Press ESC to close

Η Τουρκική λέξη «ata», με την οποία σχηματίζεται και το όνομα «Ατατούρκ», του «Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ», είναι λέξη Ομηρική.

Γεώργιος Λαβδάς.-

Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφερθούμε στην Ομηρική λέξη «ἄττα», που είναι προσφώνηση φιλοφρονητική νεωτέρου προς πρεσβύτερο, με την σημασία «πατέρα μου», η οποία διασώζεται, στην μεν Μυσhιώτικη[1] και Ποντιακή διάλεκτο, ως  «τeάτeα» (= πατέρα),[2] στα δε Φάρασα, ως «άτα» (= πατέρα). Η εν λόγω λέξη πέρασε στην Τουρκική γλώσσα, ως λέξη «δάνειο», όπου και υπάρχει ως «ata» (= πατέρα, πρόγονος, πάππος, προπάτορας),[3] η οποία χρησιμοποιήθηκε και στο σύνθετο όνομα «Ατατούρκ» (τουρκιστί, «Atatürk»). Πρόκειται για το όνομα του «Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ» (1881-1939),[4] επί των ημερών του οποίου, μεταξύ άλλων, έλαβε χώρα η γενοκτονία των Αρμενίων και των Ποντίων, ακολούθως δε ξεριζώθηκε, ύστερα από σχετική συνεννόηση και με τον Ελ. Βενιζέλο, όλος ο ελληνισμός της Μ. Ασίας, από τα πάτρια εδάφη του.

Η ανάλυση που ακολουθεί, αναφέρεται και στο βιβλίο μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας».[5]

Η αντίστοιχη λέξη, στην Μυσhιώτικη[6] διάλεκτο

Στην Μυσhιώτικη διάλεκτό μας,[7] της οποία είμαι φυσικός ομιλητής, έχουμε την λέξη «τeάττeα ή τeάτeα», που είναι κλητική προσφώνηση των τέκνων, προς τον ηλικιωμένο πατέρα τους, καθώς επίσης και κάθε νεωτέρου ή νεωτέρας, προς πρεσβύτερον άνδρα (συγγενή ή μη),  που είναι μεγάλης ηλικίας, άξιος σεβασμού και υπακοής.[8]

Θεωρώ σημαντικό, στο σημείο αυτό, να διευκρινίσουμε ότι ο Θ. Κωστάκης, στο βιβλίο του με τίτλο «ΤΟ ΜΙΣΤΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρει την εν λόγω λέξη, με μη ορθή Μυσhιώτικη προφορά και ερμηνεία, ως «τατά» (= πατέρας),[9] συγχέοντας την λέξη «τατά», που στην γλώσσα μας σημαίνει «νονός», με την λέξη «τeάττeα», που σημαίνει «πατέρας», μεγάλης συνήθως ηλικίας.[10] Πρόκειται για δύο διαφορετικές ηχητικά και σημασιολογικά λέξεις, που είναι κλητικές προσφωνήσεις, ενώ, όταν είναι αυτές σε οποιαδήποτε πτώση (ονομαστική, γενική και αιτιατική), ακολουθούνται απαραιτήτως και από Κτητική Αντωνυμία, ανάλογα την περίπτωση.

Ορθογραφικά, κάθε συλλαβή της λέξης «τeάττeα ή τeάτeα» γράφεται με «eα» (άλφα μακρόν), που προφέρεται μεταξύ του «ε» και του «α», ελάχιστα μακρόσυρτο, ενώ η γραφή αυτής, άλλοτε με δύο ταύ, «ττ» και άλλοτε με ένα ταύ, «τ», οφείλεται στην διαφορετική ετυμολόγηση, που θα δούμε πιο κάτω. Στον πληθυντικό (ονομαστική και αιτιατική), το εν λόγω ουσιαστικό  είναι «τeαττeά’εις ή τeατeά’εις», (που προκύπτει, από το “τeαττeάδες”).

