Press ESC to close

Διευκρινιστικά στοιχεία, για την λέξη «τσυράχους» (= τσιράκι), που αναρτήθηκε σε προηγούμενο άρθρο μας

Γεώργιος Λαβδάς.-

Μετά την ανάρτηση στην ιστοσελίδα μας, στις 14-11-2025, της Μυσhιώτικης λέξης «τσhυράχους», που στην δημοτική λέγεται «τσιράκι», δεχθήκαμε, μέσω διαδικτύου, σχόλιο από φίλο και σημαντικό αγωνιστή, για την διάσωση της μητρικής μας γλώσσας, το οποίο ουσιαστικά αμφισβητεί την εγκυρότητα και αξιοπιστία των αναφερομένων από εμάς, για την κλίση του εν λόγω ουσιαστικού.

Πρόκειται για σχόλιο που γράφτηκε, στις 21-11-2025, και κοινοποιήθηκε στα χιλιάδες μέλη διαδικτυακής ομάδας, η οποία αγαπά και ενδιαφέρεται για την εκμάθηση της μητρικής μας «Μυσhιώτικης» γλώσσας. Το κείμενο του σχολίου έχει ως εξής: «δεν θα μιλήσω για την ετυμολογία της λέξεως, αλλά για την κλίση της: Ενικός, ονομαστική = τσιράχ, γενική = τσιραχιού, αιτιατική = τσιράχ. Πληθυντικός, ονομαστική και αιτιατική = τσιράχια. Δεν υπάρχει τσιράχους. Κλίνεται όπως τα: ντολάχ, νταλάχ, αβανάχ’, μπατάχ, γαμπάχ, …».

Επειδή το παραπάνω σχόλιο αμφισβητεί ευθέως την αξιοπιστία, τόσον του άρθρου, όσον και του ίδιου του βιβλίου μου, απ’ όπου προέρχεται η ανάλυση της υπόψη λέξης, και επειδή παρήλθε ήδη αρκετός χρόνος, ύστερα από την μεταξύ μας κατ’ ιδίαν σχετική τηλεφωνική επικοινωνία, για το υπόψη σχόλιο, χωρίς να έχουν γίνει οι δέουσες αλλαγές ή η απόσυρση αυτού, αισθάνομαι υποχρεωμένος να προβώ στην δημοσίευση των παρακάτω δέκα (10) διευκρινιστικών σημείων, που θεωρώ ότι είναι απαραίτητα για την ορθή ενημέρωση, όλων όσων μας παρακολουθούν διαδικτυακά και όχι μόνον:

1. Το ουσιαστικό «τσhυράχους» της Μυσhιώτικης γλώσσας, μέχρι και σήμερα, τόσον στο χωριό μου Μάνδρα, όσον και σε πολλά άλλα μέρη, όπου ζουν απόγονοι Μυσhτηλήδων, (Αμυγδαλέα, Βόλος, Πλαγιά, Νέο Αγιονέρι, Ξηροχώρι, Αλεξανδρούπολη, Κόνιτσα, κ.λ.π.), κλίνεται όπως ακριβώς αναφέρεται, τόσον στην ιστοσελίδα «mistikappadokias.gr», όσον και στο βιβλίο μου, με τίτλο «Η Μυστή της Καππαδοκίας. Η αποκατάσταση της αλήθειας περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών», (σελ. 134, Υποσημείωση 421). Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι κλίνεται ως εξής: 

Ενικός αριθμός: ονομαστική = «τσhυράχους», γενική = «τσhυραχ-jιού», αιτιατική και κλητική = «τσhυράχου».

Πληθυντικός αριθμός: ονομ. και αιτιατ. = «τσhυράχουϊα ή τσhυράχ-jια ή τσhυράχ’», γενική = τσhυραχ-jιούς».

