Press ESC to close

Η Τουρκική λέξη «gevrek» (τραγανιστός, τραγανός, ξεροψημένος) έχει προέλευση Ελληνική, σύμφωνα με την ανάλυση της αντίστοιχης λέξης, που υπάρχει στην Μυσhιώτικη γλώσσα.

Γεώργιος Λαβδάς.-

Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφερθούμε στην ελληνικότητα της Τουρκικής λέξης «gevrek» (= τραγανιστός, τραγανός, ξεροψημένος).[1]

Η Ελληνική προέλευση αυτής αποδεικνύεται από την ετυμολογική ανάλυση της αντίστοιχης λέξης «γκιeαυ’ρeάτσ’» (= παξιμάδι, παξιμαδάκι, ξεροψημένος,-η,-ο, κ.λ.π.), η οποία υπάρχει στην Μυσhιώτικη γλώσσα, που όπως θα δούμε πιο κάτω, προέρχεται από την σύνθεση δύο αρχαίων Ελληνικών λέξεων.

Σημειωτέον ότι, για την ελληνικότητα της υπόψη λέξης, έχουμε ήδη αναφερθεί στην σελίδα 197 του βιβλίου μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Α΄ (Α-Ε)».[2]

Γλωσσικές επεξηγήσεις

Στην λέξη «γκιeαυ’ρeάτσ’», που προφέρεται ως «γκιeαβράτσ», υπάρχουν οι ακόλουθοι δύο φθόγγοι της Μυσhιώτικης γλώσσας, που δεν είναι γνωστοί στην σημερινή Ελληνική:

(i). Ο φθόγγος (το γράμμα) «eα», που είναι το «άλφα μακρόν» και προφέρεται μεταξύ «ε» και «α», λίγο μακρόσυρτο. Το κεφαλαίο σύμβολο αυτού είναι «eΑ». Σε περίπτωση τονισμού, ο τόνος τίθεται στο άλφα, ως «eά» ή ως «eΆ». Προγενέστεροι συγγραφείς συμβολίζουν τον ίδιο αυτόν φθόγγο ως μικρό άλφα, που επάνω του έχει και δύο τελείες (διαλυτικά), ήτοι ως «ä».[3]

(ii). Η δίφθογγος «eαυ», που προφέρεται ως «eαβ».

Ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά του φθόγγου «eα», μέσα από σχετικά παραδείγματα λέξεων, επισκεπτόμενος το άρθρο της 13-6-2026, της παρούσας ιστοσελίδας μας, με θέμα «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας». Πρόκειται για τον υπ’ αριθμ. 2 φθόγγο του άρθρου.

Η λέξη «γκιeαυ’ρeάτσ’»

Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, έχουμε την εν λόγω λέξη, η οποία, στην ονομαστική και στις άλλες πτώσεις των δύο αριθμών, έχει ως εξής:

-«Γκιeαυ’ρeάτσ’» (γεν. = «γκιeαυ’ρeατσιού», αιτιατ. = «γκιeαυ’ρeάτσ’»,  πληθ./ονομ., αιτιατ. = «γκιeαυ’ρeάτσια», πληθ./γεν. = «γκιeαυ’ρeατσιούς»).

Η λέξη αυτή είναι επίθετο, καθώς επίσης και ουσιαστικό. Έχει δε τις εξής συλλαβές, «γκιeαυ’- ρeάτσ’» (γεν.= «γκιeαυ’- ρeα – τσιού», πληθ. = γκιeαυ’- ρeά – τσια) και  τις εξής δύο σημασίες:

(α). Παξιμάδι, παξιμαδάκι, είδος παξιμαδιού μεταξύ γαλέττας και παξιμαδιού, που ψηνόταν στα εσωτερικά τοιχώματα του «τhουνdουρ-jιού».[4]

(β). Ξεροψημένος,-η,-ο, αυτός,-ή,-ό που έχει χρώμα σιταρένιο, ξερός και τραγανός (όπως το παξιμάδι), ξερακιανός και άπαχος άνδρας με το χρώμα του ηλιοκαμένου, που συνήθως είναι και ελαφρώς καμπούρης, όπως είναι μαζεμένο και το παξιμάδι.

Τα παξιμάδια

Τα παξιμάδια των Μυσhτηλήδων προγόνων μας ήταν διαφόρων ειδών και μεγεθών. Τα έκαναν από το ίδιο ζυμάρι, με το οποίο έκαναν το ψωμί και τα έψηναν στο «τhουνdούρ’» (γνωστό ως «ταντούρ», tandoor). Είχαν ξεχωριστές ονομασίες για τρία είδη, που ήταν τα «γκιeαυ’ρeάτσια», τα χοντρά «μπαζλαμάϊα» και τα «τhακeρdάχh–jια».

Σχηματικά, το είδος παξιμαδιού «γκιeαυ’ρeάτσ» διαφέρει από το είδος «τhακeρdάχh–jια» (= παξιμάδι, φρυγανιά, ξεροψημένο ψωμί τραγανιστό),[5] όπως επίσης και από το «μπαζλαμά’», που είναι δύο ειδών:  1). Το είδος λεπτής πίττας (τύπου αραβικής),  με σιταρένιο ζυμάρι και με μαγιά, που ψηνόταν στο πυρωμένο «σάτσh’»,[6] και 2). Το είδος καλοψημένου ψωμιού, τύπου «γκιeαυ’ρeάτσ’», αλλά σε μεγαλύτερο μέγεθος, που ψηνόταν στα εσωτερικά τοιχώματα του «τhουνdουρ-jιού», γι’ αυτό και ενίοτε λεγόταν «τhουνdουρ-jιού μπαζλαμά».