Για παράδειγμα, οι παρακάτω φράσεις:

i. -«τeάτeα μας, μη dού τατά σας, γιωλdάσhια ‘νdι, ασκιeάρ’ ‘τούν πή’αν, dάμα ‘περέταναν» = ο πατέρας μας, με τον νονό σας, φίλοι είναι, φαντάροι όταν πήγαν, μαζί υπηρετούσαν.

iii. -«dα τeατeά’ει’ τ’νη κατέβαν, πή’αν κάτ’, σ’ού τhωκάν’» = οι πατεράδες τους κατέβηκαν, πήγαν κάτω, στο μαγαζί (στο καφενείο).

iiii. -«έω, αττό φορών’ τeατeα τ’ καπέλλα!» = ρε σύ, αυτός φορά του πατέρα του το καπέλλο.

Στο παρακάτω video μπορείτε να ακούσετε τον ήχο των παραπάνω  τριών φράσεων:

Συνέχεια των παραδειγμάτων:

iv. -«τeάττeα! μάννα μ’ κ’ρεύ’ σοι, απέσ’!» = Πατέρα! Η μάννα μου σε θέλει μέσα (στο σπίτι)!

v. -«τeάττeα μ’ ‘πί-ασην μοι, σ’ού πανα’ύρ’, να ψουνήσουμ’!» = ο πατέρας μου με πήγε, στο πανηγύρι, να ψωνήσουμε!

vi. -«τeάττeα σ’ βαβά, μή γεννήχην, σ’ού Μυσhτή;» = του πατέρα σου ο πατέρας μήπως γεννήθηκε, στην Μυσhτή;

vii. -«τ’αττ-jιού μάννα τ’ τeάττeα, ζ’ Μυσhτή, γεννήχην ηdουν» = αυτουνού της μητέρας του ο πατέρας, στην Μυσhτή, είχε γεννηθεί.

Στο παρακάτω video μπορείτε να ακούσετε τον ήχο των παραπάνω  τεσσάρων φράσεων:

ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ

Για την ετυμολόγηση του «τeάττeα ή τeάτeα», υπάρχουν οι εξής πέντε σχετικές λέξεις:

(1).-«ἄττα»: Σύμφωνα με το λεξικό του Ησυχίου, είναι «προσφώνησις φιλοφρονητική νέου πρός πρεσβύτερον καἰ τροφέα, ὡς ἡ «πάππα» πρός τόν πατέρα». [11]

Είναι ανάλογη προς το «ἄττα γεραιέ» (= γεροπατέρα μου), που αναφέρει ο Όμηρος.[12]  Για παράδειγμα, στην Οδύσσεια, ο στίχος (π/31) αναφέρει την φράση: «ἔσσεται οὕτως, ἄττα» (= έτσι θα γίνει παππούλη). Στην δε Ιλιάδα, οι στίχοι (Ι/607) και (Ρ/561), αναφέρουν την φράση: «Φοῖνιξ, ἄττα γεραιέ» (= Φοίνικα, σεβάσμιε γηραιέ).[13]

(2). -«ἰέτας» (= πατέρας, < τέττας>. Κρῆτες). Είναι λέξη που αναφέρεται στο Λεξικό του Ησυχίου.[14]

Η εν λόγω λέξη, κατά τον Ιάκωβο Θωμόπουλο, αντιστοιχεί με το Αλβανικό «ἀτε-ι» και «άτε-α» και μετά του j προθεματικού «jάττιγιάτι» (= πατήρ), καθώς επίσης και με το Τουρκικό «Ἄτα» (= πατήρ). [15]

(3). -«τέττα»: Είναι λέξη Ομηρική και είναι φιλοφρονητική προσφώνησις προς πρεσβυτέρους, με την σημασία, «πατέρα μου, μπάρμπα μου».

Είναι συγγενής με την Σανσκριτική λέξη «tatas», με την Λατινική λέξη «tata», με το «τάτας» της καθομιλουμένης (που είναι της παιδικής γλώσσας και θωπευτικό, αντί του «πατήρ»), καθώς και με το «τέτα» (= θεία), των εν Μακεδονία Ρωμάνων.[16]

Στην Αλβανική, «Τάτε», «τάτας», λέγεται ο πάππος, ο πατήρ, και ο πρεσβύτερος των αδελφών, επίσης και η Λυκική λέξη «τατου», φαίνεται να είναι συγγενικό όνομα, με την σημασία, πατήρ ή αδελφός.[17]

