Γιώργος Λαβδάς.-
Η επιλογή του σημερινού μας άρθρου έγινε, προκειμένου να επισημανθεί η αξία και η χρησιμότητα, την οποία έχει ο «Γλωσσικός Κώδικας της Μυστής», για την Ποντιακή διάλεκτο, (και όχι μόνον), της οποίας μεγάλος αριθμός λέξεων θεωρούνται Αραβικής ή Τουρκικής προέλευσης, ενώ αυτές αποδεικνύεται ότι είναι Ελληνικές, μεταξύ των οποίων και η λέξη «κεβεζές», που θεωρείται ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «geveze».[1]
Η ελληνικότητα του Ποντιακού επιθέτου «κεβεζές» (= φλύαρος, μωρολόγος),[2] αποδεικνύεται από την παρακάτω ετυμολογική ανάλυση, με βάση την ίδια λέξη που υπάρχει και στην Μυσhιώτικη[3] διάλεκτο, όπου όμως προφέρεται ως «γκιeαβeαζeά» (= φλύαρος,-η,-ο, πολυλογάς,-ού, αυτός που του αρέσει να μιλά συνεχώς).
Στην τρισύλλαβη λέξη «γκιeαβeαζeά», (γκιeα – βeα – ζeά), το σύμβολο «eα» είναι ο φθόγγος «άλφα μακρόν» και προφέρεται μεταξύ του «ε» και του «α», ελάχιστα μακρόσυρτο.[4]
Οι δύο λέξεις κεβεζές» και «γκιeαβeαζeά», σημασιολογικά και ετυμολογικά, είναι ίδιες, έχοντας μόνον μια ελάχιστα μικρή διαφορά στην προφορά τους.
Η ετυμολόγηση του επιθέτου «γκιeαβeαζeά», καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία, του παρόντος σημερινού μας άρθρου, είναι τα ίδια με εκείνα που υπάρχουν στην παράγραφο 98, του βιβλίου μου με τίτλο, «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Α΄ (Α – Ε)».
Για την κατανόηση της ετυμολόγησης που ακολουθεί, ο αναγνώστης θα πρέπει να γνωρίζει ότι:
(i). Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το σύμφωνο δέλτα «Δ, δ» της Ελληνικής, όταν είναι στην αρχή μιας λέξης, σε κάποιες περιπτώσεις, τρέπεται σε «γ» ή σε «γι», όπως για παράδειγμα, «γιαβάζου» (= διαβάζω), «γιάσκαλης» (= δάσκαλος, κ.λ.π. Η τροπή του «δ» σε «γ» είναι γλωσσικό φαινόμενο και της ίδιας της Ελληνικής, (όπως π.χ. «διά > για», «διατί > γιατί», κ.λ.π.).[5]
(ii). Σε άλλες περιπτώσεις, το αρχικό «δ» λέξεων τρέπεται σε «γκ», που είναι η αρχική αρχαία Ελληνική προφορά του συμφώνου «γ». Ο φθόγγος «γ», στην αρχαία Ελληνική, είχε διαφορετική προφορά, από την σημερινή, ήταν δηλαδή, κλειστός ακαριαίος, όπως το σανσκρητικό και λατινικό «g». Την προφορά αυτή διατήρησαν μέχρι και σήμερα οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, όπως στις λέξεις, «εgώ», «gάλα», «gράφω», κ.λ.π.,[6] καθώς και οι Έλληνες κάτοικοι του χωριού «Ουλάγατς»,[7] όπως στις λέξεις: «γάλα > gάλα», «γάμος > gάμος», «γαμπρός > gαμπρός», «Γαβριήλ > Gαβριήλ», κ.λ.π.[8] Σημειωτέον δε, ότι ο φθόγγος «g», σε κάποιες περιπτώσεις λατινογενών λέξεων, προφέρεται άλλοτε ως «τζ», όπως στην Αγγλική λέξη «geometry» (= γεωμετρία) και άλλοτε ως «ζh» δασύ (παχύ), όπως στην Γαλλική λέξη «géométrie» (= γεωμετρία).