Τα κομμάτια του ζυμαριού, που προορίζονταν για «γκιeαυ’ρeάτσια», ήταν στενόμακρα και χαραγμένα με το δάχτυλο, ώστε ψημένα να κόβονται (να σπάνε) εύκολα, σε δύο κομμάτια. Αυτά τα άφηναν στην τελευταία φουρνιά, ώστε να ψηθούν πολύ καλά. Τα καλοψημένα παξιμάδια άντεχαν μεγαλύτερο διάστημα, γιατί «dέ καρτσιάνισhκαν» (= δεν μούχλιαζαν),

Στις παρακάτω εικόνες, από το διαδίκτυο, φαίνεται το εσωτερικού του «τhουνdούρ’», με παξιμάδια διαφόρων ειδών. Τα μεγάλα είδη αντιστοιχούν με τα «τhουνdουρ-jιού μπαζλαμάϊα», ενώ  τα μικρότερα όταν καλοψηθούν γίνονται «τhακeρdάχh–jια». Για τα «γκιeαυ’ρeάτσια», δεν βρέθηκαν ακριβώς τα ίδια σχήματα στο διαδίκτυο.[7]

       

 

Στην παρακάτω εικόνα από το διαδίκτυο, φαίνεται η μεταλλική θολωτή συσκευή «σάτσh’», επάνω από την οποία ψήνεται το «μπαζλαμά’» (= πίττα, τύπος αραβικής πίττας):[8]

Από το «γκιeαυ’ρeάτσ’» προκύπτει το «Γκιeαυ’ρeάτσης» (γεν., αιτιατ. και κλητ. = «Γκιeαυ’ρeάτσ’»,  πληθ. = «Γκιeαυ’ρeάτσια»), που είναι «αλαγάπ’» (= παρατσούκλι, προσωνύμιο) και αναφέρεται αποκλειστικά στον άνδρα (όχι σε γυναίκα), που είναι ξερακιανός, άπαχος και με το χρώμα του ηλιοκαμμένου, ενώ συνήθως είναι και ελαφρώς καμπούρης, όπως είναι το ξεροψημένο και μαζεμένο (στραβωμένο)  παξιμάδι.

Είναι συνηθισμένο «αλλαγάπ’» των Μυσhιωτών. Για παράδειγμα, στην «Γώνιτσhα» (Αμυγδαλέα Λάρισας), «Γκιeαυ’ρeάτσ’» λέγαμε τον «Κhιeανdερλού Νικόλα» (= τον Κεντερλίδη Νικόλαο), που ήταν γιός του Σάββα και της Δέσποινας, γεννηθείς το 1932 και είχε σύζυγο την «Μουλά Κούλα», κόρη του «Μουλά Αναστάσh΄», γεννηθείσα το 1936, στην Μάνδρα (τότε Θωμαή).[9]

Στην Μάνδρα, «Γκιeαυ’ρeάτσ’» λέγαμε τον «Τhουρσούν Γιάννη» (= τον Τουρσουνίδη Ιωάννη», που ήταν γιός του Ιορδάνη και της Μαρίας, γεννηθείς το 1938.[10]

Παραδείγματα φράσεων, όπου περιέχεται η εν λόγω λέξη

Παρακάτω, αναφέρονται ένδεκα (11) φράσεις, όπου περιέχεται η λέξη «γκιeαυ’ρeάτσ’». Μάλιστα οι υπ’ αριθμ. (ii) έως και (vi) αποτελούν ένα κείμενο, σχετικά με την διαδικασία ψησίματος ψωμιού και παξιμαδιού σε «τhουνdούρ’».  Η παρουσίαση του κειμένου  αυτού, σε τμήματα, γίνεται καθαρά για τεχνικούς λόγους.Ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει όλες τις φράσεις, με την Μυσhιώτικη προφορά τους, χωρίς την ερμηνεία τους, από το αντίστοιχο «video» που ακολουθεί στο τέλος κάθε  φράσης:

(i). -«γκιeαυ’ρeάτσ’» > πληθυντικός, «γκιeαυ’ρeάτσια»: παξιμάδι

        -«Γκιeαυ’ρeάτσης»: άνδρας ξερακιανός.  

       -«τhακeρdάχh’» > πληθυντικός, «τhακeρdάχh–jια».

-«μπαζλαμά’» > πληθυντικός, «μπαζλαμάϊα»: τύπος αραβικής πίττας.

#

(ii). -«Σ’ού τhουνdούρ’, ψhήνισhκαν dά ψωμιά τ’νη, τσhι τἄλλα dα σhιέα, εκείνια dα λέμ’, γκιeαυ’ρeάτσια, τhακeρdάχh–jια, τhουνdούρ-jιού μπαζλαμάϊα. Ούλα σhιάνισhκαν dα, απ’ εκείνου dού προζhuμιαζμένου ζhυμάρ’, dου σhιάνισhκαν τσhι dά ψωμιά τ’νη. Πρώτα ψhήνισhκαν dά ψωμιά, σέ(ν)γκρα τ’ἄλλαν dά σhιέα.

Ηττόν d’όργου, για να γενεί, κ’ρεύηξην djυό ‘ναίτσεις, τὄνα να βοητhά τ’ἄλλου. Άλλα σeαβeάρ-jια, τσhειό’ουν μάννα μητ’ κόρη τ’, τσhι’άλλα, πhε(χ)ερά μητ’ νύφη τ’».

Μετάφραση

-«στο ταντούρι έψηναν τα ψωμιά τους, και τα άλλα είδη, εκείνα που λέμε, παξιμάδια, ξεροψημένα ψωμιά, του ταντουριού πίττες. Όλα τα έκαναν, από εκείνο το προζυμιασμένο ζυμάρι, που έκαναν και τα ψωμιά τους. Πρώτα έψηναν τα ψωμιά, (και) μετά τα άλλα είδη.

Αυτή η δουλειά, για να πραγματοποιηθεί,  ήθελε δύο γυναίκες, η μια να βοηθά την άλλη. Άλλες φορές, ήταν η μάννα με την κόρη της, κι’ άλλες, η πεθερά με την νύφη της».