2.Η γλώσσα των αποικιών της Μυσhτής, (Τσhαρικλή, Τhήλ’, Τσhελτέκ, Καρατζάβιραν, κ.λ.π.), κατά την πρό του ξεριζωμού περίοδο, είχε ήδη επηρεαστεί από την Τουρκική, πολύ περισσότερο από ό,τι της ίδιας της Μυσhτής, είτε γιατί τα χωριά αυτά δεν ήσαν πολυπληθή, όπως ήταν η μητρόπολή τους η Μυσhτή, είτε γιατί συνυπήρχαν με Τούρκους, όπως το «Τhήλ’» που ήταν μικτό χωριό με λίγους Τούρκους, είτε ακόμη γιατί οι κάτοικοι αυτών συναναστρέφονταν, επαγγελματικά ή κοινωνικά, περισσότερο με Τούρκους. Μάλιστα, οι απόγονοι των Μυσhτηλήδων αποίκων στο «Ιντζέσου» (αρχαία Σαδάκορα), είχαν προ πολλού χρόνου καταστεί τουρκόφωνοι. Ως εκ τούτου, η λέξη αυτή, στην ονομαστική και αιτιατική ενικού, μπορεί πράγματι, από τους Τσhαρικλιώτες, Τhηλιώτες, Τσhελτεκιώτες, κ.λ.π., να λεγόταν «τσιράχ», που προκύπτει, είτε από το Τουρκικό «çirak», που είναι λέξη «δάνειο», είτε από το «τσιράκι» της δημοτικής, ως εξής: τσhυράχους > τσυράκι > τσιράκ’ ή τσιράχ’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «ι», που είναι σημαντικός κανόνας της γλώσσας μας, με συγκεκριμένες μάλιστα εξαιρέσεις.

3.Η ονομασία του υπόψη ουσιαστικού, ως «τσιράχ» ή ως «τσιράκ», φανερώνει ότι πρόκειται για ουσιαστικό ουδετέρου γένους. Στο βιβλίο και στο άρθρο μου, αναφέρεται ότι με την ονομασία αυτή απαντάται σε χωριά της ευρύτερης περιοχής Καππαδοκίας και Πόντου, αντίστοιχα ως εξής: 1). Στην Σινασό λέγεται «τσhηράχh», 2).Στην Αξό «τσιράχ», 3). Στο Ουλάγατς «τσιράκ», 4). Στην Ανακού «τσιράκ», 5). Στην Χαλδία του Πόντου «τσιράκ’» και «τσιράχ’».

Τα μόνα τελικά χωριά, όπου το εν λόγω ουσιαστικό αναφέρεται ως αρσενικού γένους, είναι λοιπόν η Μυσhτή, όπως επιβεβαιώνεται και από το βιβλίο του απόγονου Μυσhτηλήδων Λάζαρου Κοτσανίδη, στο οποίο αναφέρεται ως «τσιράχους», καθώς επίσης και τα Φάρασα, όπου αναφέρεται ως ο «τσhιράχος» (= ὑπηρέτης).

4. Πέραν των ανωτέρω, τόσον στην ιστοσελίδα, όσον και στο βιβλίο μου, δεν γίνεται ανάλυση ούτε προώθηση της Τουρκικής γλώσσας, η οποία άλλωστε μου είναι παντελώς άγνωστη, αλλά παρουσιάζονται στοιχεία της Μυσhιώτικης γλώσσας, από τα οποία τεκμαίρεται η ελληνικότητα αυτής. Το «τσhυράχους», όπως και το «τσhιράχος» των Φαρασών, είναι λέξη των προγόνων μας, που διασώζεται μέχρι και και σήμερα. Είναι λέξη Ελληνική και μάλιστα ουσιαστικό αρσενικού γένους, του οποίου η κατάληξη «-ους», προκύπτει από την άτονη κατάληξη «-ος» της Ελληνικής, λόγω τροπής του «ο» σε «ου», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της ίδιας της Ελληνικής γλώσσας [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ο» σε «ου», την Σημείωση 1 και 4, της ανάλυσης του γράμματος «Ο, ο, ὁ μικρόν»].

5. Όπως αναλυτικά αναφέρεται στο άρθρο και στο βιβλίο μου, η πρώτη συλλαβή της λέξης είναι «τσhυ-» και όχι «τσι-», όπως γράφεται στο προαναφερθέν σχόλιο. Τούτο δε διότι, ο μεν ο φθόγγος «τσh» έχει παχειά προφορά, λόγω του «σh», που είναι δασύ (παχύ), το δε φωνήεν αυτής γράφεται με ύψιλον, «υ», που προκύπτει από την λέξη «κύριος», καθώς «τσhυράχους» είναι αυτός που «έχει κύριο, που έχει εξουσιαστή, που έχει αφέντη, δηλαδή το τσιράκι».

Το αρχικό «τσhυρ-» παραπέμπει στο Κρητικό «τσύριος» (= κύριος), λόγω προφοράς του αρχικού «κ» ως «τσ», που στην Μυσhιώτικη προφέρεται ως «τσh» δασύ (παχύ). Πρόκειται για γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής γλώσσας, [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964:  Βλέπε, για την προφορά του «κ», ως «τσ», στην Κρήτη, σε νησιά του Αιγαίου, καθώς και στην Τσακωνική διάλεκτο, την Σημείωση 5, στην ανάλυση του γράμματος της αλφαβήτου, «Κ, κ, κάππα»].