(4). -«Ἄττιν», αποκαλούσαν οι Βιθυνοί τον Δία, όπως επίσης και «Πάππαν»,[18] δηλαδή πατέρα.[19]

(5).-«τέττα» = τιμητική προσφώνησις νεωτέρου πρός προσβύτερον.[20]

Σχηματισμός:

  • Η Τουρκική λέξη «ata» (= πρόγονος, πατέρας, πάππος, προπάτορας, κ.λ.π.), [21] που είναι επίσης και το πρώτο συνθετικό του προσωνυμίου «Ατατούρκ’», του «Κεμάλ Ατατούρκ’», (το οποίο στην Μυσhιώτικη γλώσσα προφέρεται ως «Κhεμάλ[22] Ατατhούρκ[23]»), είναι λέξη «δάνειο», από την παραπάνω Ομηρική λέξη «ἄττα», απ’ όπου σχηματίζεται ως εξής: ἄττα > ata, λόγω γραφής της λέξης με τουρκικούς χαρακτήρες και με ένα μόνον ταύ, «τ».

Από την ίδια Ομηρική λέξη «ἄττα» σχηματίζεται επίσης και η Φαρασιώτικη λέξη, ο «ἀτάς» (= πατέρας).[24]

  • O τύπος της Μυσhιώτικης λέξης «τeάττeα» (με δύο «ττ») σχηματίζεται, με βάση τις παραπάνω λέξεις, «τέττα» και ἄττα», αντίστοιχα, ως εξής:

(α). τέττα > τeάττeα, λόγω ταυτόχρονης τροπής τόσον του «ε», όσον και του «α», σε «eα» (άλφα μακρόν).[25]

(β). ἄττα > τeάττα, λόγω προφοράς της ψιλής ως «τ», (που είναι από τα σπάνια γλωσσικά φαινόμενα της Μυσhιώτικης γλώσσας),[26] με ταυτόχρονη τροπή του «α», σε «eα» (άλφα μακρόν), και > τeάττeα, λόγω τροπής του «α» της λήγουσας, σε «eα» (άλφα μακρόν), λόγω αφομοίωσης με το φωνήεν «eα» της αμέσως προηγούμενης συλλαβής.

  • Ο τύπος της λέξης «τeάτeα» (με ένα «τ») σχηματίζεται, είτε από τον τύπο «τeάττeα», λόγω συνεκφοράς των δύο συνεχόμενων «ττ», ως ένα «τ», είτε από τις λέξεις, «τατου» (λέξη Λυκική) και «τάτε» (αρχαία Ιλλυρική /Πελασγική και μετέπειτα Αλβανική).

