Γιώργος Λαβδάς.-
Το σημερινό μας άρθρο αναφέρεται στην λέξη της δημοτικής «καυγάς», που στην Μυσhιώτικη γλώσσα λέγεται «γαυγάς». Η ανάλυση που ακολουθεί υπάρχει στην παράγραφο 61 του βιβλίο μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, Οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), ΤΟΜΟΣ Α΄, (Α – Ε)».[1]
Η λέξη «γαυγάς» σημαίνει «καυγάς, φιλονικία, διαπληκτισμός με έντονες φωνές, συμπλοκή, σαματάς, φασαρία λόγω μαλώματος, μάλωμα, φραστικός διαπληκτισμός, φαγωμός, τσακωμός με φωνές». Προφέρεται δε ως «γhαυγhάς», όπου ο φθόγγος «γh» είναι το δασύ (το παχύ) σύμφωνο γάμμα, που δεν υπάρχει στην Ελληνική.
Πρόκειται για λέξη, η οποία θεωρείται από άλλους ότι είναι Τουρκική ή Περσική. Όμως είναι λέξη Μυσhιώτικη, δηλαδή Ελληνική, η οποία ετυμολογικά σχετίζεται με τις εξής αρχαίες Ομηρικές Ελληνικές:
-«αὔω» (= βοώ, φωνάζω, ισχυρώς κραυγάζω, χουγιάζω, κράζω, ἠχῶ). Το ρήμα αυτό έχει ως θέμα το «αὐ-».[2]
-«ἀάω» (= κτυπώ, πλήττω, βλάπτω, λυμαίνομαι). Το θέμα του ρήματος αυτού είναι «ἀFα-», απ’ όπου σχηματίζονται οι λέξεις, «ἄτη» (= βλάβη), «ἀάατος» (= ἐπιβλαβής), κ.λ.π.[3]
-«αὐδἀω-ῶ» (= φωνάζω, κραυγάζω, βοώ).[4]
ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ
Η λέξη «γαυγάς» σχηματίζεται με βάση τις παραπάνω Ομηρικές λέξεις, με τους παρακάτω δύο τρόπους και αντίστοιχα με την ακριβή σημασία αυτής:
Πρώτος τρόπος: Είναι σύνθετη λέξη, που σχηματίζεται με τα εξής τρία κατά σειρά συνθετικά στοιχεία: 1). Με το θέμα «αὐ-», του παραπάνω ρήματος «αὔω», 2). Με το θέμα «άFα-» του παραπάνω ρήματος «ἀάω», και 3). Με την κατάληξη «-ς», που είναι για ουσιαστικά αρσενικού γένους.
Η σύνθεση των στοιχείων αυτών, «αὐ- + ἀFα- + -ς», σημαίνει: «το να κτυπά κανείς και να φωνάζει, το να φωνάζει κανείς και να χτυπά, το να χτυπά κανείς φωνάζοντας συνάμα».
Σχηματισμός: αὐ – + ἀFα- + -ς > γαυ- + γαFας, λόγω προφοράς της ψιλής και των δύο συνθετικών θεμάτων, ως «γ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[5] > γαυγαάς, λόγω αποβολής του «F», (όπως αυτό συμβαίνει άλλωστε και στον σχηματισμό του παραπάνω παράγωγου ουσιαστικού «ἀάατος», από το «ἀFάατος»), και > γαυγάς, λόγω συνεκφοράς των δύο συνεχόμενων «αα», ως ένα «α».
Δεύτερος τρόπος: Από από το θέμα «αὐδἀ-» του ρήματος «αὐδάω», καθώς και από την κατάληξη «-ς», που είναι για ουσιαστικά αρσενικού γένους. Στην περίπτωση αυτή, η σχηματιζόμενη λέξη, σημασιολογικά, περιορίζεται μόνον σε φωνές και κραυγές.
Σχηματισμός: αὐδἀ- + -ς > γαυδάς > λόγω προφοράς της ψιλής ως «γ», > γαυγάς, λόγω τροπής του «δ» σε «γ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Δωρικής και Αιολικής διαλέκτου.[6]
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «γαυγάς», η οποία στην δημοτική έγινε «καυγάς» (= φιλονικία, διαπληκτισμός, συμπλοκή, τσακωμός),[7] λόγω τροπής του αρχικού «γ» σε «κ», που δεν είναι άγνωστο γλωσσικό φαινόμενο στην αρχαία Ελληνική.[8] Άλλωστε η αρχαία αρχική προφορά του συμφώνου «γ» ήταν «g» (= γκ),[9] που σημαίνει ότι εύκολα το «γκ» τρέπεται σε «γ» ή σε «κ».
Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει η λέξη «kavga» (= διαμάχη, διαπληκτισμός, διένεξη, επεισόδιο, έριδα, καβγάς, μάλωμα, τσακωμός, φαγωμός, φιλονικία),[10] που θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο», την οποία έχει πάρει από την Μυσhιώτικη γλώσσα, τρέποντας το μεν αρχικό «γ» σε «k», το δε επόμενο «γ», σε «g», που, όπως προαναφέρθηκε, είναι γλωσσικά φαινόμενα της ίδιας της Ελληνικής.
Στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, η υπόψη λέξη αναφέρεται, αντίστοιχα, ως εξής:
(α). Στο λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται ως «καυγάς» (= ἔρις φιλονικία, διαπληκτισμός, συμπλοκή, τσακωμός),[11] όπου μάλιστα αναφέρεται ως λέξη Τουρκική και Περσική.
(β). Στην Σύλλη (Σίλλη), αναφέρεται ως «γαβγά», στην εξής φράση: «τσανινόσκασh’ γαβγά» (= ἐμάλωναν). [12]
(γ). Στο Αραβανί, αναφέρεται ως «γαβγά» = καβγάς.[13]
(δ). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως ο «γαβγάς» (= καυγάς, φιλονικία), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «kavgal».[14]
(ε). Στον Πόντο, η εν λόγω λέξη αναφέρεται με την σημασία, «ἔρις, φιλονικία», κατά περιοχές, αντίστοιχα ως εξής: Στα Σούρμενα και στην Τραπεζούντα, ως η «καβγά». Στην Χαλδία, ως η «καβγά», αλλά και ως η «γαβγά». Επίσης, αναφέρεται και ότι αυτή προκύπτει από το Περσικό «cavga».[15]
(στ). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται ως «γαβγάς» (= καβγάς), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη, «kavga».[16]
(ζ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται ως «καβγάς» (= καβγάς), καθώς και ότι αυτή προέρχεται από την Τουρκική λέξη «kavga» (= φιλονικία, τσακωμός, φασαρία).[17]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Λαβδάς, (Γλωσσικός Κώδικας), 2025, 157-159.
[2] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999, επίσης και Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «αὔω» Νο 2.
[3] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999, επίσης και Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962, καθώς επίσης και Σταματάκος Ι., (Λεξικό), 1972.
[4] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999, επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’αριθμ. 1 ερμηνεία της λ.
[5] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, την υπ’αριθμ. 2 ανάλυση του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[6] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «δ» σε «γ» στην Αιολική και Δωρική διάλεκτο, καθώς και στην δημοτική, την Σημείωση 4, της ανάλυσης του γράμματος «Δ, δ, δέλτα».
[7] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ.
[8] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για του «γ» σε «κ», πρό του «ν», την Σημείωση 6 της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[9] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, την υπ’ αριθμ. 1 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα», όπου αναφέρεται ότι ο φθόγγος «γ», στην αρχαία Ελληνική, είχε διαφορετική προφορά, από την σημερινή, ήταν δηλαδή, κλειστός ακαριαίος, όπως το σανσκρητικό και λατινικό «g». Την προφορά αυτή διατήρησαν, μέχρι σήμερα, οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, όπου προφέρουν «εgώ, gάλα, gράφω, κ.λ.π.»..
[10] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό λεξικό), 2000, 394: Βλέπε την λ. «kavga».
[11] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[12] Κωστάκης, (ΣΙΛΛΗ), 1958, 191: Βλέπε την λ. «γαβγά» στην ως άνω φράση, στην ανάλυση της λ. «σhάνου».
[13] Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 114: Βλέπε την λ. «γαβγά».
[14] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 61: Βλέπε την λ. «γαβγά».
[15] Παπαδόπουλος Α., 1958, (Τόμ. 1ος), 369: Βλέπε την λ. «καβγά».
[16] Κοιμισόγλου, 2006, 206: Βλέπε την λ. «γαυγάς = καβγάς < τουρκ. kavga».
[17] Κοτσανίδης, 2004, 99 :Βλέπε την λ. «καβγάς».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά : Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να : Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Κωστάκης Π. Θαν., 1968. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Σίλλης, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α-Ε). Λάρισα.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1958. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέ-κτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 1ος (Α-Λ), Αθήνα: Τυπογρα-φείον Μυρτίδη.
Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.
Σταματάκος Ιωαν., 1972. ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ, ΑΘΗΝΑΙ : Εκδοτικός Οργανισμός «Ο ΦΟΙΝΙΞ», Ε.Π.Ε., ΦΕΙΔΙΟΥ 6.
Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.