#

(iii). -«Χαζeρλάϊζαν dού τhουνdούρ’. Απ’όξου ωρτα, άνοιζαν σhuνdúς dού πhούμα, dού γαπhάτσhι τ’, να παίρ’ αέρα dού τhουνdούρ’, να μη βζήσh’ νησ’jιά τ’, απ’ ‘τούν γηψh’ τσhι ‘στέρ-jια.

Άνοιζαν, σhήκουναν, τhουνdουρ-jιού χ’τeαρ-jιώνας dου γαπhάτσh’. ηττό τσhειό’ουν ένα γερό βαρύ πλακόν’. Απ’έσ’, σ’ού τhουνdούρ’, σέκηξαν κάτ’ ωρτα dού γασhλαμά τ’, σ’ού τhόπου τ’, σ’ού σhuνdúς dού τhυρπί ομπρό».

Μετάφραση

-«ετοίμαζαν το ταντούρι. Από την έξω μεριά, άνοιγαν του αεραγωγού το πώμα, το καπάκι, (για) να παίρνει αέρα το ταντούρι, (ώστε) να μην σβήσει η φωτιά του, από όταν ανάψει και ύστερα.

Άνοιγαν, σήκωναν, του ταντουριού το πέτρινο καπάκι, αυτό ήταν ένα γερό βαρύ πλακόνι. Μέσα, στο ταντούρι, τοποθετούσαν, στην κάτω μεριά την τρυπητή σχάρα, στην θέση της, στου αεραγωγού την οπή μπροστά.

#

(iv). -«Σ’ού τhουνdούρ’ μέσh’, μ’άϊσhκαν, γιά λί’α αχύραdα, γιά λί’α ξερουμένα γαλγάνια, γιά ό,τι άλλα καψhίμαdα βρί’χh-ισhκαν, τσhι κρούϊσhκαν dα νησ’jιά. ‘Στέρ-jια, ούζ να κάψh’ καλά dού τhουνdούρ’, μπάζe – μπάζe, σέκηξαν τσhι’άλλα, πjιό χοντρά, καψhίμαdα, λέμ’ dα αζdράϊα.

Μ’ ένα μακρύ κhιeοσανγκλού, γαρησhτήρdηζαν νησ’jιά, να μή τσhικνών’. ‘Τούν κοκκίνιζην καλά dού τhουνdούρ’, φέρισhκαν κουνdά dού eωρ’λασhτημένου ζhυμάρ’,  να dού κόβ’νει  ψωμιά, να ’ά ψhήν’νει. Τσhάχ’ οπίσ’ ωρτα, αφήνηξαν να ψhήσh’νει dά  γκιeαυ’ρeάτσια».

Μετάφραση

-«στο ταντούρι μέσα, έβαζαν (μέσα), είτε λίγα άχυρα, είτε λίγα ξερά γαλγάνια,[11] είτε ό,τι άλλα για κάψιμο εύρισκαν, και τα έβαζαν φωτιά. Ύστερα, έως ότου να κάψει καλά το ταντούρι, κάπου-κάπου, έβαζαν κι’ άλλα πιο χοντρά (υλικά) για κάψιμο, που τα λέμε χοντράδια.

Με ένα μακρύ ξύλο (για την φροντίδα της φωτιάς), ανακάτευαν την φωτιά, (για) να μην καπνίζει. Όταν κοκκίνιζε καλά το ταντούρι, έφερναν κοντά το ωριμασμένο (το έτοιμο για ψήσιμο) ζυμάρι, (για) να το κόβουν για ψωμιά, (και) να τα ψήνουν. Μέχρι προς τα πίσω (εντελώς τελευταία), άφηναν να ψήσουν τα παξιμάδια.

#

(v). –«Ἀν dου μέ’α ‘ναίκα καχόdουν, σ’ά γόναdα τ’, απάν’, σ’τhουνdουρ-jιού dού πhιστόμ’ κουνdά. Τ’άλλουν dου πjιό μικρό ‘ναίκα, απ’τα djυό, χαζeρλάϊζην dού ζhυμάρ’, κόφτισhκην, σhιάνισhκην dου στρόγγυλα πλατ-jιά ζhυμάρ-jια, να χωρίξh’νει, σ’χούφτα, τσhι’ένα – ένα γίνισhκην dου, στ’άλλου ‘ναίκα. Εκείνου, ό,τ‑jιαλλα καχόdουν κάτ’, dού σολάχh’ ιτ’ dού χέρ’, είχh-ην dου κα’εις τη χή. Μη τ’άλλουν dου χέρ΄, γάπτανην dού ζhυμάρ’, αψούτσhικας κλίνισhκει σ’ού τhουνdούρ’ μέσh’, τσhάρπανην, κόλλανην dου, σ’ού dουβάρ’, ό,τ-jιαλλα κρούμ’ σhαπλαχh–jιά».

Μετάφραση

 -«Η πιο μεγάλη γυναίκα καθόταν, στα γόνατά της, επάνω, στου ταντουριού το επιστόμιο κοντά. Η άλλη η πιο μικρή γυναίκα, από τις δύο, ετοίμαζε το ζυμάρι, το έκοβε, (και) το έκανε στρογγυλά πλατιά ζυμάρια, (για) να χωρέσουν  στην χούφτα, κι’ ένα-ένα το έδινε, στην άλλη γυναίκα. Εκείνη, όπως καθόταν κάτω, το αριστερό της το χέρι, το είχε κάτω στη γη. Με το άλλο  το χέρι, άρπαζε το ζυμάρι, τάχιστα έγερνε (έσκυβε) στο ταντούρι μέσα, το σφαλιάριζε, το κόλλαγε στο τοίχωμα, όπως (όταν) χτυπούμε (ρίχνουμε) σφαλιάρα.