ΣΧΟΛΙΑ

  1. Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται ότι η Μυσhιώτικη λέξη «τeάττeα ή τeάτeα» είναι αρχαία Ελληνική. Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι αυτή είναι λέξη Τουρκική, όπως άλλοι αποφαίνονται, επειδή την χρησιμοποιούν και οι Τούρκοι, ως «ata». Άλλωστε, η Τουρκική αυτή λέξη, όπως προαναφέρθηκε, είναι λέξη «δάνειο», από το Ομηρικό «ἄττα».
  2. Στην Τουρκική γλώσσα, εκτός από την λέξη «ata», υπάρχει επίσης και η λέξη «dede» (= παππούς, πρόγονος, προπάππος, αρχηγός θρησκευτικού δόγματος, ηγέτης δερβίσηδων).[27] Ο θρησκευτικός αρχηγός των Κηζηλμπάσηδων, τους οποίους οι Τούρκοι θεωρούν χριστιανούς και οι οποίοι με αγάπη και τιμή παρείχαν φιλοξενία στους Έλληνες, λέγεται «Δεδές» (= πατήρ).[28] Η λέξη «δεδές», ηχητικά και σημασιολογικά, δεν αποκλίνει από το εν λόγω «τeάττeα ή τeάτeα». Σημειωτέον, ότι από το «dede» προκύπτει το Ελληνικό επώνυμο «Δέδες»,[29] καθώς επίσης και η Τουρκική ονομασία της Αλεξανδρούπολης, «Δεδέαγατς» (τουρκιστί, «Dedeaǧaç» και στα Μυσhιώτικα «Deαdeάγασh»).
  3. Στην Χαλδία του Πόντου, η εν λόγω λέξη αναφέρεται ως «τεττές». Η ίδια λέξη, στην Κερασούντα, αναφέρεται ως «τeατeάς» και «ταττάς», ενώ στην Οινόη ως «τάττeας» και «τάττας», που στην παιδική γλώσσα και γενικότερα σημαίνει, ο «πατέρας». Επίσης, αναφέρεται και ότι αυτή προέρχεται από την αρχαία λέξη «τέττα» (= φιλική ή τιμητική προσαγόρευση νεωτέρου προς πρεσβύτερο, εἰς δέ τήν παιδικήν γλῶσσαν καί γενικώτερον είναι ὁ πατήρ), με την επισήμανση ότι η λέξη αυτή είναι άσχετη με το Τουρκικό «dede» = πάππος.[30]
  4. Πέραν των ανωτέρω, θα πρέπει να αναφερθεί επίσης και ότι, στο Ελληνικό χωριό Αραβάνιον (= Αραβανί) της περιοχής Νίγδης, οι μεγαλύτερες αδελφές αποκαλούντο με την λέξη «τέτε» (= θεία). Όπως για παράδειγμα, «τέτε Μαρία», «τέτε Μακρίνα».[31] Η ίδια λέξη «τέτε», στο χωριό αυτό αποτελεί και προσφώνηση σε μεγαλύτερες γυναίκες.[32]Δηλαδή, στο Αραβανί, η λέξη «τέτε» είναι η αντίστοιχη προσφώνηση «τeάτeα», αλλά όμως προς γυναίκα. Σημειωτέον, ότι και στο γλωσσικό ιδίωμα του Μελένικου, αναφέρεται η λέξη «τέττα» (= η θεία).[33]
  5. Σύμφωνα με τον Ιακ. Θωμόπουλο, το παραπάνω «τέτε», σημασιολογικά, δεν έχει σχέση με το σημερινό «νταντά» της δημοτικής, ούτε και με το Αλβανικό «dάdε», που σημαίνει «τροφός». Επίσης δεν έχει σχέση με την Σανσκρητική λέξη, «dhayas» (= τρέφων) ούτε και με την Γοτθική λέξη, «daddja» (= θηλάζω). Οι λέξεις αυτές έχουν σχέση με το Πελασγικό ρήμα, «δανδαίνειν» (= φροντίζειν, μεριμνᾶν), που αναφέρεται στο λεξικό του Ησυχίου. Το «τέτε» έχει σχέση με το Σερβικό «dada», που είναι και αυτή επίκληση προς την μητέρα ή προς την πρεσβυτέρα αδελφή, καθώς επίσης και με το Ρουμάνικο «dada», που σημαίνει, πρεσβυτέρα αδελφή, σύζυγος. Στις Λυκικές επιγραφές έχει βρεθεί δύο φορές η λέξη «dαdι», χωρίς όμως να έχει διευκρινιστεί η σημασία της.[34]
  6. Μικρός άκουγα ο ίδιος προσωπικά τα γυφτόπουλα, που ερχόντουσαν με τις οικογένειές τους και κατασκήνωναν στην άκρη του χωριού μου, στην Μάνδρα (πρώην «Θωμαΐ») Λάρισας, να αποκαλούν τον πατέρα τους, ως «dάdε». Η λέξη «dάdε», ηχητικά και σημασιολογικά, δεν αποκλίνει, ούτε από το παραπάνω «Δεδές» ούτε και από το εν λόγω «τeάτeα ή τeάττeα».
  7. Στην Αγγλική γλώσσα, υπάρχει η λέξη, «dad» ή «daddy», που σημαίνει χαϊδευτικά «πατέρας». Η λέξη «dad» και η λέξη «daddy», ηχητικά και σημασιολογικά, δεν αποκλίνουν, ούτε από τις παραπάνω λέξεις, «Δεδές», «dάdε», ούτε βέβαια και  από το εν λόγω «τeάτeα ή τeάττeα».
  8. Στην Αλβανική γλώσσα, αναφέρεται η λέξη «τάτε», (δηλαδή, τάτας), που σημαίνει, «ο πάππος, ο πατήρ και ο πρεσβύτερος των αδελφών υπό του νεωτέρου».[35] Η λέξη «τάτε», ηχητικά και σημασιολογικά, δεν αποκλίνει, ούτε από τις παραπάνω λέξεις, «Δεδές», «dάdε», dad» ή «daddy», ούτε βέβαια και  από το εν λόγω «τeάτeα ή τeάττeα».
  9. Τέλος δε και παρά την ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «τeάτeα», υπάρχουν συγγραφείς, οι οποίοι την αναφέρουν ως λέξη Τουρκική. Πιο συγκεκριμένα:

(α). Στο Ουλάγατς, η εν λόγω λέξη αναφέρεται ως dό «ἀτά» (= γονιός, πρόγονος), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «ata».[36]

(β). Στα Φάρασα η εν λόγω λέξη αναφέρεται ως ο «ἀτάς» (= πατέρας), καθώς και ότι αυτή προέρχεται από την Τουρκική λέξη «ata».[37]

Η ίδια αυτή λέξη, από άλλους συγγραφείς, αναφέρεται, αντίστοιχα, ως εξής:

ἀτhάς» (= πρεσβύτερος, πατέρας, μητέρα, παππούς, γιαγιά), πρόγονος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «ata».[38]

τατάς» (= πατέρας), καθώς και ότι η λέξη αυτή προκύπτει, είτε από την Τουρκική λέξη «dede», είτε από το αρχαίο Ελληνικό ο «τέττης» (= προσωνυμία των μεγαλυτέρων, από τους νεωτέρους, που στα Ποντιακά είναι «τάττας, ταττάς, τeατeάς»).[39]

τατάς» (= πατέρας), στην δε αιτιατική ενικού, ως τον «dατά» (= τον πατέρα), στις παροιμίες: «ἡ μά σου ἔνι σκόρdο. ὁ τατάς σου ἔνι κρομμύδι» (= ἡ μάννα σου εἶναι σκόρδο, ὁ πατέρας σου κρεμμύδι), «κανείς τόν dάτα μου τζhό ρωτᾶ τα˙ ρωτᾶ μό τή μά μου» (= κανένας τόν πατέρα μου δέν τον ζητάει˙ ζητάει μόνο τή μάννα μου».[40]

(γ). Στο Βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», η εν λόγω λέξη αναφέρεται, (με μη ορθή Μυσhιώτικη προφορά), ως «τέτε» (= παππούς, πρόγονος), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη, «ata».[41]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Η Μυσhιώτικη διάλεκτος είναι η διάλεκτος την οποία, κάποτε στο μακρινό παρελθόν μιλούσε όλος ο ελληνισμός της κεντρικής Μ. Ασίας μέχρι και την ενδοχώρα του Πόντου, την Χαλδία [Λαβδάς Γ., (Η ΜΥΣΤΗ), ονομασία, κ.λ.π.), 2025, 101]. Την γλώσσα αυτή διέσωσαν μόνον 22 από τα 86 χωριά της Καππαδοκίας, με τα σημερινά της γεωγραφικά όρια, καθώς στο παρελθόν τα όρια αυτής ήταν πολύ περιορισμένα, στις Ανατολικές εκβολές του Ἅλυος ποταμού, οι δε Καππαδόκες κάτοικοί της δεν ανήκαν σε Ελληνικό φύλο, αλλά σε Ασιανό (ήσαν Σύροι ή Σύριοι ή Λευκόσυροι), γι’ αυτό και δεν έλαβαν μέρος στον Τρωϊκό πόλεμο.

[2] Ο φθόγγος «eα», της λέξης «τeάττeα», είναι το άλφα μακρόν της Μυσhιώτικης διαλέκτου, που προφέρεται μεταξύ του «ε» και του «α», ελάχιστα μακρόσυρτο.

[3] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 47: Βλέπε την λ. «ata».

[4] Τούρκος στρατιωτικός και πολιτικός, ιδρυτής και πρώτος πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας

[5] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, 113-117: Βλέπε την ανάλυση της λ. «Τeάττeα ή τeάτeα».

