Press ESC to close

Η λέξη «καρπούζι» της δημοτικής, που στην Μυσhιώτικη γλώσσα είναι «γαρπούσh’», είναι λέξη Ελληνική και όχι Τουρκική, όπως άλλοι θεωρούν.

Γεώργιος Λαβδάς.-

Το «καρπούζι», που στην Μυσhιώτικη γλώσσα λέγεται «γαρπούσh»,[1] στον δε πληθυντικό «γραρπούσhια», είναι το αντικείμενο του σημερινού μας άρθρου.

Ο κύριος λόγος αναζήτησης της ετυμολογίας, της εν λόγω  λέξης, είναι η άποψη εκείνων που θεωρούν, τόσο την λέξη αυτή της δημοτικής, όσον και την Μυσhιώτικη, ότι έχουν προέλευση Τουρκική, όπου μάλιστα υπάρχει ως «karpuz» (= καρπούζι).[2] Άλλωστε, είναι απορίας άξιον να θεωρείται η λέξη «καρπούζι» ή «γαρπούσh’», ως Τουρκική, όταν αυτή αναφέρεται στον «καρπό» του φυτού που λέγεται «καρπουζιά», ο δε όρος «καρπός» (= καρπός δένδρων τε καί θάμνων)[3] είναι λέξη Ομηρική. Στην Ιλιάδα, για παράδειγμα, αναφέρεται η φράση «… πλεκτοῖς ἐν ταλάροισι φέρον μελιηδέα καρπόν» (= σε πλεκτά τελάρα κουβαλούσαν τον μελίγλυκο καρπόν).[4]

Η ετυμολογική ανάλυση που ακολουθεί αναφέρεται στην παράγραφο 64 του βιβλίου μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής  Καππαδοκίας, Οι φθόγγοι, Τόμος Α’ (Α-Ε)».[5] Μερικά δε επιπρόσθετα συμπληρωματικά στοιχεία έχουν παρθεί από την υπό συμπλήρωση εργασία μου, με τίτλο «Λεξικό της Μυσhιώτικης Γλώσσας».

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Για την ετυμολόγηση της Μυσhιώτικης λέξης «γαρπούσh», καθώς και της λέξης «καρπούζι» της δημοτικής, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη, αφ’ ενός μεν  ότι η αρχαία Ελληνική ονομασία του «γαρπουσhιού» (= του καρπουζιού) είναι «ὑδροπέπων», [6]  αφ’ ετέρου δε τις ακόλουθες σχετικές αρχαιοελληνικές λέξεις:

καρπούζι» (= τό φυτόν σίκυς ὁ κοινός ἤ ὐδροπέπων).[7] Όμως, το ουσιαστικό «ὐδροπέπων» =  ὁ καρπός τοῦ φυτοῦ σίκυς ὁ ὑδροπέπων, το καρπούζι.[8]

καρπόω, –ῶ» (= φέρω καρπόν).Το θέμα του ρήματος αυτού είναι «καρπο-», από το ουσιαστικό «καρπός», παράγωγο του οποίου είναι  και η «κάρπωσις» = συγκομιδή, κέρδος.[9]

καρπός» = καρπός δένδρων τε καί θάμνων.[10]

καρπίζω» = παράγω ἤ σχηματίζω καρπόν, καρποφορῶ, καρπεύω.[11]

καρπίζουσι» (= ποτίζουσιν. εὔκαρπα ποιούσι).[12] Όμως, το «ποτίζουσιν» είναι γ΄ πληθυντικό πρόσωπο οριστικής, του ρήματος «ποτίζω», που σημαίνει:  «κάμνω τινά να πίῃ, παρέχω, δίδω ποτόν τι και ίδίᾳ ὕδωρ προς πόσιν, ἵνα το πίῃ τις».[13] Δηλαδή, το Λεξικό του Ησυχίου μας λέει, είτε ότι το ρήμα «καρπίζουσι» σημαίνει «ποτίζουν και κάνουν τα φυτά με καλούς καρπούς», είτε ότι το «καρπίζουσι» σημαίνει «ποτίζουν», δηλαδή δίνουν νερό για πόση, για πότισμα.