#

(vi). -«‘Τούν ψhηνιόdαν dα ψωμιά, γιά πέφτισhκαν μαναχά τ’νη, γιά ‘ναίκα  γοπhατhéρdηνην dα, σώρουβην, παίρισhκην dα.‘Τούν τhέλειουν’νει ψωμιού dου ψhήσhιμου, σέ(ν)γκρα ψhήνισhκαν τσhι dα γκιeαυ’ρeάτσια. Πολλά γκιeαυ’ρeάτσια αφήνισhκαν dα, να ψhηχούν πολύ, για να βαστάξh’νει τσhι πολύ, να μή καρτσιάσh’νει. Απ’ εκείνα dά ψhήχαν πολύ, ‘τούν π’αίνηξαν μακρά, σ’άργαdα, γιόμουναν λί’α σ’σάλακα τ’νη, τρώϊσhκαν dα σ’στράdα».

Μετάφραση

-«Όταν ψηνόταν τα ψωμιά, είτε έπεφταν μόνα τους, είτε η γυναίκα τα ξεκολλούσε, τα μάζευε, (και) τα έπαιρνε. Όταν τελείωνε του ψωμιού το ψήσιμο, μετά έψηναν και τα παξιμάδια. Πολλά παξιμάδια τα άφηναν, να ψηθούν πολύ, (για) να αντέξουν (να βαστάξουν) και πολύ, να μην μουχλιάσουν. Από εκείνα που ψήθηκαν πολύ, όταν πήγαιναν μακριά, σε δουλειές, γέμιζαν λίγα στον κόρφο τους, (και) τα έτρωγαν στο δρόμο.

#

(vii). – «εμπέεε, έψησα dου ψωμί, γένη γκιeαυ’ρeάτσ’!» = πώ, πώωω, έψησα το ψωμί, έγινε παξιμάδι (δηλαδή, παρα-ξεροψήθηκε)!

#

(viii). -«έω, μη πείνα’εις; Κἀκα μας ποίκην γκιeαυ’ρeάτσια, άς πά’ να πάρουμ, να φάμ’. Κάκα μας, απ’ μάννα μας, σhιάν’ dα πjιό καλά, έμαχην dου γολάϊ τ’νει!» = ρε σύ, μήπως πείνασες; Η γιαγιά μας έκανε παξιμάδια, άς πάμε να πάρουμε, να φάμε. Η γιαγιά μας, από την μάννα μας, τα κάνει καλύτερα, έμαθε το κολάϊ τους (το κουμπί τους)!

#

(ix). -«Πhού ‘ρτα κλώ’εις, χαστή’εις; Λί’ου ομπρό, ήρτην ένα γκιeαυρeάτσ’ παι’ΐ,  σ’ού σπίτ’ μας, αράϊζει  σοι» = Σε ποια μεριά γυρίζεις, (και) χάθηκες;  Προ ολίγου, ήρθε ένα ξερακιανό παιδί (αγόρι), στο σπίτι μας, (και)  σ’ έψαχνε.

#

(x). -«Όξου ήρτην Γκιeαυ’ρeάτσης, κ’ρεύ’ σοι. Έω, μή dἐ πλέρου’εις, ακούμας, dου πήραμ’ dου γάζγια’ου;» = Έξω ήρθε ο Γκιeαυ’ρeάτσης, σε θέλει.  Μωρέ, μήπως δεν πλήρωσες, ακόμη, το πετρέλαιο που πήραμε;

#

(xi).-«Γκιeαυ’ρeάτσης έχh’ ‘να βάρκα, ψαρεύ’ σ’ού ποτάμ’. Σhήμερα, ξέ’αλην, λέ’, πολλά ψάρ-jια, ήβ’ρην, πουλά dα. Άμει, έπαρ’, φέρ’ λί’α. Dού μησhημέρ’ τhεγανίζουμ’, τρώμ’ dα» = ο Γκιeαυ’ρeάτσης έχει μία βάρκα, (και) ψαρεύει στο ποτάμι. Σήμερα, έβγαλε, λένε (λέγεται), πολλά ψάρια, τα έφερε, (και) τα πουλά. Πήγαινε, πάρε, (και) φέρε λίγα. Το μεσημέρι (τα) τηγανίζουμε, (και) τα τρώμε.

#

Ετυμολόγηση

Ετυμολογικά, το «γκιeαυ’ρeάτσ’», με βάση την ακριβή σημασία αυτού, προκύπτει με τους ακόλουθους δύο τρόπους, εκ των οποίων επικρατέστερο θεωρώ τον πρώτο:

         (1). Πρώτος τρόπος: Το «γκιeαυ’ρeάτσ’» σχηματίζεται από το θέμα «εὑ-» του Ομηρικού ρήματος «εὕω» (= καίω, φλογίζω, τσουρουφλίζω, καυσαλίζω, καψαλίζω),[12] καθώς και από το ουσιαστικό, ο «βάραξ» (= είδος πλακούντος, η πίττα, ζυμωμένο ζυμάρι άρτου).[13]

Η σύνθεση των δύο αυτών στοιχείων, «εὑ- + βάραξ», σημαίνει: «το ζυμάρι, η πίττα που είναι τσουρουφλισμένη από κάψιμο, η πίττα που είναι καψαλισμένη, ξεροψημένη».

Σχηματισμός: εὑ- + βάραξ, > γιευβάραξ, λόγω προφοράς της δασείας ως «γι», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής[14] (όπου το «ι» είναι εδώ ευφωνικό πρόσφυμα, επειδή ακολουθεί το φωνήεν «ε»),  > γκιευβαραξ, λόγω τροπής του «γ» , σε «γκ» (= g), που είναι η αρχαία προφορά του συμφώνου γάμμα,[15] > γκιευβαρeάτσ’, λόγω τροπής του καταληκτικού «ξ», σε «τσ», που είναι συχνό γλωσσικό φαινόμενο, τόσο στην Μυσhιώτικη γλώσσα, όσον και στην δημοτική,[16]  με ταυτόχρονη τροπή του «α», που προηγείται αυτού σε «eα» (άλφα μακρόν) και με τονισμό της λήγουσας συλλαβής, > γκιευβeαρeάτσ’, λόγω τροπής του «α», της μεσαίας συλλαβής σε «eα», (αφομοίωση του «α», με το «eα» της αμέσως επόμενης συλλαβής), > γκιeαυβeαρeάτσ’, λόγω τροπής της διφθόγγου «ευ» (= εβ), σε «eαυ» (= eαβ),[17] όπου ουσιαστικά έχουμε τροπή του «ε», σε «eα»,[18] και > γκιeαυ’ρeάτσ’, λόγω αποβολής της συλλαβής «βeα», προφανώς διότι προηγείται αυτής ο φθόγγος «eαυ», που προφέρεται ως «eαβ».

