Γεώργιος Λαβδάς.-
Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφερθούμε στην Ελληνική προέλευση της επιρρηματικής φράσης «γιαβάς – γιαβάς» (ήσυχα, αθόρυβα, σιγά-σιγά), που υπάρχει στο λαϊκό ρεμπέτικο τραγούδι, με τίτλο ο «καϊξής».
Πρόκειται για το λαϊκό ρεμπέτικο τραγούδι του 1948. Τα λόγια του τραγουδιού, (που δεν αποκλείεται να έχουν και αλληγορική σημασία), αναφέρονται σε ανώνυμο πρωταγωνιστή, που ζητά από έναν βαρκάρη (καϊξή) να πλεύσει αθόρυβα, μέσα στης νύχτας τη σιγαλιά, προς συγκεκριμένο ακρογιάλι της Κωνσταντινούπολης, με ήσυχα νερά σαν της λίμνης (στου Χαρεμιού την Λίμνη), που είναι δίπλα στο χαρέμι, προκειμένου να κλέψει και να ελευθερώσει την πανέμορφη γυναίκα (την γκιουζέλ χανούμ), που κρατείται μέσα στο χαρέμι φυλακισμένη και που ζητά την λευτεριά της.
Τα πρώτα λόγια του τραγουδιού, όπου υπάρχει και η επίμαχη φράση, είναι τα εξής:
Γκέλ, γκέλ, καϊξή
Γιαβάς – γιαβάς
Μεσ’ στης Πόλης τ’ ακρογιάλι,
μέσ’ στη σιγαλιά,
μεσ’ στου Χαρεμιού τη Λίμνη,
γκέλ, γκέλ καϊξή, κ.λ.π., κ.λ.π.
Η φράση «γιαβάς – γιαβάς» του τραγουδιού θεωρείται ως Τουρκική, προφανώς διότι, στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει η λέξη «yavaş» (= αργός, βραδύς, σιγανός, σιγά, σιγά – σιγά, αγάλια – αγάλια, με το μαλακό, γιαβάς – γιαβάς).[1]
Όμως, η εν λόγω φράση υπάρχει και στην Μυσhιώτικη διάλεκτο, της οποίας, όπως και αλλού έχω επισημάνει, είμαι φυσικός ομιλητής,[2] ως «γιαβάσh’ – γιαβάσh’»[3] (= σιγά – σιγά, μαλακά, ήσυχα – ήσυχα, χωρίς έντονο ήχο, χωρίς πολύ θόρυβο, σιωπηρά).
Η απόδειξη της ελληνικότητάς της βασίζεται στην παρακάτω ετυμολογική ανάλυση της φράσης, η οποία γίνεται με βάση τον «Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής». Η ίδια απόδειξη υπάρχει και στο βιβλίο μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Α΄».[4]
Ανάλυση της φράσης «γιαβάσh’ – γιαβάσh’»
Η φράση «γιαβάσh’ – γιαβάσh’» (= σιγά – σιγά, μαλακά, ήσυχα – ήσυχα, χωρίς έντονο ήχο, χωρίς πολύ θόρυβο, σιωπηρά),της Μυσhιώτικης γλώσσας, έχει σημασία Τροπικού Επιρρήματος και σχηματίζεται από την επανάληψη της λέξης «γιαβάσh’».
Ετυμολογικά, το «γιαβάσh’» σχηματίζεται από το θέμα «ἄβαζ-», του αρχαίου Ελληνικού επιθέτου «ἄβαζος» (= ἥσυχος, ἤγουν ἐστερημένος τοῦ βάζειν, ὅ ἔστι λέγειν), το οποίο αναφέρεται στο λεξικό του ΣΟΥΪΔΑ,[5] ενώ η φράση «ἐστερημένος τοῦ βάζειν», σημαίνει: «ἐστερημένος τοῦ λέγειν, τοῦ ὁμιλεῖν».
Στον Όμηρο αναφέρεται το ρήμα «βάζω» (= λαλῶ, φλυαρῶ, ὁμιλῶ), το οποίο έχει σωθεί στην καθομιλουμένη, (στον αόριστο και στον μέλλοντα), ως «ἔβαξε» και «θά βάξῃ», με την σημασία του «ἤχησε, θά ἠχήσει, ὤστε νά ἀκουστεῖ, κ.λ.π.).[6] Ο Ησύχιος αναφέρει το ρήμα «βάζειν» (= λέγειν). Τέλος, στην δημοτική, χρησιμοποιούνται οι λέξεις, «βαζούρα» (= ταραχή, βοή, θόρυβος, σάλος, ἄλλως, βαβούρα)[7] και «βαζούρας»,[8] οι οποίες έχουν την αντίθετη σημασία της λέξης, «ἄβαζος», από την οποία και προκύπτουν, αφαιρώντας το στερητικό «α» αυτής.
