Press ESC to close

Η Ελληνική λέξη «ντουλάπι», που στην Μυσhιώτικη γλώσσα λέγεται «dολάπ’», είναι λέξη Ελληνική και όχι Τουρκική, όπως θεωρούν πολλοί.

Γιώργος Λαβδάς.-

Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναδείξουμε την ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «dολάπ’», που σημαίνει «ντουλάπι», την οποία πολλοί άλλοι θεωρούν ως Τουρκική.

Η ετυμολογική ανάλυση της εν λόγω λέξης, η οποία παρουσιάζεται παρακάτω, αναφέρεται στην παράγραφο 94 του βιβλίου μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ  της Μυστής Καππαδοκίας, Οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), ΤΟΜΟΣ Α΄ (Α-Ε)».[1]

Η λέξη «dολάπ’»,[2] εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι προκύπτει από το ουσιαστικό της δημοτικής, «ντουλάπι ή ντολάπι» (= ἑρμάριον πρός ἐναπόθεσιν τῶν καθ’ ἡμέραν τροφίμων και φαγητῶν, γενικώς το ἑρμάριον), το οποίο όμως θεωρείται λέξη Τουρκική.[3] Όμως, για την ετυμολόγηση αυτής, υπάρχουν οι παρακάτω σχετικές λέξεις της αρχαίας Ελληνικής:

ἔνδον» (= ἔσωθεν, ἐντός, μέσα).[4]

λαπαρός,-ά,-όν» [= ἐπί προσκεφαλαίου (μαξιλαριοῦ), ὁ κοῖλος,  βαθουλός].[5] Το εν λόγω επίθετο είναι παράγωγο του αρχαίου ρήματος «λαπάζω», το οποίο αναφέρεται και στο Λεξικό του Ησυχίου, ως «λαπάζειν» (= ἐκκενοῦν),[6] που προκύπτει από την ρίζα «λαπ-».[7] Όμως, το επίθετο «κοῖλος, -η, -ον» (= ὁ ἔχων τό ἔσω μέρος αὐτοῦ κενόν, κοῦφον, ὁ ἄδειος).[8]

θόλος» (= τόπος, ἐν ᾧ τά συμποτικά σκεύη ἀπόκειται).[9]

θόλος» = κυκλοτερές οἰκοδόμημα θολωτόν, ἐν ᾧ ἐφυλάσσοντο τά οἰκιακά σκεύη καί τά τρόφιμα, ἀποθήκη, κελλάρι.[10]

θολῶσαι» (= πληρῶσαι, στεγἀσαι).[11]

ἀφίημι» = παραδίδω, παραχωρῶ, άφήνω τι εἰς τήν διάθεσιν τινός, παρατάω, καταλείπω, ἀφήνω.[12]

Το γ’ ενικό πρόσωπο της οριστικής ενεστώτος του ρήματος αυτού είναι «ἀφίησι» ή «ἀφίει», στην δε Ιωνική διάλεκτο είναι «ἀπίει».

Το εν λόγω ρήμα είναι σύνθετο, σχηματιζόμενο από την πρόθεση «ἀπό, ἀπ’», καθώς και από το ρήμα «ἵημι», ως εξής:  ἀπ’ + ἵημι > ἀφίημι, καθώς το «π» τρέπεται σε «φ», προ του αρχικού δασυνόμενου φωνήεντος γιώτα, «ἱ-», της επόμενης λέξης, ενώ στην Ιωνική διάλεκτο αυτό συνεχίζει και παραμένει «π», όπως στον  προαναφερθέντα τύπο του γ’ ενικού προσώπου «ἀπίει». Το ισχυρό θέμα του ρήματος αυτού είναι «ἀφη-», διότι το ισχυρό θέμα του «ἵημι», είναι «η-»,[13] ενώ στην Ιωνική διάλεκτο αυτό είναι «ἀπη-».

Το «dολάπ’» είναι σύνθετη λέξη, που σχηματίζεται με τους εξής δύο τρόπους:

(1). Σχηματίζεται από το θέμα «θόλ-», της παραπάνω Ομηρικής λέξης «θόλος», καθώς και από το Ιωνικό θέμα «ἀπη-», του ρήματος «ἀφίημι».

Η σύνθεση των δύο αυτών στοιχείων «θολ- + ἀπη-» σημαίνει, «ο θολωτός τόπος όπου μέσα του εναποθέτουν (φυλάσσουν, αφήνουν) κάτι, όπως π.χ. μαγειρικά σκεύη και είδη τροφίμων, κ.λ.π.». Πρόκειται για θολωτό οικίσκο, παλαιότερων εποχών, πρόχειρης κατασκευής, συνήθως πλίνθινης, που βρισκόταν κοντά ή στον ίδιο στον χώρο του μαγειρίου, όπου εναποθέτονταν και αποθηκεύονταν τα διάφορα μαγειρικά σκεύη ή και είδη τροφίμων.