(2). Δεύτερος τρόπος: Το «γκιeαυ’ρeάτσ’» σχηματίζεται από το θέμα «αὐηρ-» της λέξης «αὐηρός», (που σημαίνει «αύαλέος», δηλαδή, «ξηρός, στεγνός»),[19] καθώς και από την υποκοριστική κατάληξη της δημοτικής «-άκι».[20]

Σχηματισμός: αὐηρ-  + -άκι >  αὐηράκι > γκιαυηράκι,[21] λόγω προφοράς της ψιλής ως «γκι», (όπως ακριβώς και στον προηγούμενο σχηματισμό, όπου η δασεία, του ρήματος «εὕω», είχε τραπεί τελικά επίσης σε «γκι»), > γκιαυηράτσι, λόγω προφοράς του «κ» της λήγουσας συλλαβής, ως «τσ», που είναι συχνό γλωσσικό φαινόμενο της Μυσhιώτικης και της Ελληνικής,[22] > γκιαυηρeάτσ’, > λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «ι», με ταυτόχρονη τροπή του «α», που προηγείται σε «eα» (άλφα μακρόν), > γκιeαυ’ρeάτσ’, λόγω αποβολής του άτονου «η», με ταυτόχρονη τροπή της διφθόγγου «αυ», σε «eαυ», όπου ουσιαστικά έχουμε τροπή του «α», σε «eα» (άλφα μακρόν).

Ετυμολόγηση του «αὐηρός»

Σημειωτέον, ότι η λέξη «αὐηρός» είναι σύνθετη λέξη, που σχηματίζεται από τα τα εξής τρία στοιχεία: 1). Από το θέμα «αὐ-», του Ομηρικού ρήματος «αὔω» (= ξηραίνω, μαραίνω, ανάπτω, πυρπολώ),[23] 2). Από το θέμα «ἀρ-» του ρήματος «αἴρω», του οποίου η μέση φωνή είναι «αἴρομαι» (= καθίσταμαι, γίνομαι),[24] καθώς και 3). Από την επιθετική κατάληξη «-ος».

Η σύνθεση των τριών αυτών στοιχείων, «αὐ- + ἀρ- + -ος»,  σημαίνει, «γίνομαι ξηρός, καθίσταμαι ξερός, μαραμένος».

Σχηματισμός:  αὐ- + ἀρ- + -ος > αὐαρός > αὐηρός, λόγω τροπής του «α» σε «η», που είναι σύνηθες γλωσσικό φαινόμενο στην Ιωνική διάλεκτο.[25]

ΣΧΟΛΙΟ

Από την παραπάνω ανάλυση, διαπιστώνεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «γκιeαυ’ρeάτσ’». Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν πολλοί οι οποίοι θεωρούν ότι είναι λέξη Τουρκική. Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει όντως και χρησιμοποιείται η λέξη «gevrek» (= τραγανιστός, τραγανός, ξεροψημένος).[26] Η λέξη όμως αυτή θεωρώ πως είναι «δάνειο», από το «γκιeαυ’ρeάτσ’» της Μυσhιώτικης γλώσσας, για τους εξής λόγους:

(i). Οι δύο λέξεις έχουν την ίδια σημασία και σημαντική ηχητική ομοιότητα.

(ii). Ο φθόγγος «eα», που δεν υπάρχει στην Τουρκική γλώσσα, τρέπεται σε «e», δηλαδή σε «ε». Όμως η τροπή του «α», σε «ε», είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής.[27] Πέραν αυτού,  το αρχικό «gev-» φαίνεται καθαρά ότι προκύπτει από το θέμα «εὑ-», του Ομηρικού ρήματος «εὕω» (= καίω, φλογίζω, τσουρουφλίζω, καυσαλίζω > καψαλίζω), λόγω προφοράς της δασείας ως «g», δηλαδή ως «γκ», που όπως προαναφέρθηκε είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής.Είναι δηλαδή: εὐ-  > γκευ- ή gευ-,  > gev-.

(iii). Το καταληκτικό «k», του «gevrek», μπορεί να προκύπτει από το καταληκτικό «τσ», της Μυσhιώτικης γλώσσας είτε αυτό προέκυψε από το σύμφωνο «ξ», (σύμφωνα με τον 1ο τρόπο σχηματισμού), είτε από το σύμφωνο «κ», (σύμφωνα με τον 2ο τρόπο σχηματισμού). Τούτο δε διότι, το μεν σύμφωνο «ξ», στην Αιολική και Αττική διάλεκτο, εναλλάσσεται με το «κ», π.χ. «κοινός > ξοινός»,[28] το δε «κ» το συναντούμε ως «τσ» στην Κρήτη, σε νησιά του Αιγαίου, καθώς και στην Τσακωνική διάλεκτο.[29]

Τέλος, με βάση την λέξη «gevrek», σχηματίζονται και άλλες Τουρκικές λέξεις, που θεωρώ ότι και αυτές είναι «δάνεια», όπως π.χ.: «gevrekçi» (= κουλουράς), «gevrekleştirmek» (= ξεροψήνω), «gevreklik» (= τραγανότητα), «gevreme» (= τραγάνισμα), «gevremek» (= ξεροψήνομαι, γίνομαι εύθραστος), «gevretmek» (= ξεροψήνω).[30]

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η εν λόγω λέξη, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:

(α). Στο Αραβανί, αναφέρεται ως το «gεβρέκ» (= παξιμάδι), ενώ ως επίθετο σημαίνει, «ξερός». Π.χ. «gεβρέκ ψωμί» (= ξερό ψωμί). Επίσης, αναφέρεται και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «gevrek».[31]

(β). Στην Ανακού, το εν λόγω ουσιαστικό αναφέρεται στον πληθυντικό, ως «καβράκια» (= παξιμάδια), καθώς και ότι αυτό προκύπτει από το Τουρκικό «gevrek» (= παξιμάδι).[32]

(γ). Στην Αξό, αναφέρεται ως το «gεβρέκ» (= ξερό ψωμί, φρυγανιά), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «gevrek».[33]

(δ). Στα Φάρασα,  αναφέρεται ως το επίθετο «καβράκι» (= εὔθρυπτος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «gevrek». Επίσης, αναφέρεται και το επίθετο, «κεβρέκι» ή «καβράκι» (= πολύ ξερός ὥστε να θρυμματίζεται), καθώς και ότι αυτό προκύπτει από την Τουρκική λέξη «kavruk».[34]

(ε). Στον Πόντο, (στην Χαλδία), αναφέρεται το ρήμα «κεβρεεύω ή κιοβρεεύω» (= ξηραίνομαι εἰς τον ἥλιο ἤ το πῦρ), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «gevremek». Στην Χαλδία, αναφέρεται επίσης και το επίθετο «γαβρίν» (= πολύ ξηρόν), καθώς και ότι είναι αγνώστου ετύμου.[35]

  • Σημειωτέον, ότι το «γαβρίν» σχηματίζεται από το θέμα «αὐηρ-» του επιθέτου, «αὐηρός» (= αὐαλέος),[36] με την σημασία του «αὐαλέος» (= ξηρός, στεγνός, μεμαραμένος),[37] καθώς και από την κατάληξη «-ίν», που είναι για ουσιαστικά ουδετέρου γένους της Ποντιακής διαλέκτου.

Σχηματισμός: αὐηρ- + -ίν > γαυηρίν, λόγω προφοράς της ψιλής ως «γ»,[38] > γαβηρίν, λόγω γραφής της διφθόγγου «αυ», ως «αβ», όπως δηλαδή προφέρεται διότι η γλώσσα δεν γνωρίζει διφθόγγους, αλλά μόνον φθόγγους, και > γαβ’ρίν, λόγω αποβολής του άτονου «η» της παραλήγουσας συλλαβής.

  • Το ρήμα «κεβρεεύω ή κιοβρεεύω» προκύπτει επίσης από το παραπάνω θέμα «αὐηρ-» και από την ρηματική κατάληξη ενεργητικής φωνής «-εύω», ως εξής: αὐηρ- + -εύω > γευηρεύω, λόγω προφοράς της ψιλής ως «γ», με ταυτόχρονη τροπή του «α», σε «ε»,[39] > κεβηρεύω, λόγω τροπής του αρχικιού «γ», «κ»,[40] καθώς και λόγω γραφής της διφθόγγου «ευ», ως «εβ», όπως δηλαδή αυτή προφέρεται, > κεβρηεύω, λόγω μετάθεσης του άτονου «η» δεξιότερα μετά το σύμφωνο «ρ», και > κεβρεεύω, λόγω τροπής του «η», σε «ε».[41]
  • Ο ρηματικός τύπος «κιοβρεεύω» σχηματίζεται από το «κεβρεεύω», λόγω τροπής του «ε», της πρώτης συλλαβής «κε», σε «ο»,[42] με ταυτόχρονη εμφάνιση του ευφωνικού προσφύματος «ι», μεταξύ του «κ» και του «ο».

(στ). Στο Σιβρισάρι ή Σιβρισάριον – Σιβρί Χισάρ (= μακρύ φρούριο ή μακρύ κάστρο), που βρίσκεται στα ερείπια της αρχαίας πόλης «Τέω», στο Νότιο τμήμα της Ερυθραίας, το εν λόγω ουσιαστικό αναφέρεται στον πληθυντικό, ως «γκιουβρέκια» = κουλούρια.[43]

(ζ). Στα Βουρλά της Σμύρνης, αναφέρεται ως «gιοβρέκι» (= κουλούρι τοῦ φούρνου με σησάμι), καθώς και ότι είναι λέξη Τουρκική.[44]

(η). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται στον πληθυντικό, με μη ακριβή Μυσhιώτικη προφορά, ως «γκεβρέτσια» (= παξιμάδια), καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «gevrek».[45]

(θ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΜΙΣΤΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», το εν λόγω ουσιαστικό αναφέρεται στον πληθυντικό, με μη ακριβή Μυσhιώτικη προφορά, ως «γκεβρέτσα» (= παξιμάδια), καθώς και ότι αυτό προκύπτει από το Τουρκικό «gevrek» = παξιμάδι.[46]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 261: Βλέπε την λέξη «gevrek».

[2] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 197: Βλέπε, στην παράγραφο 69, την ετυμολογική ανάλυση της υπ’ αριθμ. (iii) λέξης.

[3] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 103 -121: Βλέπε, για το άλφα μακρόν, τις παραγρ. 35 – 42.

[4] Το «τhουνdούρ’» είναι τύπος εστίας θέρμανσης και φούρνος μαγειρικής εσωτερικού χώρου, που είναι σαν πιθάρι χωμένο μέσα στην γη, στην βάση του οποίου τίθεται η καύσιμη ύλη, όπου ο εξωτερικός ατμοσφαιρικός αέρας φθάνει, μέσω αεραγωγού που έχει κλίση 45ο, του οποίου ορατό τμήμα είναι μόνον το στόμιο εισόδου, καθώς όλο το υπόλοιπο μέρος του αγωγού είναι θαμμένο μέσα στη γη.