Είναι λοιπόν : κυρ- + ἐχ- + -ος > τσυρέχους > τσhυράχους.

Από το θέμα «τσhυράχ-» του «τσhυράχους» της Μυσhιώτικης διαλέκτου, προέκυψε, τόσον το Τουρκικό «çirak», που είναι λέξη «δάνειο», όσον και το «τσιράκι» της δημοτικής.

6. Στην γενική ενικού το υπόψη ουσιαστικό είναι «τσhυραχ-jιού», που προφέρεται ως «τσhυραχ-χιού» και όχι ως «τσιραχιού», όπως αναφέρεται στο υπόψη σχόλιο. Τούτο δε διότι, στην πτώση αυτή, η λέξη έχει τις εξής συλλαβές «τσhυ-ραχ-jιού» και προφέρεται ως «τσhυ-ραχ-χιού», όπου το «χ» ακούγεται δύο φορές, λόγω της εμφάνισης του ευφωνικού προσφύματος «j», αμέσως μετά το πρώτο «χ» και πριν τον φθόγγο «-ιού».

7. Στον πληθυντικό, η λέξη είναι «τσhυράχουϊα ή τσhυράχ-jια ή τσhυράχ’», όπου ο τύπος «τσhυράχ-jια» προφέρεται ως «τσhυράχ-χια» και όχι ως «τσιράχια», όπως γράφεται στο εν λόγω σχόλιο.

Σημειωτέον ότι, στον πληθυντικό του ουσιαστικού αυτού, φαίνεται καθαρά η ουδετεροποίησή του, που είναι γενικότερο φαινόμενο της γλώσσας μας, όπου τα αρσενικού κυρίως ουσιαστικά τείνουν να τρέπονται σε ουδετέρου γένους.

8. Το πρόσφυμα «j», στην εν λόγω λέξη, προφέρεται ως «χ», καθώς προηγείται αυτού το σύμφωνο «χ». Πρόκειται για φθόγγο που χρησιμοποιεί η γλώσσα μας, στον προφορικό της λόγο, ακολουθώντας συγκεκριμένους κανόνες εμφάνισης και προφοράς του.

Στον γραπτό μας λόγο, που μέχρι τώρα είναι ανύπαρκτος, όταν δεν σημειώνεται το «j», ενώ αυτό εμφανίζεται στην ομιλία μας, τότε παραποιείται κατάφορα η γλώσσα μας, όπως έχει ήδη αλλοιωθεί και παραποιηθεί, προφανώς ακούσια, από όλους όσους έχουν γράψει λέξεις αυτής, (σε βιβλία και σε λεξικά), χρησιμοποιώντας μόνον τα γράμματα της Ελληνικής αλφαβήτου.

Η Μυσhιώτικη γλώσσα έχει και χρησιμοποιεί συνολικά 40 γράμματα (φθόγγους), τα οποία αναφέρονται και αναλύονται στην συνολική εργασία μου, για τους φθόγγους της, από την οποία πρόσφατα εκδόθηκε ο Τόμος Α΄. Στον δε αμέσως επόμενο τόμο, που εκτιμώ ότι θα εκδοθεί στις αρχές του έτους 2026, με τίτλο «Ο Γλωσσικός Κώδικας της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Β΄ (Ζ – j)» το πρόσφυμα «j» αναλύεται πλήρως σε περίπου 100 σελίδες.

Όταν λοιπόν γράφουμε, στον ενικό «τσιράχ», «τσιραχιού» και στον πληθυντικό «τσιράχια», ακούσια παραποιούμε την λέξη, κατ’ επέκταση δε και την ίδια την γλώσσα μας, διότι η λέξη αυτή, τόσον από τους παππούδες μας όσον και από εμάς, προφέρεται στην γλώσσα μας, ως «τσιραχ-χιού», «τσιράχ-χια», όπου δηλαδή ακούγονται διαδοχικά δύο χί,  «χ-χ», με ανεπαίσθητη μεταξύ τους χρονική διακοπή και όχι μόνον ἐνα «χ».

