Λαβδάς Γεώργιος-. 28-9-2026.
Στο σημερινό μας άρθρο, θα εξετάσουμε την ετυμολογία του ουσιαστικού της δημοτικής ο «μιναρές», που το μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρει ότι είναι λέξη Τουρκική και ότι σημαίνει ο «υψηλός και λεπτός πύργος, ως εξάρτημα του οθωμανικού τεμένους, από του οποίου ο χότζας ή ο μουεζἰνης καλούν τους πιστούς εις προσευχήν».[1]
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, η εν λόγω λέξη, σε όλες τις πτώσεις του μεν ενικού αριθμού, είναι «μηναρέ», του δε πληθυντικού, «μηναρέϊα». Όσον δε αφορά τον λόγο γραφής της λέξης με «η», αντί με «ι», αυτός θα γίνει άμεσα αντιληπτός από την ανάλυση που ακολουθεί.
Μερικά πληροφοριακά στοιχεία
Η λέξη «μιναρές» σε Σημείωση, στο βιβλίο του Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου με τίτλο «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ», αναφέρεται ως «μηναρέ», καθώς και ότι αυτή προκύπτει από το Αραβικό «ἐλ μηνάρ», που σημαίνει «πυρσός ἤ φωστήρ, ἐξ αἰτίας τῶν λαμπτήρων, δι’ ὧν οἱ πύργοι οὗτοι φωτίζονται, κατά τάς τοῦ Ῥαμαζανίου νύκτας».[2]
Στην κορυφή του «μηναρέ» (= μιναρέ), ως επί το πλείστον, παρατηρούμε ότι στηρίζεται η ημισέληνος, η οποία συνήθως είναι επίχρυσος. Υπάρχουν όμως και κάποιοι μιναρέδες που δεν έχουν ημισέληνο αλλά κάποιο άλλο σχήμα, όπως για παράδειγμα ο μιναρές, από το κεντρικό Τζαμί της Κομοτηνής, στην Θράκη, που αντί ημισέληνο έχει σχήμα, που παραπέμπει, είτε σε «καθιστή ημισέληνο», είτε στην μουσική λύρα του Ορφέα.[3]
Κάθε Τζαμί έχει συνήθως και έναν μιναρέ. Στον ναό της Αγίας Σοφίας, που έγινε τζαμί, μετά την άλωση της Πόλης, υπάρχουν σήμερα συνολικά τέσσερεις μιναρέδες.[4] Στον κάθε ένα, από τους εν λόγω μιναρέδες, υπάρχει η ημισέληνος, η οποία στηρίζεται επάνω στην κορυφή του μιναρέ. Ίδια ημισέληνος υπάρχει επίσης και στην κορυφή του τρούλου του ναού.
Στην παρακάτω εικόνα, από το διαδίκτυο, εικονίζεται ο ναός της «Αγιά – Σοφιάς», με τους «μηναρέδες» της, στην κορυφή των οποίων διακρίνεται πολύ αμυδρά η ημισέληνος:[5]

Στην παρακάτω εικόνα από το διαδίκτυο, φαίνεται από κάποιο Τζαμί η κορυφή ενός τρούλου με την ημισέληνο:[6]

Στην παρακάτω εικόνα από το διαδίκτυο φαίνεται ένας μιναρές, στην κορυφή του οποίου διακρίνεται η ημισέληνος:[7]