(iii). Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, χαρακτηριστική περίπτωση προφοράς του αρχικού συμφώνου «δ», ως «γκ», αποτελεί η πρόθεση «διά», όταν είναι πρώτο συνθετικό σύνθετων λέξεων, οπότε και τρέπεται σε «γκια-» ή «γκιeα-», όπως στο ρήμα «γκιeαμπeαρdήζου ή γκιeαμπeαρdώ» (= καταρρέω, πεθαίνω λόγω έλλειψης κυρίως νερού ή τροφής, καταστρέφομαι, εξαντλούμαι, εξοντώνομαι, ξελιγώνομαι), που σχηματίζεται από το «διά» + «πέρθω» (= καταστρέφω, ερημώνω, λεηλατώ, άφανίζω διά καταστροφῆς, περί προσώπων θανατώνω, άφανίζω), ο Μέλλων του οποίου είναι «πέρσω» και ο αόριστος «ἔπερσα» και «πέρσα».[9]
(iv). Το «γκιeαβeαζeά» είναι τύπος του επιθέτου «γκιeαυ’eαζeά ή γκιeα’βeαζeά ή γκιeαβeαζeά», του οποίου ο κάθε διαφορετικός τρόπος γραφής οφείλεται στην διαφορετική του ετυμολόγηση, καθώς η Μυσhιώτικη γλώσσα είναι προφορική και ως εκ τούτου, κατά την ετυμολόγηση λέξεων αυτής, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι ομόηχες λέξεις, που σημασιολογικά ταιριάζουν.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ
Ο τύπος «γκιeαβeαζeά» είναι σύνθετη Μυσhιώτικη λέξη, που σχηματίζεται από τα εξής στοιχεία:
i. Από την πρόθεση «διά», που είναι συνθετικό λέξεων και με την σημασία: «τό συνεχῶς ἐν χρόνῳ γίγνεσθαι τι».[10]
ii. Από το «βαζ-» του Ομηρικού ρήματος «βάζω» (= ὁμιλῶ, λέγω, λαλῶ, φλυαρῶ).[11]
iii. Από την επιθετική κατάληξη «-ζeά», της Μυσhιώτικης γλώσσας, που προκύπτει από το θέμα «ζή-», του ρήματος «ζήω,-ῶ» (= εἶμαι ἐν ζωῇ, ζῶ, ἀκμάζω, συντηροῦμαι ἐν τῇ ζωῇ, ἤ πορίζομαι τά πρός τό ζῆν, διάγω ὡρισμένον τρόπον ζωῆς),[12] το οποίο απαντάται και ως «ζάω, -ῶ» ή «ζώω, -ῶ».[13] Η εν λόγω κατάληξη σημαίνει αυτός που ζεί, από ό,τι (ή με ό,τι, ή για ό,τι) ακριβώς λέει το κυρίως θέμα της λέξης,[14] σχηματίζεται δε ως εξής: ζή- > ζά, λόγω τροπής του «η», σε «α»,[15] και > ζeά, λόγω τροπής του «α», σε «eα» (άλφα μακρόν). Άλλωστε, υπάρχει και ο ρηματικός τύπος «ζάω», του οποίου το θέμα είναι «ζα-».
Η σύνθεση των παραπάνω στοιχείων «διά + βαζ- + ζeά» σημαίνει, «αυτός που ζεί για να μιλά συνεχώς, δηλαδή, αυτός που όλο μιλά, αυτός που μια ζωή μιλά».
Σχηματισμός: διά + βαζ- + -ζeά > διαβαζζeά, > γκιαβαζeά, λόγω τροπής του αρχικού «δ», σε «γκ», σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, καθώς και λόγω συνεκφοράς των δύο συνεχόμενων «ζζ», ως ένα «ζ», > γκιαβeαζeά, λόγω τροπής του «α» της δεύτερης συλλαβής, σε «eα», (πρόκειται για αφομοίωση του «α» της δεύτερης συλλαβής, με το φωνήεν της αμέσως επόμενης συλλαβής, που είναι το «eα»),[16] και > γκιeαβeαζeά, λόγω τροπής του «α» της πρώτης συλλαβής, σε «eα» (άλφα μακρόν), λόγω πάλι αφομοίωσης με το φωνήεν της αμέσως επόμενης συλλαβής.
Πληροφοριακά, ο τύπος της λέξης «γκιeαυ’eαζeά» είναι σύνθετη λέξη, που σχηματίζεται από τα εξής στοιχεία: 1). Από το επίρρημα «αὖ» (= χρονικῶς ἐπί πάσης ἐπαναλήψεως πράξεως τινός, πάλιν, ἐκ νέου),[17] 2). Από το από το θέμα, «βαζ-», του παραπάνω ρήματος «βάζω», και 3). Από την επιθετική κατάληξη, «-ζeά», με την προαναφερθείσα σημασία. Στην περίπτωση αυτή το αρχικό «γκι-» οφείλεται στην προφορά της ψιλής, του πρώτου συνθετικού «αὖ», καθώς τα πνεύματα που είχαν οι λέξεις με το πολυτονικό σύστημα γραφής, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, (όπως άλλωστε και στην αρχαία Ελληνική), συνήθως είναι φθόγγοι, που προφέρονται, μάλιστα με συγκεκριμένες προφορές οι οποίες αναλύονται στον «Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής», του οποίου ο μεν Τόμος Α΄ έχει εκδοθεί, ο δε Τόμος Β’ είναι υπό έκδοση.
