίδια λέξη «ῥάχι», που αναφέρει ο Ησύχιος, 5,5 περίπου αιώνες πριν από την εμφάνιση των Τούρκων στην περιοχή της κεντρικής Μ. Ασίας, όπου ζούσαν οι Έλληνες πρόγονοί μας.
Κατόπιν τούτου, η εν λόγω λέξη δεν είναι Τουρκική, όπως θεωρεί το Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, καθώς επίσης και άλλοι συγγραφείς. Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει βεβαίως ή ίδια λέξη, ως «raki» (= ρακί, ούζο),[15] που θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο», την οποία έχει πάρει, είτε από την αρχαία Ελληνική λέξη «ῥάχι», είτε από την λέξη της δημοτικής «ρακή» ή «ρακί», ίσως δε και από την Μυσhιώτικη λέξη «γιρακhé».
Άλλωστε, θα ακουγόταν κάπως παράλογο, το να μην είχαν οι Έλληνες πρόγονοί μας, που ζούσαν επί χιλιετηρίδες στην Μ. Ασία, δική τους λέξη, για το εν λόγω ποτό και να χρειάστηκε να την πάρουν από τους επήλυδες Τούρκους. Θα ήταν παράλογο, για τους εξής δύο λόγους: α).Γιατί η τέχνη της αμπέλου ασκείται, κατά κύριο λόγο, από λαό μόνιμα εγκατεστημένο, σε έναν τόπο. Οι Τούρκοι όμως, σύμφωνα με την γνωστή σ’ εμάς ιστορία, ήταν λαός νομαδικός, που ζούσε κυρίως, (αν όχι κατ’ αποκλειστικότητα), με ληστρικές επιδρομές, αρπάζοντας, λεηλατώντας και κατακτώντας, ό,τι είχε ο αυτόχθων λαός, (γη, ανθρώπους, γλώσσα, πλούτο, πολιτισμό, αλφάβητο, κ.λ.π.), και β). Οι Έλληνες της περιοχής Μ. Ασίας, όχι μόνον γνώριζαν την αμπελουργική και τα παράγωγα προϊόντα αυτής, αλλά είχαν και λάτρευαν, μεταξύ των άλλων θεών του Ελληνικού πανθέου, επίσης και τον θεό «Μύστη Διόνυσο», τον θεό της αμπέλου, της αμπελουργίας, του οίνου, (και όχι μόνον). Ο Διόνυσος αφού, προ αμνημονεύτων ετών, τους δίδαξε όλα τα μυστικά της αμπέλου, στη συνέχεια διέδωσε τις γνώσεις αυτές και σε άλλους λαούς της Ανατολής, από την Μ. Ασία μέχρι και την Ινδία, κατά την σχετική του, προς τα εκεί, εκστρατεία, έχοντας μάλιστα στην ακολουθία του Έλληνες της Μ. Ασίας, πληροφορία που διασώζεται στο μεγάλο έργο, των 48 ραψωδιών του Νόννου, με τίτλο τα «ΔΙΟΝΥΣΙΑΚΑ».[16]
Τέλος, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, η εν λόγω λέξη αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:
(α). Στην Σύλλη (Σίλλη), αναφέρεται ως «ρακhί» = ρακί.[17]
(β). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως ο «ἰραχhής» (= η ρακή), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «raki», προερχόμενη από την ινδοευρωπαϊκή λέξη «arrak».[18]
(γ). Στον Πόντο, γενικώς, αναφέρεται ως το «ρακί(ν)» (= το οινοπνευματώδες ποτόν, η ρακή). Στην Χαλδία, αναφέρεται ως «ραγούν» ή ως «ραούν». Επίσης αναφέρεται και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «raki».[19]
(δ). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑC», αναφέρεται, (με μη ακριβή Μυσhιώτικη προφορά), ως «γιρακού» (= ρακί, τσίπουρο), καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «yraki».[20]
(ε). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται, (με μη ακριβή Μυσhιώτικη προφορά), ως «γιρακού» (= τσίπουρο, ούζο), καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «yirakou» ή «yraki» = ούζο, οινοπνευματώδες ποτό.[21]
(στ). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει η λέξη «raki» = ρακί, ούζο.[22]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «ρακή».
[2] HENRY G. LIDELL- ROBERT SCOTT, 1907, (Τόμ. IV, Ρ-Ω), 10: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 2 ερμηνεία της λ. «ῥαχός».