Σχηματισμός: θολ- + ἀπη- > δολάπη, λόγω  τροπής του «θ» ως «δ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[14]  και > dολάπ’, λόγω προφοράς του «δ», ως «d», που είναι προφορά Πελασγική,[15] με ταυτόχρονη απόρριψη του ἀτονου καταληκτικού «η», που είναι σημαντικός κανόνας της Μυσhιώτικης γλώσσας.

(2). Σχηματίζεται από το επίρρημα «ἔνδον», από την ρίζα «λαπ-», από την οποία σχηματίζεται και το παραπάνω επίθετο «λαπαρός», με την σημασία του «κοῖλος» (= ο ἔχων τό ἔσω μέρος αὐτοῦ κενόν, κοῦφον),[16] καθώς και από την κατάληξη «-ι», που είναι για ουσιαστικά ουδετέρου γένους.

Η σύνθεση των τριών αυτών στοιχείων «ἔνδον + λαπ- + -ι» σημαίνει «αυτό που είναι  εσωτερικά κενό, κούφιο».

Σχηματισμός: ἔνδον + λαπ- + -ι, > ενδονλάπι, > ενdολλάπι, λόγω προφοράς του «δ» ως «d»,[17] με ταυτόχρονη τροπή του δεύτερου κατά σειράν «ν» της λέξης ως «λ», λόγω αφομοίωσης του «ν» προς το επόμενό του σύμφωνο «λ»,[18] > ‘νdολλάπ’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «-ι», (που είναι σημαντικός κανόνας της Μυσhιώτικης γλώσσας), με ταυτόχρονη απόρριψη και του άτονου αρχικού «ε», που επίσης είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[19] και > dολάπ’, λόγω συνεκφοράς του αρχικού συμπλέγματος «νd», ως «d», καθώς και λόγω γραφής της λέξης με ένα «λ», (όπως δηλαδή γράφεται η λέξη και στην δημοτική, που δεν είναι απαραιτήτως ορθό).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:  Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «dολάπ’», από την οποία θεωρώ ότι προκύπτει και η λέξη της δημοτικής «ντουλάπι ή ντολάπι», λόγω γραφής του αρχικού «d», ως «ντ». Ως εκ τούτου, δεν ισχύει η άποψη εκείνων που θεωρούν ότι αυτή είναι λέξη Τουρκική ή Αραβική. Το γεγονός δε ότι αυτή υπάρχει και στην Τουρκική γλώσσα ως «dolap» (= ντουλάπι, ερμάρι, κομπίνα, σκευωρία),[20] φανερώνει ότι πρόκειται για λέξη «δάνειο», την οποία έχει πάρει από την Μυσhιώτικη γλώσσα. Λέξη «δάνειο» είναι επίσης και το παράγωγο αυτού «dolapçi» (= σκευωρός, απατεώνας),[21] το οποίο φαίνεται ότι χρησιμοποιείται με μεταφορική σημασία, σε σχέση με το «dολαπτσhής» της Μυσhιώτικης γλώσσας, που σημαίνει «ο ντουλαπτσής, ο κατασκευαστής ντουλαπιών».

Η Μυσhιώτικη λέξη «dολάπ’», στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:

(α). Στην Ανακού, αναφέρεται στον πληθυντικό, ως «ντουλάπια», καθώς και ότι προκύπτει από το Τουρκικό «dolap».[22]

(β). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως το «τολάπι» (=  ντουλάπα), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dolap».[23]

(γ). Στον Πόντο, το εν λόγω ουσιαστικό με την σημασία, «ντουλάπι, ἑρμάριον», αναφέρεται κατά περιοχές, ως εξής: Στην Κερασούντα, στην Οινόη και στην Τρίπολη, ως το «dολάπιν». Στην Τραπεζούντα και στην Χαλδία, ως το «dολάπ’». Στα Κοτύωρα, στην Σάντα, στα Σούρμενα, στην Τραπεζούντα και στην Χαλδία, ως το «τολάπ’». Επίσης, αναφέρεται και ότι προέρχεται από την Αραβική λέξη «dopab».[24]

(δ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», το εν λόγω  ουσιαστικό αναφέρεται, ως «ντολάπ» (= ντουλάπι), καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «dolap».[25]

(ε). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», το εν λόγω ουσιαστικό αναφέρεται ως «ντολάπ» (= ντουλάπι), καθώς και ότι προκύπτει από το Τουρκικό «dolap».[26]

(στ). Στο Δυτικοκρητικό γλωσσικό ιδίωμα, το εν λόγω ουσιαστικό αναφέρεται, ως το «ντολάπι» (= ντουλάπι), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη, «dolap».[27]

(ζ). Στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, το εν λόγω ουσιαστικό αναφέρεται, ως το «ντουλάπι ή ντολάπι», καθώς και ότι είναι Τουρκικό.[28]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Λαβδάς, (Γλωσσικός Κώδικας), 2025, 261-264: Βλέπε την ετυμολογική ανάλυση της λ. «dολάπ’».