ΣΧΟΛΙΟ: Από την παραπάνω ανάλυση αποδεικνύεται η ελληνικότητα, της Μυσhιώτικης λέξης «γκιeαβeαζeά». Ως εκ τούτου, δεν ισχύει η άποψη εκείνων που θεωρούν ότι αυτή προκύπτει από Τουρκική λέξη. Στην Τουρκική γλώσσα υπάρχει βεβαίως η λέξη «geveze» (= πολυλογάς, φλύαρος, αμετροεπής, λαλίστατος, απεραντολόγος, γλωσσάς, γλωσσοκοπάνα, κ.λ.π.),[18] η οποία είναι λέξη «δάνειο», που πήρε από την Μυσhιώτικη γλώσσα, καθώς πρόκειται για την ίδια λέξη «γκιeαβeαζeά», της οποίας ο μεν αρχικός φθόγγος «γκ», στην Τουρκική, έχει τραπεί σε «g», τα δε «eα» έχουν τραπεί όλα σε «e», (γκιeαβeαζeά > geveze), προφανώς διότι η Τουρκική γλώσσα στερείται του φωνήεντος «eα» (άλφα μακρόν).
Με βάση την εν λόγω λέξη, σχηματίζονται και οι εξής Τουρκικές λέξεις, που και αυτές είναι λέξεις «δάνεια»: «gevezelenme» (= φλυαρία, κουτσομπολιό), «gevezelenmek» (= φλυαρώ, κουτσομπολεύω), «gevezelik» (= φλυαρία, πολυλογία, ακατέσχετη φλυαρία, πάρλα, αμετροέπεια, απεραντολογία, πλατειασμός, κ.λ.π.).[19]
Η Ποντιακή λέξη «κεβεζές», είτε αυτή προκύπτει από το «γκιeαβeαζeά», είτε είναι αντιδάνειο από το Τουρκικό «geveze», σε κάθε περίπτωση είναι λέξη Ελληνική, καθώς σχηματίζεται με τα ίδια στοιχεία, όπως και το «γκιeαβeαζeά», με κυρίαρχο το Ομηρικό ρήμα «βάζω» (= ὁμιλῶ, λέγω, λαλῶ, φλυαρῶ).
Τέλος δε, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, η λέξη «γκιeαυ’eαζeά ή γκιeα’βeαζeά ή γκιeαβeαζeά» αναφέρεται, αντίστοιχα, ως εξής:
(α). Στην Αξό, αναφέρεται ως επίθετο «gεβεζές» (= φλύαρος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «geveze».[20]
(β). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως επίθετο «κεβεζές» και ως «κeαβeαζeάς» (= φλύαρος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «geveze». Το θηλυκό γένος αυτού είναι: η «κεβεζού» ή η «κeαβeαζού».[21]
(γ). Στον Πόντο (στην Χαλδία), αναφέρεται ως επίθετο «κεβεζές» (= φλύαρος, μωρολόγος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «geveze».[22]
(δ). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται ως «γκιεβεζέ» (= πολυλογάς, φλύαρος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «geveze».[23]
(ε). Στην Κρητική διάλεκτο, η εν λόγω λέξη αναφέρεται ως «γκεβεζές» (= φλύαρος).[24]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1958, (Τόμ. 1ος), 432: Βλέπε την λ. «κεβεζές».
[2] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1958, (Τόμ. 1ος), 432: Βλέπε την λ. «κεβεζές».
[3] Ο φθόγγος «σh», της λέξης «Μυσhιώτικα», που δεν υπάρχει στην Ελληνική είναι το σύμφωνο «σ», που όμως προφέρεται με δασεία (με παχειά) προφορά.
[4] Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το δίχρονο φωνήεν ἀλφα της Ελληνικής έχει δύο διαφορετικές προφορές, δύο διαφορετικούς φθόγγους (φωνήματα), που συμβολίζονται, αντίστοιχα, με το «α» και με το «eα» (άλφα μακρόν), το οποίο άλλοι παλαιότεροι συγγραφείς συμβολίζουν ως «ä».
[5] Δημητράκος, Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή, στην δημοτική, του «δ» στο ημίφωνο «j», (ήτοι, σε «γ»), πρό του «ι», (όπως π.χ. «διά > για», «διατί > γιατί», κ.λ.π.), την Σημείωση 3, της ανάλυσης του γράμματος «Δ, δ, δέλτα».