[5] Το είδος του παξιμαδιού αυτού λέγεται «τhακeρdάχh’», διότι είναι τόσο τραγανιστό που κατά την μάσησή του «τhακeρdαΐζh’», δηλαδή, θορυβεί, παράγει χαρακτηριστικό ήχο, που στην δημοτική λέμε ότι κάνει «χράτς – χρούτς».

[6] Το «σάτσh’» είναι μεταλλική γάστρα, μεταλλικό θολωτό σκεύος, επάνω στο οποίο ψήνουν το λεπτό φύλλο ζυμαριού (φύλλο πίττας), το λεγόμενο «μπαζλαμά’», που είναι όπως η αραβική πίττα. Προσοχή: Η λέξη «σάτσh» ηχητικά και σημασιολογικά διαφέρει από την λέξη «‘σeάτσh’» (= δισάκκι, σακκί διπλό  μεταφερόμενο στον ώμο).

[7] Βλέπε τις ως άνω εικόνες, στην εξής ιστοσελίδα, (ανάκτηση 2-9-2026): https://www.pexels.com/el-gr/search/%CF%86%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%BD%CE%BF%CF%82%20 tandoori/

[8] Βλέπε την ως άνω εικόνα, στην εξής ιστοσελίδα (ανάκτηση 2-9-2026): https://www.shutterstock.com/el/search/saj-flat-bread

[9]  Ο «Γκιeαυ’ρeάτσ’ Νικόλας» ήταν πολύ εργατικός άνδρας, ευχάριστος στην παρέα, με ατέλειωτο χιούμορ και πολύ καλός ψαράς του Πηνειού ποταμού, έχοντας δική του ποταμίσια βάρκα.

[10] Ο «Γκιeαυ’ρeάτσ’ Γιάννης» διέπρεψε στον χώρο της εμπορίας καυσίμων, αρχικά στην Μάνδρα και μετά στην Λάρισα. Σοβαρός, σεμνός, άριστος οικογενειάρχης, άνθρωπος της προκοπής, πολύ αγαπητός και γεμάτος καλοσύνη προς όλους. Δεν δίσταζε να πολεμήσει το άδικο, απ’ όπου κι’ αν αυτό προερχόταν, διαφωνώντας ανοιχτά, κάθε φορά, με τις τυχόν κακοήθειες των Διοικούντων το χωριό μας, από τις οποίες συχνά υπέφεραν αναίτια πολλοί κάτοικοι του.

[11] Το «γαλγάν’» είναι τύπος γαϊδουράκανθου, που όταν ο βλαστός του είναι τρυφερός, τρώγεται αποφλουδισμένος, ενώ όταν ωριμάσει, τα σπόρια του χρησιμοποιούνται στην βοτανοθεραπεία, σε βαριές παθήσεις.

[12] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης, Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975. Επίσης, Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962.

[13] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «βάραξ». Επίσης και Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε την λ. «βάρακες» (= τά προφυράματα τῆς μάζας), όπου όμως «προφύραμα» = φύραμα ζυμωθέν προηγουμένως, [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964], ενώ «μᾶζα» = κρίθινος ἄρτος, κρίθινον πλακούντιον, φύραμα, [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964].

[14] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, (όπως για παράδειγμα οι λέξεις: «γαῖα αντί αἶα», «γαῖμα αντί αἷμα», «γήλιος αντί «ἥλιος», κ.λ.π.), την υπ’ αριθμ. 2 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».

[15]  Ο φθόγγος «γ», στην αρχαία Ελληνική, είχε διαφορετική προφορά, από την σημερινή, ήταν κλειστός ακαριαίος, όπως το σανσκρητικό και λατινικό «g».Την προφορά αυτή διατήρησαν, ελάχιστοι ελληνόφωνες της Καππαδοκίας, όπως και αλλού έχει αναφερθεί, ενώ διατηρούν, μέχρι σήμερα, οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, όπως στις λέξεις, «εgώ», «gάλα», «gράφω», κ.λ.π., [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα»]. Σημειωτέον δε, ότι ο φθόγγος «g», σε κάποιες περιπτώσεις λατινογενών λέξεων, προφέρεται άλλοτε ως «τζ», όπως στην Αγγλική λέξη «geometry» (= γεωμετρία) και άλλοτε ως «ζh» δασύ (παχύ), όπως στην Γαλλική λέξη «géométrie» (= γεωμετρία).

[16] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964. Βλέπε, για το ότι το «ξ» τρέπεται στην δημοτική σε «τσ»,  την Σημείωση 5, της ανάλυσης του γράμματος «Ξ, ξ, ξεῖ ή ξῦ».

[17] Λαβδάς Γ. (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 381: βλέπε την παράγραφο 136, όπου αναφέρεται η τροπή της διφθόγγου «ευ», σε «αυ».

[18] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ε» σε «α», την υπ’ αριθμ. 1 και 9 Σημείωση, της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[19] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «αὐηρός»  = ξηρός.

[20] Τριανταφυλλίδης, (Γραμματική), 1941, 123: Βλέπε την κατάληξη «-άκι», στην παράγραφο 268.

[21] Προφέρεται ως «γκιαβηράκι».

[22] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε για την προφορά του «κ», ως «τσ», στην Κρήτη, σε νησιά του Αιγαίου, καθώς και στην Τσακωνική διάλεκτο, την Σημείωση 5, στην ανάλυση του γράμματος της Ελληνικής αλφαβήτου, «Κ, κ, κάππα».

[23] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «Αὔω» Νο 1. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «αὔω» Νο 1.

[24] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962.

[25] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964. Βλέπε, για την τροπή του «α» σε «η», στην Ιωνική διάλεκτο, την Σημείωση 1,  στην ανάλυση – αλλοιώσεις, του γράμματος «Α, α, ἄλφα», της αλφαβήτου.

[26] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 261: Βλέπε την λέξη «gevrek».