οὐσία» = φύσις, ἡ ἀμετάβλητη πραγματικότης, τό ἀληθῶς καί πραγματικῶς ὑπάρχον, ἡ πραγματική, ἀληθής φύσις, τό καθαυτό περιεχόμενον ἐννοίας τινός ἤ πράγματος.[14]

ὕδος» = ὕδωρ.[15]

Στο υπό συμπλήρωση «Λεξικό της Μυσhιώτικης Γλώσσας», παρουσιάζονται τρεις συνολικά τρόποι ετυμολόγησης της λέξης «γαρπούσh’», μεταξύ των οποίων  και η ακόλουθη:

Το «γαρπούσh», όπως και το «καρπούζι», είναι σύνθετη λέξη, που σχηματίζεται από τα ακόλουθα τρία στοιχεία:

i. Από το θέμα «καρπό-», του Ομηρικού ουσιαστικού «καρπός».

ii. Από το θέμα «ὑδ-», του ουσιαστικού «ὕδος», που αναφέρεται στο Λεξικό του Ησυχίου.

iii. Από την κατάληξη «-ι», που είναι για ουσιαστικά ουδετέρου γένους.

Η σύνθεση των τριών αυτών στοιχείων, «παρπο- + ὑδ- + -ι», σημαίνει «υδροκαρπός». Η σημασία αυτή αντιστοιχεί απόλυτα με τον όρο «ὑδροπέπων», που είναι η προαναφερθείσα αρχαιοελληνική ονομασία του καρπουζιού, την οποία συναντούμε και στην Αγγλική, ως «water melon» (= καρπούζι).

Σχηματισμός της λέξης «καρπούζι»: καρπό- + -ὑδ- + -ι, > καρπὀουζι, λόγω προφοράς του «υ», ως «ου», (που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής),[16] με ταυτόχρονη τροπή του «δ», σε «ζ», (που επίσης είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής),[17] > καρπούουζι, λόγω τροπής του «ο» σε «ου», λόγω αφομοίωσης με το φωνήεν της αμέσως επόμενης συλλαβής, που εδώ είναι η δίφθογγος «ου»,[18] > καρπούζι, λόγω συνεκφοράς των δύο συνεχόμενων «ουου», ως ένα «ου».

Ο σχηματισμός της λέξης «γαρπούσh» αποτελεί συνέχεια της παραπάνω ανάλυσης, από το σημείο «καρπούζι»: καρπούζι  > γαρπούσh’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «ι»,[19] με ταυτόχρονη τροπή του μεν «ζ», σε «σh» δασύ (παχύ), που είναι γλωσσικός κανόνας και της Ελληνικής,[20] του δε αρχικού «κ», σε «γ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής.[21]

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Από την παραπάνω ανάλυση αποδεικνύεται η ελληνικότητα της λέξης «καρπούζι», που στην Μυσhιώτικη γλώσσα είναι «γαρπούσh». Η λέξη αυτή υπάρχει και στην Τουρκική γλώσσα, ως «karpuz» (= καρπούζι),[22] που θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο», την οποία έχει πάρει από την Ελληνική.

Τέλος δε, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, η εν λόγω λέξη αναφέρεται, αντίστοιχα, ως εξής:

(α). Στο Λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται ως «καρπούζι», καθώς και ότι είναι λέξη Τουρκική.[23]

(β). Στην Αξό, αναφέρεται ως «γαρπούζ» (= καρπούζι).[24]

(γ). Στο Ουλάγατς, αναφέρεται ως dό «gαρπéζ» (= καρπούζι), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «karpuz».[25]

(δ). Στο Αραβανί, αναφέρεται στον πληθυντικό, ως «γαρπούζhα» (= καρπούζια).[26]

(ε). Στον Πόντο, η εν λόγω λέξη, και με την σημασία αυτής «ὑδροπέπων», αναφέρεται κατά περιοχές, αντίστοιχα ως εξής: Στην Κερασούντα και Οινόη ως το «καρπούζιν». Στην Αμισό Ινέπολή και Οινόη ως το «καρπούζι». Στα Κοτύωρα, στην Σάντα, Τραπεζούντα και Χαλδία, ως το «καρπούζ’». Στην  Ἀμισό ως το «χαρπούζι» και ως το «γαρπούζι». Στα Κοτύωρα και Χαλδία, ως το «χαρπούζ’». Επίσης, αναφέρεται  και ότι αυτή προκύπτει από το Τουρκικό «karpuz».[27]

(στ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται ως «γαρπούς» (= καρπούζι), καθώς και ότι προέρχεται από παράφραση της Ελληνικής λέξης «καρπούζι», στα δε Τουρκικά είναι «karpuz».[28]

(ζ). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται ως «γαρπούς» (= καρπούζι), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «karpuz».[29]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Ο φθόγγος «σh» που δεν υπάρχει στην Ελληνική, προφέρεται ως «σ» δασύ (παχύ).

[2] Furuk Tunkey – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 388: Βλέπε την λ. «karpuz».

[3] Πάνταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «καρπός».