[6] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα», όπου αναφέρεται η αρχαία προφορά του «γ», ως g.
[7] Το χωριό Ουλάγατς (τουρκιστί, Uluaǧaç), ήταν όμορο χωριό της Μυσhτής. Στα Ελληνικά λέγεται «Ασραdός ή Αζραdός», στα δε Μυσhιώτικα «Ναζ’ραdό», που προκύπτει από την σύνθεση των λέξεων, 1). «ἄστυρον» = πόλισμα ἤ ἀκρόπολις, [Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975}, και 2). -«ἦδος, -εος», που είναι ο Δωρικός τύπος του «ἇδος» = ἡδονή, τέρψις, ἀπόλαυσις, [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964]. Σχηματισμός: ἄστυρ- + ἄδος > ἀστυραδός > ναστυραdός, λόγω προφοράς της ψιλής ως «ν» και του «δ», ως «d», που είναι προφορά Πελασγική, > ναστ’ραdός, και > Ναζ’ραdό. Η θέση του είναι 13-14 χλμ, Νότια της Μυσhτής και 16 χλμ. ΒΑ της Νίγδης. Κατά τον ξεριζωμό, το χωριό ήταν μικτό με 146 οικογένειες (398 άτομα) Ελλήνων, όλοι τους ελληνόφωνοι, καθώς και με Τούρκους, (περίπου 250 άτομα).Μετά τον ξεριζωμό, εγκαταστάθηκαν στην Ποδογώριανη (Ποδοχώρι) Καβάλας, [Κ.Μ.Σ., (Η ΕΞΟΔΟΣ), 1982, (Τόμ. Β΄), 231 – 232: Βλέπε για το ΟΥΛΑΓΑΤΣ].
[8] Κεσισόγλου Ι., 1951, 22: Βλέπε για την προφορά του συμφώνου «γ», ως «g», όταν είναι στην αρχή λέξεων.
[9] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964 : Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ. «πέρθω».
[10] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 14 ερμηνεία της λ.
[11] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «βάζω».
[12] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’ αριθμ. 4 και 5 ερμηνείες της λ. «ζῶ».
[13] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «ζήω,-ῶ»..
[14] Από το ίδιο αυτό ρήμα προκύπτει και η κατάληξη «-τζής ή -τζhής ή –dζής ή –dζhής ή –τσής ή -τσhής», που δηλώνει επάγγελμα ή συνήθη δραστηριότητα, (βλέπε το λήμμα στο γράμμα «Τ», στο υπό συμπλήρωση «Λεξικό της Μυσhιώτικης Γλώσσας»).
[15] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «η» σε «α», την Σημείωση 5, της ανάλυσης του γράμματος «Η, η, ἦτα».
[16] Ένα φωνήεν παθαίνει «αφομοίωση», όταν γίνεται όμοιο με το φωνήεν της αμέσως επόμενης ή της αμέσως προηγούμενης συλλαβής, [Τζάρτζανος Αχ., (Γραμματική), 1962, 17: Βλέπε το εδάφιο 3 της παραγράφου 32.
[17] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’αριθμ. 2 ερμηνεία της λ.
[18] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 260: Βλέπε την λέξη, «geveze».
[19] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 260: Βλέπε τις ως άνω λέξεις.
[20] Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 136: Βλέπε την λ. «gεβεζές».
[21] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 88: Βλέπε την λ. «κεβεζές».
[22] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1958, (Τόμ. 1ος), 432: Βλέπε την λ. «κεβεζές».
[23] Κοιμισόγλου, 2006, 208: Βλέπε την λ. «γκιεβεζέ = πολυλογάς, φλύαρος < τουρκ. geveze».
[24] Ροδάκης, (Λεξικό), 53: Βλέπε την λ. «γκεβεζές».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (Κ.Μ.Σ.), 1982. Η Έξοδος, Τόμ. Β΄, Μουρέλος Γιάν., (επιμέλεια), Αθήνα: Έκδοση Κ.Μ.Σ.
Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.
Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.
Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι. Ι., 1968. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Αξού, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1958. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 1ος (Α-Λ), Αθήνα : Τυπογραφείον Μυρτίδη.
Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.
Ροδάκης, Ι., Θ., Το Κρητικό Λαλολόγιο, ΟΪ ΑΛΛΗ ΑΚΑΤΕΧΙΑ (ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΑΓΝΟΙΑ).
Τζάρτζανος Α. Αχ., 1962. Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Έκδοση Ο.Ε.Σ.Β.
Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα : Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