[3] Τζάρτζανος, (Γραμματική), 1962, 9, 19: Βλέπε στην σελ. 9 την Σημείωση της παραγράφου 12, για την προφορά της δασείας ως περίπου «χ», όπως επίσης και στην σελ. 19, το εδάφιο 3 της παραγράφου 33, για τις υπόλοιπες λέξεις.
[4] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 2 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[5] Χατζηδάκις, Ν. Γ., 1992, 52.
[6] Ο όρος «άφωνο φωνήεν» υπάρχει στην Γαλλική, ως «e muet», όπως π.χ. στις λέξεις: «la table» (προφορά, ως «tabl» = τραπέζι), «elle» (προφορά ως «el» = αυτή), «petit» (προφορά ως «p’ti» = μικρός), κ.λ.π.
[7] Κρασί είναι ο νερομένος «οἶνος», ενώ μη αραιομένος «οἶνος,» με νερό, λέγεται «ἄκρατος οἶνος».
[8] Αρχέλαος Σαραντίδης, 1899, 274: Βλέπε την λ. «τσίπρια».
[9] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’ αριθμ. 1 και 2 ερμηνείες της λ. «τσίπουρο».
[10] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε την λ. «ῥάχι».
[11] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «ῥάχι».
[12] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την αντικατάσταση του «χ» από το «κ», στην Ιωνική διάλεκτο, την Σημείωση 6, της ανάλυσης του γράμματος «Χ, χ, χ(εῖ)».
[13] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την αντικατάσταση του «χ» από το «κ», στην Ιωνική διάλεκτο, την Σημείωση 6, της ανάλυσης του γράμματος «Χ, χ, χ(εῖ).
[14] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ε» σε «α», την υπ’ αριθμ. 1 και 9 Σημείωση, της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».
[15] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 602: Βλέπε την λ. «raki».
[16] Δεν ενθυμούμαι τον συγκεκριμένο αριθμό της ραψωδίας, στην οποία αναφέρεται η εν λόγω εκστρατεία του θεού Διονύσου. Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτή αναφέρεται σε κάποιο από τα εξής δύο βιβλία: 1).Νόννος: Νόννου Διονυσιακά, (Τόμ. Β’), Δαρβίρη Ευγεν. (μτφ.), 2003, Αθήνα: Εκδόσεις ΓΩΡΓΙΑΔΗΣ. 2). Πανοπολίτης Ν. 1995.Τα Διονυσιακά, (τα δέκα πρώτα άσματα), Νικολαΐδης – Ασιλάνης Δ. Π. (έμμετρη μτφ), Αθήνα: Εκδόσεις «φύλλα».
[17] Κωστάκης, (ΣΙΛΛΗ), 1968, 189: Βλέπε την λ. «ρακhί».
[18] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 71: Βλέπε την λ. «ἰραχhής».
[19] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1961, (Τόμ. 2ος), 245: Βλέπε την λ. «ρακί(ν)».
[20] Κοιμισόγλου, 2006, 207: Βλέπε την λ. «γιρακού» = ρακί, τσίπουρο, < τουρκ. yraki».
[21] Κοτσανίδης, 2004, 158: Βλέπε την λ. «Ούζο».
[22] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 602: Βλέπε την λ. «raki».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:
Αρχέλαος Σαραντίδης Ι., 1899. Η Σινασός, Αθήνα: Τυπογραφείον Ι. Νικολαΐδου.
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, (Λεξικό): Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Κωστάκης Π. Θαν., 1968. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Σίλλης, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Νόννος: Νόννου Διονυσιακά, (Τόμ. Β’), Δαρβίρη Ευγεν. (μτφ.), 2003, Αθήνα: Εκδόσεις ΓΩΡΓΙΑΔΗΣ.
Πανοπολίτης Ν. 1995.Τα Διονυσιακά, (τα δέκα πρώτα άσματα), Νικολαΐδης – Ασιλάνης Δ. Π. (έμμετρη μτφ), Αθήνα: Εκδόσεις «φύλλα».
Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Α – Λ), Αθήνα: Τυπογραφείον Μυρτίδη.
Χατζηδάκις Ν. Γ., 1992. Περί τῆς ἑλληνικότητος τῆς Μακεδονίας, μελετήματα: Ἑταιρεία κρητικῶν ἱστορικῶν μελετῶν.
HENRY G. LIDELL- ROBERT SCOTT, 1907. ΜΕΓΑ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ, (ΤΟΜ. IV, Ρ – Ω), ΑΘΗΝΑΙ: ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΔΕΡΗΣ.
Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