[2] Ο φθόγγος «d», της Μυσhιώτικης γλώσσας, προφέρεται όπως και  το Αγγλικό ή Γαλλικό αυτό γράμμα, που ηχητικά δεν αποδίδεται με τον φθόγγο «ντ» της Ελληνικής.

[3] Δημητράκος, (Λεξικό), 1064: Βλέπε την λ. «ντουλάπι ή ντολάπι», καθώς και ότι θεωρείται λέξη Τουρκική.

[4] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης, βλέπε και Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[5] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’αριθμ. 2 ερμηνεία της λ. «λαπαρός».

[6] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[7] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «λαπάζω» και την ρίζα αυτού «λαπ-».

[8] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την  υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ.

[9] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[10] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.

[11] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[12] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε  τις υπ’ αριθμ. 9 και 26 ερμηνείες της λ.

[13] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «ἵημι».

[14] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για το ότι στην Αιολική διάλεκτο, καθώς και στην δημοτική, το «θ» εναλλάσσεται με το «δ», (π.χ.  ἄνθηρον > ἄνδηρον, θειαφίζω > δειαφίζω),  την Σημείωση 5, της ανάλυσης του γράμματος «Θ, θ, θῆτα».

[15] Θωμόπουλος, 2007, (Β΄ Έκδοση), 357: Βλέπε, την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου ο Θωμόπουλος χαρακτηρίζει την προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), ως προφορά Πελασγική.

[16] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την  υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ.

[17] Ο Μυσhιώτης αδυνατεί να προφέρει το σύμφωνο «δ» και συνήθως το προφέρει ως «d», που είναι προφορά Πελασγική, σύμφωνα με τον Ιάκωβο Θωμόπουλο, όπως αναφέρθηκε και σε προηγούμενη Σημείωση.

[18] Το «ν», όταν ευρίσκεται προ των συμφώνων, «μ, λ, ρ», αφομοιούται προς αυτά. [Τζάρτζανος, (Γραμματική), 1962, 23: Βλέπε εδάφιο 6γ΄, της σελ. 23].

[19] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την αποβολή του αρκτικού «ε», την Σημείωση 6 της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[20] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 187: Βλέπε την λ. «dolap».

[21] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 187: Βλέπε την λ. «dolapçi».

[22] Κωστάκης, (ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 55: Βλέπε την λ. «ντουλάπια» στην σελ. 55, καθώς και την Σημείωση 6 αυτής.

[23] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 52: Βλέπε την λ. «τολάπι».

[24] Παπαδόπουλος, (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1958, (Τόμ. 1ος), 273: Βλέπε την λ. «dολάπιν».

[25] Κοτσανίδης, 2004, 147: Βλέπε την λ. «Ντουλάπι».

[26] Κοιμισόγλου, 2006, 214: Βλέπε την λ. «ντολάπ».

[27] Ξανθινάκης, (Λεξικό), 2009, (Δ΄έκδοση), 446: Βλέπε την λ. «ντολάπι».

[28] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «ντουλάπι».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:

https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/kommissionen/vanishinglanguages/Collections/Greek_varieties/Cappadocian_Greek/Bibliography_pdfs/Anastasiadis_1980_-_Turkikes_farasiotika.pdf

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα : Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα :  Εκδόσεις Πελεκάνος.

Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη : Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.

Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.

Κωστάκης Π. Θαν., 1963. Η ΑΝΑΚΟΥ, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.

Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α-Ε). Λάρισα.

Ξανθινάκης, Αντ.. 2009. Λεξικό Ερμηνευτικό & Ετυμολογικό του Δυτικο-κρητικού Ιδιώματος, (Έκδοση Δ΄), Ηράκλειο : Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα : Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1958. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέ-κτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 1ος (Α-Λ), Αθήνα :  Τυπογραφείον Μυρτίδη.

Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα : εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.

Τζάρτζανος Α. Αχ., 1962. Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα : Έκδοση Ο.Ε.Σ.Β.

Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα : Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.