[4] Όμηρος, (ΙΛΙΑΣ), 644: Βλέπε τον στίχο «Σ/568», καθώς και την μετάφραση αυτού.

[5] Λαβδάς, (Γλωσσικός Κώδικας), 2025, (Τόμ. Α΄), 173: Βλέπε την λ. «γαρπούσh».

[6] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, την υπ’αριθμ. 2 ερμηνεία της λ.

[7] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «καρπούζι», η οποία μάλιστα αναφέρεται ως Τουρκική.

[8] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την  υπ’ αριθμ. 2 ερμηνεία της λ. «ὐδροπέπων».

[9] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «καρπόω, –ῶ».

[10] Πάνταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «καρπός».

[11] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ. «καρπίζω».

[12]  Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε την λ. «καρπίζουσι».

[13] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «ποτίζω».

[14] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’ αριθμ. 3 και  11 ερμηνείες της λ. «οὐσία».

[15] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε την λ. «ὕδος».

[16] Το φαινόμενο προφοράς του «υ», ως «ου», είναι πολύ σύνηθες στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το συναντούμε όμως και στην δημοτική, όπου το δίχρονο φωνήεν ύψιλον, «υ», προφέρεται, είτε ως «ι»,  όπως π.χ. στην λέξη «λύκος», είτε ως «ου», όπως π.χ. στις λέξεις «τύμβος > τούμπα», «τύμπανο > τούμπανο», «Γαρυφαλιά > Γαρουφαλιά», «ξυράφι > ξουράφι», «πίτυρα > πίτουρα», «τρύπα > τρούπα», «τρυπώνω > τρουπώνω», κ.λ.π.

[17] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «δ»,  σε «ζ», στην Ηλειακή διάλεκτο, καθώς και όταν αυτό βρίσκεται, είτε  μαζί με το ημίφωνο «j», ως «δj», είτε  προ του «σ», ως «δσ», αντίστοιχα,  την Σημείωση 4 και 5, στην ανάλυση του γράμματος «Δ, δ, δέλτα». Εξ άλλου και στην δημοτική, πολλές μητέρες, κυρίως της Θεσσαλίας, απευθυνόμενες στο μωρό παιδί τους, το αποκαλούν, ως «το πηζί μ’» (= το παιδί μου).

[18] Τζάρτζανος, (Γραμματική), 1962, 17: Βλέπε την «αφομοίωσιν», στο εδάφιο 3, της παραγράφου 32.Επίσης, για την τροπή του «ο» σε «ου», βλέπε την Σημείωση 1 και 4, στην ανάλυση του γράμματος «Ο, ο, ὁ μικρόν», στο Λεξικό του Δ. Δημητράκου (1964).

[19] Η αποβολή του άτονου καταληκτικού «ι» είναι σημαντικός κανόνας της Μυσhιώτικης γλώσσας, με συγκεκριμένες μάλιστα εξαιρέσεις.

[20] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ζ», σε «σ», την Σημείωση 4 και 5 στην ανάλυση του γράμματος «Ζ, ζ, ζῆτα».

[21] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «κ», σε «γ», την Σημείωση 3, της ανάλυσης του γράμματος «Κ, κ, κάππα».

[22] Furuk Tunkey – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 388: Βλέπε την λ. «karpuz».

[23] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «καρπούζι».

[24] Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 47: Βλέπε την λ. «γαρπούζ».

[25] Κεσισόγλου Ι., 1951, 102: Βλέπε την λ. «gαρπéζ».

[26] Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 76: Βλέπε την λ. «γαρπούζhα», στην υπ’ αριθμ. 44 παροιμία.

[27] Παπαδόπουλος Α., 1958, (Τόμ. 1ος), 410: Βλέπε την λ. «καρπούζιν».

[28] Κοτσανίδης, 2004, 108: Βλέπε την λ. «Καρπούζι».

[29] Κοιμισόγλου. 2006, 207: Βλέπε την λ. «γαρπούς = καρπούζι < τουρκ. < karpuz».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.

Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.

Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.

Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α-Ε). Λάρισα.

Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι. Ι., 1968. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Αξού, Αθήνα:  Εκδότης, Κ.Μ.Σ.

Όμηρος : ΙΛΙΑΣ, (μτφ. Κώστας Δούκας), 1998, Αθήνα: Εκδόσεις ΙΔΕΟΘΕ-ΑΤΡΟΝ – ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ.

Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1958. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέ-κτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 1ος (Α-Λ), Αθήνα:  Τυπογρα-φείον Μυρτίδη.

Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.

Τζάρτζανος Α. Αχ., 1962. Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Έκδοση Ο.Ε.Σ.Β.

Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.

Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

***