[6] Το σύμβολο «σh», είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο σίγμα, της Μυσhιώτικης διαλέκτου, που επιλέχτηκε για την γραπτή απόδοση αυτής, στις εργασίες μου, καθώς δεν υπάρχει αντίστοιχος φθόγγος στην Ελληνική. Πρόκειται για φθόγγο, ο οποίος δεν μπορεί να αποδοθεί γραπτώς, ούτε με το σ», ούτε  και με τα δύο συνεχόμενα σίγμα, «σσ» της Ελληνικής. Προφέρεται, όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στην λέξη «shadow» (= σκιά) και «shallow» ( = ρηχός, αβαθής), καθώς και  όπως  το παχύ Γαλλικό «ch» στην λέξη «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).

[7] Λαβδάς Γ., (η Μυστή, ονομασία, κ.λ.π.), 2025, 101-173: Βλέπε την παράγραφο 8, όπου στην μεν 8α΄ αναφέρεται η γλώσσα των κατοίκων της Μυσhτής, στην δε 8β΄, οι επί μέρους τοπικές διάλεκτοι, που συνθέτουν την Μυσhιώτικη διάλεκτο.

[8] Αντίστοιχα, υπάρχει και η προσφώνηση «νeάνeα» (= μάννα, θεία, τροφός), που απευθύνεται την μάννα (μητέρα) μεγάλης ηλικίας και προς την τροφό, αλλά είναι επίσης και τιμητικός τίτλος, προς κάθε άλλη γυναίκα μεγάλης ηλικίας, η οποία είναι άξια σεβασμού και υπακοής.

[9] Κωστάκης, 1977, 394: Βλέπε την λ. «τατά», στην φράση, «Ὁ πατέρας ἦταν βαβάς, βάς ἤ τατά».

[10] Κωστάκης, 1977, 395: Βλέπε την λ. «τατά», με την σημασία «νονός».

[11] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε την λ. «ἄττα».

[12] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.

[13] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «ἄττα»

[14] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε την λ. «ἰέτας».

[15] Θωμόπουλος, 2007, (Β’ Έκδοση), 135: Βλέπε την λ. «Ἰέττας».

[16] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «Τέττα».

[17] Θωμόπουλος, 2007, (Β’ Έκδοση), 257: Βλέπε την λ. «Τάτε».

[18] Από την λέξη αυτή των Βιθυνών, προέκυψε ο τίτλος «Πάππας» των Καθολικών, καθώς επίσης και ο όρος «παππάς» των Ορθοδόξων Χριστιανών.

[19] Σταγειρίτης, 1994, (Τόμ. Γ΄), 94: Βλέπε  την φράση: «Πάππαν δέ ὠνόμαζον αὐτόν οἱ Βιθυνοί, οἷον, πατέρα, ἀναβαίνοντες, καί θυσιάζοντες εἰς τάς κορυφάς τῶν ὀρέων. Τόν αὐτόν δε ἐκάλουν καί Ἄττιν.»

[20] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε την λ. «τέττα».

[21] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 47: Βλέπε την λ. «ata».

[22] Ο φθόγγος «Κh» είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο κάππα, η δε προφορά του γίνεται με ταυτόχρονη εκφορά ελάχιστης ποσότητας αέρα υπό πίεση από το στόμα.

[23] Ο φθόγγος «τh» προφέρεται όπως και το Γαλλικό «th» στο όνομα «Τhéodore» (= Θεόδωρος).

[24] Ανδριώτης Ν. Π., 1948, 76: Βλέπε την λ. «ἀτάς».

[25] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ε» σε «α», τις υπ’ αριθμ. 1 και 9 Σημειώσεις, της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[26] Σημειωτέον, ότι η προφορά του πνεύματος της ψιλής και της δασείας, ως «τ», είναι σπάνια, όπως π.χ. στην λέξη «ῥάχη > τράχ(η)» (= πλάτη). Δεν θα πρέπει όμως να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο, το αρχικό «τ» της λέξης να προκύπτει από το οριστικό άρθρο «τό», το οποίο πρό φωνήεντος, τρέπεται σε «τ’». Με άλλα λόγια, το «τeάττeα» μπορεί να προκύπτει και ως εξής: «το ἄττα» >  τ’ άττα, και > τeάττeα, λόγω συνεκφοράς του άρθρου και του ουσιαστικού, ως μία λέξη, με ταυτόχρονη τροπή και των δύο «α», σε «eα» (άλφα μακρόν).