Επομένως, η λέξη «ἄβαζος» σημαίνει «ἥσυχος», αλλά και «σιωπηρός, που δεν ηχεί, που δεν ακούγεται», ως «ἐστερημένος τοῦ βάζειν», δηλαδή, ως «ἐστερημένος τοῦ λέγειν, τοῦ ὁμιλεῖν».
Σχηματισμός του «γιαβάσh’»: ἄβαζ- > γιάβαζ’, λόγω προφοράς της ψιλής, ως «γ»,[9] που είναι γλωσσικό φαινόμενο γενικά της Ελληνικής,[10] το οποίο συνοδεύεται εδώ και από το ευφωνικό πρόσφυμα «ι», καθώς ακολουθεί το φωνήεν «α», με το οποίο σχηματίζεται η αρχική συλλαβή «για-», (ενώ, σε άλλες περιπτώσεις, το πρόσφυμα «ι» δεν εμφανίζεται, όταν η αρχική λέξη αρχίζει, π.χ. από φωνήεν με προφορά «i», όπως «ἵδρως > γίτρους» =ιδρώτας), και > γιαβάσh’, λόγω τροπής του «ζ», σε δασύ «σh»,[11] με ταυτόχρονη καταβίβαση του τόνου στην λήγουσα, τρέποντας τελικά το αρχικό θέμα «ἄβαζ-», στο επίρρημα «γιαβάσh’».
Η φράση «γιαβάσh’ – γιαβάσh’», που σχηματίζεται από την επανάληψη του επιθέτου «γιαβάσh’», αποκτά την εξής επιρρηματική σημασία[12]: «ήσυχα -ήσυχα», «σιωπηρά – σιωπηρά», «χωρίς ομιλίες», «αθόρυβα», «χωρίς θόρυβο», «χωρίς βαζούρα», κ.λ.π.
Η χρήση της εν λόγω φράσης, δεν παρέμεινε με την αρχική σημασία αυτής, «χωρίς ομιλίες > σιωπηρά > αθόρυβα». Αντίθετα, επεκτάθηκε και εμπεριέχει επίσης και την σημασία του «βραδύς, αργός, με το μαλακό, κ.λ.π.». Η σημασιολογική αυτή επέκταση ήταν φυσικό επόμενο (επακόλουθο), αφού κάθε τι που κινείται γρήγορα, (δηλαδή, με ταχύτητα), προκαλεί και θόρυβο, σε αντίθεση με εκείνο που κινείται αργά, (όπως π.χ. άλογο που καλπάζει και άλογο που περπατά).
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «γιαβάσh’». Ως εκ τούτου, δεν ισχύει ή άποψη εκείνων που θεωρούν ότι αυτή προκύπτει από Τουρκική λέξη. Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει όντως η ίδια εν λόγω λέξη, ως «yavaş» (= αργός, βραδύς, σιγανός, σιγά, σιγά σιγά, αγάλια αγάλια, με το μαλακό, γιαβάς γιαβάς),[13] που θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο», την οποία έχει πάρει από την Μυσhιώτικη γλώσσα.
Από την λέξη «yavaş» σχηματίζονται επίσης και οι ακόλουθες Τουρκικές λέξεις, που και αυτές είναι λέξεις «δάνεια», από την ίδια λέξη, της Μυσhιώτικης γλώσσας: «yavaşça» (= σιγά, σιγανά, αργούτσικα, ήρεμα, χαμηλόφωνα), «yavaşçacik» (= σιγανά, χαμηλόφωνα, ψιθυριστά, ήρεμα), «yavaşlama» (= βράδυνση), «yavaşlatici» (= επιβραδυντικός), «yavaşlamak» (= επιβραδύνω, βραδύνω, ησυχάζω), «yavaşlatilma» (= επιβράδυνση), «yavaşlatilmak» (= επιβραδύνομαι), «yavaşlatma» (= παρέλκυση, επιβράδυνση), «yavaşlatmak» (= επιβραδύνω, παρελκύω), «yavaşlik» (= βράδυνση, βραδύτητα, αργοσάλεμα).[14]
Τέλος δε, η λέξη «γιαβάσh’», στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, όπου και θεωρείται σχεδόν από όλους ως Τουρκική, αναφέρεται, αντίστοιχα, ως εξής :
(α). Στο λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται ως το επίρρημα «γιαβάς», σε διπλή εκφορά ως «γιαβάς γιαβάς» (= βαθμηδόν καί κατ’ ὀλίγον, σιγά σιγά, μέ τουρκικήν νωχέλειαν), καθώς και ότι αυτή είναι λέξη Τουρκική.[15]
(β). Στην Αξό, αναφέρεται ως το επίρρημα «γιαβάς γιαβάς» (= σιγά σιγά), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από το Τουρκικό «yavaş yavaş».[16]
(γ). Στο Αραβανί, αναφέρεται ως το επίρρημα, «γιαβάσh’» (= σιγά), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από το Τουρκικό «yavaş».[17]