9. Το ουσιαστικό «τσhυράχους» δεν κλίνεται, όπως στις λέξεις «ντολάχ, νταλάχ, αβανάχ’, μπατάχ, γαμπάχ», που αναφέρονται, στο παραπάνω σχόλιο, λόγω των εξής δύο πολύ σοβαρών και βασικών άγραφων κανόνων της Γραμματικής μας, η οποία είναι αυστηρή στην τήρηση των κανόνων της, γιατί είναι γλώσσα καθαρά Ελληνική και όχι τουρκογενής, άσχετα με τις όποιες συνολικά επιδράσεις μπορεί αυτή να δέχτηκε στην πορεία της:

           Πρώτον: Διότι όλες οι αναφερόμενες αυτές λέξεις είναι ουδετέρου γένους, που πράγματι στην ονομαστική λήγουν στο σύμφωνο «χ», λόγω αποβολής του άτονου καταληκτικού τους «-ι». Μάλιστα το σύμφωνο «χ» αυτών έχει χαρακτηριστικά δασεία (βαριά) προφορά, επειδή προηγείται αυτού το φωνήεν «α».

          Δεύτερον: Διότι το «τσhυράχους» είναι αρσενικού γένους και παροξύτονο, γι’ αυτό και λήγει σε άτονο «-ους», που αντιστοιχεί με την κατάληξη «-ος» της Ελληνικής, ενώ στα Φάρασα παρέμεινε «-ος». Κλίνεται δε, όπως όλα τα ουσιαστικά της ομάδας αυτής, που έχουν ως κατάληξη το άτονο «-ους». Για παράδειγμα, τα ακόλουθα τρία ουσιαστικά: 

(i). τσhαλιάχους» (= γεράκι), το οποίο την γενική ενικού είναι «τσhαλιάχου», στον δε πληθυντικό «τσhαλιάχουϊα ή τσhαλιάχh». Στον πληθυντικό του ουσιαστικού αυτού, παρατηρείται το φαινόμενο της ουδετεροποίησης.

(ii). -«χορτλάχhή χορτλάχους» (γεν. = «χορτλαχ-jιού», αιτ.= χορτλάχου», κλητ. = «χορτλάχου ή χορτλάχh’», πληθ./ονομ. και αιτιατ. = «χορτλάχ-jια ή χορτλάχουϊα») = βρυκόλακας, στοιχειό, γερο-βρυκόλακας, γριά βρυκόλακας, γεροξόανο.

Η γενική ενικού «χορτλαχ-jιού» προφέρεται ως «χορτλαχ-χιού» και ο πληθυντικός «χορτλάχ-jια», ως «χορτλάχ-χια»,  λόγω του «j» που προφέρεται και εδώ ως «χ».

Στο ουσιαστικό αυτό, ο τύπος της ονομαστικής ενικού «χορτλάχh», καθώς επίσης και οι τύποι του πληθυντικού, οφείλονται στο φαινόμενο ουδετεροποίησης των ουσιαστικών μας.

(iii). -«πhατισhιάχους ή πhατισhιάχh’» (γεν., αιτιατ. και κλητική = «πhατισhιάχου», πληθ. = «πhατισhιάχουϊα ή πhατισhιάχhjια», όπου το «j» προφέρεται και εδώ ως «χ», καθώς προηγείται αυτού το «χ») = ο μεγάλος άρχοντας, ο μεγάλος βασιλεύς, βασιλιάς, τίτλος του Σουλτάνου, η βασίλισσα του μελισσιού.

Στο ουσιαστικό αυτό, ο τύπος της ονομαστικής ενικού «πhατισhιάχh», καθώς και οι δύο τύποι του πληθυντικού, οφείλονται στο φαινόμενο ουδετεροποίησης των ουσιαστικών μας.          

10. Τέλος δε επισημαίνεται ότι, κατά την τηλεφωνική εγκάρδια συζήτηση, που έλαβε χώρα με αφορμή το παραπάνω σχόλιο, διαπιστώθηκε η σύμφωνη γνώμη και των δύο πλευρών, για την ανάγκη τήρησης του άγραφου κώδικα δεοντολογίας, που στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλει, πριν την όποια δημόσια δήλωση σχολίου, μια προγενέστερη συνεννόηση και συζήτηση, για τυχόν απορίες ή διαφωνίες, μεταξύ των εμπλεκομένων μερών και δη μεταξύ φίλων, που έχουν θυσιάσει την προσωπική και οικογενειακή τους ζωή, για τον ίδιο κοινό και μόνο σκοπό, που δεν είναι άλλος από την Μυσhιώτικη ρίζα.