[27] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 163: Βλέπε την λ. «dede».

[28] Οικονομίδης, 1920, (Ανατύπωση 1998), 130.

[29] Το «Δέδες» συνήθως είναι επώνυμο Ελλήνων με Αρβανίτικη (Δωρική) καταγωγή, που υπάρχει στο Μενίδι (Αχαρναί), ίσως και αλλού.

[30] Παπαδόπουλος Α., 1961, (Τόμ. 2ος), 371: Βλέπε την λ. «τεττές».

[31] ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, (Περιοδικό), 1952, (Τόμ. 5ος), 145: Βλέπε την λέξη «πασhά» (= ο πασᾶς).

[32] Φωστέρης – Ι. Κεσισόγλου, 1960, 42: Βλέπε την λ.  «τέτε».

[33] Ανδριώτης Π. Ν., 1989, 82.

[34] Θωμόπουλος, 2007, (Β΄ Έκδοση), 227, 228, 229: Βλέπε τις παραπάνω λέξεις.

[35] Θωμόπουλος, 2007, (Β΄ Έκδοση), 257: Βλέπε  την λ. «Τάτε».

[36] Κεσισόγλου Ι., 1951, 100: Βλέπε την λ. «ἀτά».

[37]  Ανδριώτης Ν. Π., 1948, 76: Βλέπε την λ. «ἀτάς».

[38] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 43: Βλέπε την λ. ὁ «ἀτhάς».

[39] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 51: Βλέπε την λ. ὁ «τατάς».

[40] Λουκόπουλος Δ. – Λουκάτος Δ., 1951, 91: Βλέπε τις υπ’ αριθμ. 484 και 485 παροιμίες, της σελ. 91.

[41] Κοιμισόγλου, 2006, 217: Βλέπε την λ. «τέτε = παπούς, πρόγονος < τουρκ. ata».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:

https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/kommissionen/vanishinglanguages/Collections/Greek_varieties/Cappadocian_Greek/Bibliography_pdfs/Anastasiadis_1980_-_Turkikes_farasiotika.pdf

Ανδριώτης Ν. Π., 1948. Το Γλωσσικό Ιδίωμα των Φαράσων, Αθήνα: COLLECTION DE L’ INSTITUT FRANCAIS D’ ATHÈNES, ΜΟΥΣΙΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ, ΑΡΧΕΙΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΕΛΠΩΣ ΜΕΡΛΙΕ, Τόμος 4, ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ.

Ανδριώτης Ν. Π., 1989. ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΕΛΕΝΙΚΟΥ, Θεσσαλονίκη: ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ.

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα:  Εκδόσεις Πελεκάνος.

Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.

Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.

Κωστάκης Π. Θαν., 1977. Το Μιστί της Καππαδοκίας, (Τόμ. I και II), Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.

Λαβδάς Γ., 2025. Η Μυστή της Καππαδοκίας, η αποκατάσταση της αλήθειας, περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών. Λάρισα.

Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.

Λουκόπουλος, Δ. – Λουκάτος Δ., 1951. ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΤΩΝ ΦΑΡΑΣΩΝ,  ATHĖNES : COLLECTION DE L’ ISTITUT FRANçAIS D’ATHĖNES. ΚΕΝΤΡΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ – ΜΟΥΣΙΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΕΛΠΩΣ ΜΕΡΛΙΕ, ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ 5.

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1952. ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ, Τόμ. Ε΄,   Αθήνα: Έκδοση του Τμήματος Μικρασιατικών Μελετών της Ενώσεως Σμυρναίων.

Οικονομίδης Η. Δ., 1920. Ο Πόντος και τα Δίκαια του εν αυτώ Ελληνισμού, (του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων), Αθήνα: Κεντρική πώλησις, βιβλιοπωλείον Ι. Ν. Σιδέρη, (Ανατύπωσις 1998).

Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Μ – Ω), Αθήνα:  Τυπογραφείον Μυρτίδη.

Σταγειρίτης Αθ., 1994. Ωγυγία ή Αρχαιολογία, Τόμ. Γ’, Αθήνα : Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».

Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.

***