(δ). Στο Ουλάγατς, αναφέρεται ως το επίρρημα «γιαβάσhα» (= σιγά), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «yavaş».[18]
(ε). Στα Φάρασα, η εν λόγω λέξη αναφέρεται ως «γιαβάσhα» (= σιγά), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «yavaş».[19] Η ίδια λέξη, από άλλον συγγραφέα, αναφέρεται ως επίρρημα «γιαβάσh’» (= σιγά), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «yavaŝ».[20]
(στ). Στον Πόντο, η εν λόγω λέξη αναφέρεται ως επίρρημα (ἐπί κινήσεως) «γιαβάσhα» (= σιγά), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «yavaş».[21]
(ζ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», η εν λόγω λέξη αναφέρεται ως «γιαβάς-γιαβάς» (= σιγά – σιγά, χωρίς βιασύνη, χαμηλόφωνα), καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «yiavas» (= αργά) ή «yavas» (= σιγά).[22]
(η). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΜΙΣΤΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», η εν λόγω λέξη αναφέρεται ως «γιαβάσια» (= σιγά), στην φράση «γιαβάσια βρέχ’».[23]
(θ). Στα Βουρλά της Σμύρνης, αναφέρονται οι λέξεις «γιαβάσης» και «γιαβάσικος» (= ἄνθρωπος πρᾶος), καθώς και ότι αυτή είναι λέξη Τουρκική.[24]
(ι). Στην Κρητική διάλεκτο, αναφέρεται η σχετική λέξη «γιαβάσικος» = ελαφρός.[25]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 823: Βλέπε την λ. «yavaş».
[2] Η δήλωσή μου ότι «είμαι φυσικός ομιλητής», της εν λόγω διαλέκτου, όπως και αλλού έχω διευκρινίσει, απευθύνεται, κατά κύριο λόγο, προς εκείνους οι οποίοι αμφισβητούν τά αναφερόμενά μου, με το επιχείρημά τους ότι αυτά δεν αναφέρονται σε βιβλιογραφικές πηγές. Αρνούνται προφανώς να κατανοήσουν ότι η πλέον σημαντική και ζώσα ακόμη πηγή είναι η μητρική μου γλώσσα, η οποία διατηρήθηκε, στο πέρασμα των χιλιετηρίδων, μόνον προφορικά και δεν υπάρχουν γραπτά κείμενα αυτής. Οι μόνες υπάρχουσες πηγές είμαστε όσοι ακόμη μιλούμε την γλώσσα αυτή. Όσοι δε από τους ερευνητές έχουν ασχοληθεί με την γλώσσα αυτή, ακόμη και εάν είναι καταξιωμένοι επιστήμονες γλωσσολόγοι, έχουν ένα αδύνατο σημείο, που είναι ότι «δεν γνωρίζουν την γλώσσα μας». Τα επιστημονικά στοιχεία δε, που παρουσιάζουν, βασίζονται κατ’ ανάγκη σε πληροφορίες, που δεν είναι πάντοτε αξιολογημένες (διακριβωμένες), για τον βαθμό αξιοπιστίας τους, τόσον ως προς την προφορά, (καθώς πολλές λέξεις ή και φράσεις έχουν γραφεί μόνον με την Ελληνική αλφάβητο, που είναι ανεπαρκής για την ορθή και πιστή προφορά της Μυσhιώτικης γλώσσας μας), όσον και ως προς την ορθογραφία των λέξεων, με αποτέλεσμα πάρα πολλές λέξεις μας να ετυμολογούνται, ως Τουρκικές, ενώ, στις περισσότερες των περιπτώσεων, αποδεικνύεται ακριβώς το αντίστροφο.
[3] Ο φθόγγος «σh», όλων των λέξεων της «Μυσhιώτικης διαλέκτου», είναι το σίγμα δασύ (παχύ), που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Προφέρεται όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch», στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).
[4] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 191: Βλέπε την ανάλυση της φράσης «γιαβάσh’ – γιαβάσh’».
[5] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λέξη «ἄβαζος», όπου αναφέρονται τα εξής: Σουΐδας, «ἤγουν ἐστερημένος τοῦ βάζειν» του λέγειν, ἥσυχος. Το ίδιο λεξικό του Δ. Δημητράκου έρμηνεύει, ως εξής, το ρήμα «βάζω» (= ὁμιλῶ, λέγω). Επἰσης, βλέπε την ίδια λέξη «ἄβαζος» και στο Λεξικό του Σουΐδα.