[27] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «α», σε «ε», (όπως π.χ. «στράφειν > στρέφειν», «τράπειν > τρέπειν», «τράχειν > τρέχειν», «ἀπόησεν > έποίησεν», «ἀποτίνοιαν > ἀποτίνοιεν», «παρβαίνοιαν > παραβαίνοιεν», κ.λ.π.), την υπ’ αριθμ. 1 ανάλυση του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[28] Σταματάκος Ι., (Λεξικό), 1972: Βλέπε, για την εναλλαγή του «ξ» με το «κ» και το «σ», το γράμμα «Ξ, ξ, ξῖ».

[29] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την Σημείωση 5, στην ανάλυση του γράμματος της αλφαβήτου, «Κ, κ, κάππα».

[30] Faruk Tuncay –Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 261: Βλέπε όλες τις ως άνω λέξεις.

[31] Φωστέρης Δ. –  Κεσισόγλου Ι., 1960, 51: Βλέπε την λ. «gεβρέκ».

[32] Κωστάκης, (ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 81: Βλέπε την λ. «καβράκια» και την Σημείωση 2  της σελ. 81.

[33] Μαυροχαλυβίδης Γ., 1990, (Τόμοι 1,  2), 255, 616: Βλέπε την λ. «gεβρέκια» (= φρυγανιές), στην σελ. 255 και την λ. «gεβρέκ» (= ξερό ψωμί, φρυγανιά)  στην σελ. 616..

[34] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 88, 91: Βλέπε την λ. «καβράκι» στην σελ. 88, καθώς και την λ. «κεβρέκι» στην σελ. 91.

[35] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1958, (Τόμ. 1ος), 208, 432: Βλέπε την λ. «γαβρίν» στην σελ. 208, καθώς και την λ. «κεβρεεύω» στην σελ. 432..

[36] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[37] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[38] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, (όπως για παράδειγμα οι λέξεις : «γαῖα αντί αἶα», «γαῖμα αντί αἷμα», «γήλιος αντί «ἥλιος», κ.λ.π.),  την υπ’ αριθμ. 2 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».

[39] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: βλέπε, για την τροπή του «α», σε «ε», (όπως π.χ. «στράφειν > στρέφειν», «τράπειν > τρέπειν», «τράχειν > τρέχειν», «ἀπόησεν > έποίησεν», «ἀποτίνοιαν > ἀποτίνοιεν», «παρβαίνοιαν > παραβαίνοιεν», κ.λ.π.), την υπ’ αριθμ. 1 ανάλυση του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[40] Η τροπή του «γ», σε «κ», (και δη όταν αυτό είναι αρχικό), είναι συχνό γλωσσικό φαινόμενο, στην Μυσhιώτικη γλώσσα. Η τροπή αυτή δεν είναι κάτι το άγνωστο στην αρχαία Ελληνική, αφού εκεί έχουμε την περίπτωση τροπής του «γ» σε «κ», πρό του «ν», [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την Σημείωση 6, της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα»]. Άλλωστε, ο φθόγγος «γ», στην αρχαία Ελληνική, είχε διαφορετική προφορά, από την σημερινή, ήταν δηλαδή, κλειστός ακαριαίος, όπως το σανσκρητικό  και λατινικό «g». Την προφορά αυτή διατήρησαν μέχρι σήμερα μόνον οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, όπου προφέρουν «εgώ, gάλα, gράφω, κ.λ.π.», (Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα»].

[41] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για το ότι το «η» τίθεται αντί του μακρού «ε», την Σημείωση 4 και 11, της ανάλυσης του γράμματος, «Η, η, ἦτα».

[42] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ε» σε «ο», την υπ’ αριθμ. 12 και 13 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[43] Κουβάς Γιάννης, 2000, 204: Βλέπε την λ. «γκιουβρέκια».

[44] ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1972, (Τόμ. 15ος),  256: Βλέπε την λ. «gιοβρέκι».

[45] Κοιμισόγλου, 2006, 207: Βλέπε την λ. «γκεβρέτσια = παξιμάδια < τουρκ. gevrek».

[46] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 118: Βλέπε την λ. «γκεβρέτσα» και την Σημείωση 1 στην σελ. 118.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:

https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/kommissionen/vanishinglanguages/Collections/Greek_varieties/Cappadocian_Greek/Bibliography_pdfs/Anastasiadis_1980_-_Turkikes_farasiotika.pdf

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις        «ναῦς», ILP productions.

Κουβάς Γ. Γιάννης, 2000. Το χωριό μας το Σιβριχισάρι. Καισαριανή. Εκδόσεις  ΕΝΤΟΣ.

Κωστάκης Π. Θαν., 1977. Το Μιστί της Καππαδοκίας, (Τόμ. I και II), Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.

Κωστάκης Π. Θαν., 1963. Η ΑΝΑΚΟΥ, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.

Λαβδάς Γ., 2025. Η Μυστή της Καππαδοκίας, η αποκατάσταση της αλήθειας, περί της ονομασίας αυτής.Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών. Λάρισα.

Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.

Λαβδάς Γ., 2026. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Β΄ (Ζ-j). Λάρισα.

Μαυροχαλυβίδης Π. Γ., 1990. Η Αξό Καππαδοκίας, Τόμ. 1ος και 2ος, (Μονογραφία), Αθήνα: Έκδοση Ορέστης, Πρόδρομος και Ανθούλα Μαυροχαλυβίδη.

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1972. ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ, Τόμ. 15ος,   Αθήνα: Έκδοση του Τμήματος Μικρασιατικών Μελετών της Ενώσεως Σμυρναίων. Το ενδιαφέρον τμήμα αυτού αναφέρεται στο «Γλωσσικό Ιδίωμα των Βούρλων της Μ. Ασίας», το οποίο επιμελήθηκε ο Νίκος Ε. Μηλιώρης.

Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1958. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 1ος (Α – Λ), Αθήνα:  Τυπογραφείον Μυρτίδη.

Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.

Τριανταφυλλίδης Μ., 1941. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ, Θεσσαλονίκη: Έκδοση Α.Π.Θ., Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, (Ανατύπωση 1996).

Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.

***