[6] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «βάζω».
[7] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[8] Την λέξη «βαζούρας» και ότι αυτή σχετίζεται με το «ἄβαζος», μου την ανέφερε η αγαπητή μου και οικογενειακή φίλη, Παναγιώτα Κολοβού, που είναι φιλόλογος από την περιοχή Καρδίτσας.
[9] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 183: Βλέπε την παράγραφο 68, όπου αναλύεται ο γλωσσικός κανόνας προφοράς του πνεύματος (ψιλή ή δασεία), ως «γ» ή ως «γι».
[10] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε για την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, όπως για παράδειγμα οι λέξεις: «γαῖα αντί αἶα», «γαῖμα αντί αἷμα», «γήλιος αντί «ἥλιος», κ.λ.π., την υπ’ αριθμ. 2 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[11] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ζ» σε «σ», την Σημείωση 4 και 5 στην ανάλυση του γράμματος «Ζ, ζ, ζῆτα».
[12] Για παράδειγμα, από το επίθετο της δημοτικής «καλός, -ή, -ό» προκύπτει η δημοτική φράση, με επιρρηματική σημασία, «καλά-καλά». Αντίστοιχα, από το επίθετο «λίγος, -η, -ο» προκύπτει η φράση, με επιρρηματική σημασία, «λίγο-λίγο», κ.ο.κ.
[13] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 823: Βλέπε την λ. «yavaş»..
[14] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 823: Βλέπε όλες τις ως άνω λέξεις.
[15] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «γιαβάς».
[16] Μαυροχαλυβίδης Γ., 1990, (Τόμ. 1ος), 615: Βλέπε την λ. «γιαβάς γιαβάς».
[17] Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 50: Βλέπε την λ. «γιαβάσh’».
[18] Κεσισόγλου Ι., 1951, 114: Βλέπε την λ. «γιαβάσhα».
[19] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 117 : Βλέπε την λ. «γιαβάσhα»..
[20] Ανδριώτης Ν. Π., 1948, 79: Βλέπε την λ. «γιαβάσh’».
[21] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1958, (Τόμ. 1ος), 224: Βλέπε την λ. «γιαβάσhα».
[22] Κοτσανίδης, 2004, 38: Βλέπε την λ. «Αργά» στην σελ. 38, καθώς και την λ. «Σιγά-σιγά», στην σελ. 189.
[23] Κωστάκης, 1979, 386: Βλέπε την λ. «γιαβάσια», στην σημείωση 1 της σελ. 386.
[24] ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, (ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ), 1972, (Τόμ. 15ος), 255: Βλέπε την λ. «γιαβάσης».
[25] Ροδάκης, (Λεξικό), 51: Βλέπε την λ. «γιαβάσικος», στην σελ. 51.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:
Ανδριώτης Π. Ν., 1948. Το Γλωσσικό Ιδίωμα των Φαράσων, Αθήνα: COLLECTION DE L’ INSTITUT FRANCAIS D’ ATHÈNES, ΜΟΥΣΙΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ, ΑΡΧΕΙΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΕΛΠΩΣ ΜΕΡΛΙΕ, Τόμος 4, ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ.
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Κωστάκης Π. Θαν., 1977. Το Μιστί της Καππαδοκίας, (Τόμ. I και II), Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.
Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.
Μαυροχαλυβίδης Π. Γ., 1990. Η Αξό Καππαδοκίας, Τόμ. 1ος και 2ος, (Μονογραφία), Αθήνα: Έκδοση Ορέστης, Πρόδρομος και Ανθούλα Μαυροχαλυβίδη.
ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1972. ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ, Τόμ. 15ος, Αθήνα: Έκδοση του Τμήματος Μικρασιατικών Μελετών της Ενώσεως Σμυρναίων. Το ενδιαφέρον τμήμα αυτού αναφέρεται στο «Γλωσσικό Ιδίωμα των Βούρλων της Μ. Ασίας», το οποίο επιμελήθηκε ο Νίκος Ε. Μηλιώρης.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1958. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 1ος (Α – Λ), Αθήνα: Τυπογραφείον Μυρτίδη.
Ροδάκης, Ι., Θ., Το Κρητικό Λαλολόγιο, ΟΪ ΑΛΛΗ ΑΚΑΤΕΧΙΑ (ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΑΓΝΟΙΑ).
Σούδα ή Σουΐδα, Λεξικόν, Τόμος Δ΄ (Φιλολογική αποκατάστασις IMM. BEKKER). Εκδόσεις Γεωργιάδης, (ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ).
Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.
***