Παρακάτω αναφέρονται τρεις φράσεις στην Μυσhιώτικη γλώσσα, με την εν λόγω λέξη. Στο τέλος της κάθε μιας ακολουθεί σύντομο «video», όπου ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την φράση, δίχως την μετάφρασή της:
(i). -«Ση πολλά Καπεdοκίας χωρ-jιά, καχόdαν τσhι τ’εμeάρ’ τσhι Τhούρτσh’. Σ’ εκείνια dά χωρ-jιά, είχαν τσhι νεκκλησhιές, είχαν τσhι τζhαμιά μη dά μηναρέϊα τ’νη. Dού Μυσhτή dέν είχh-ην ούτη ένα Τhούρκου, γι’ αυτό τσhι dέ ηdουν, ούτη ένα τζhαμί ούτη ένα μηναρέ» = Σε πολλά χωριά της Καππαδοκίας, κάθονταν (κατοικούσαν) και δικοί μας (Έλληνες) και Τούρκοι. Σ’ εκείνα τα χωριά, είχαν και εκκλησίες, είχαν και τζαμιά με τους μιναρέδες τους. Η Μυσhτή δεν είχε ούτε έναν Τούρκο, γι’ αυτό και δεν υπήρχε, ούτε ένα τζαμί ούτε ένας μιναρές.
#
(ii). -«Τσhαρικλής τ’Άϊ- Γιώρ’ νεκκλησhιά, ‘τούν έφ’χαν τ’εμeάρ’, Τhούρτσh’ dέν dου χάλασαν, ποίκαν dου τζhαμί, μ’ένα ψελόο μηναρέ. Πή’α, ράν’τσια dου» = του Τσαρικλή την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, όταν έφυγαν οι δικοί μας, οι Τούρκοι δεν την χάλασαν, την έκαναν τζαμί, με έναν ψηλόο μιναρέ. Πήγα, (και) το είδα.
#
(iii). -«D’ Α’ιά-Σοφιά, ‘τούν dου πήραν Τhούρτσh’, dέν dου χάλασαν, ποίκαν dου τζhαμί μη τέσσ’ρα μηναρέϊα» = την Αγιά – Σοφία, όταν την πήραν οι Τούρκοι, δεν την χάλασαν, την έκαναν τζαμί με τέσσερεις μιναρέδες.
#
Ετυμολόγηση
Ετυμολογικά, η λέξη «μιναρές» θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι είναι Τουρκική, όπως άλλωστε αναφέρει και το Λεξικό του Δ. Δημητράκου, και το θέμα μας να κλείσει εδώ. Όμως δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα δύο ακόλουθα σημαντικά στοιχεία, που σχετίζονται άμεσα με το έτυμον της λέξης αυτής:
(a). Η Σημείωση 1, της σελίδας 503, στο προαναφερθέν βιβλίο του Σκαρλάτου Δ. Βυζαντίου, η οποία αναφέρει τον «μιναρέ», ως «μηναρέ», καθώς και ότι πρόκειται για την Αραβική λέξη «ελ μηνάρ», και με την σημασία που προαναφέρθηκε. [8]
(b). Οι «μηναρέδες» (= μιναρέδες), στο σύνολό τους, έχουν (κρατούν, βαστούν, σηκώνουν) ψηλά, στην κορυφή τους, την ημισέληνο.
Σχηματισμός του «μηναρές»
Λαμβάνοντας υπόψη την παραπάνω γραφή της λέξης ως «μηναρές», αντί «μιναρές», (όπως αυτή γράφεται μέχρι τώρα στην Ελληνική δημοτική), καθώς επίσης και την πραγματική εικόνα του «μηναρέ», με την ημισέληνο στην κορυφή του, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για σύνθετη Ελληνική λέξη, που σχηματίζεται από την σύνθεση των εξής στοιχείων:
(i). Από το θέμα «μην-», της Ομηρικής λέξης, η «Μήνη» (= η σελήνη, η θεά Σελήνη),[9] την οποία αναφέρει επίσης και το Λεξικό του Ησυχίου,[10] ως «μήνη» (= σελήνη).[11] Είναι δε λέξη, από την οποία προκύπτουν και οι λέξεις, «μήν» (= μήνας), «μηνίσκος», κ.λ.π.
(ii). Από το θέμα «ἀρ-» του αρχαίου ρήματος «αἴρω» (= υψώνω, σηκώνω).[12]
(iii). Από το αρχικό θέμα «ἐσ-» του αρχαίου ρήματος «εἰμί» (= ὑπάρχω, εὑρίσκομαι).[13]
Η σύνθεση των τριών αυτών στοιχείων, «μην- + ἀρ- + ἐσ-», σημαίνει «υπάρχει υψωμένη σελήνη», είναι αυτό όπου «υπάρχει υψωμένη σελήνη», είναι αυτό για να υψώνει την σελήνη». Κατ’επέκταση δε, «είναι αυτό που κρατά υψωμένη την σελήνη». Σημαίνει, δηλαδή, αυτό ακριβώς που ουσιαστικά κάνει ο «μιναρές» («μηναρές») του τεμένους, ο οποίος στην κορυφή του έχει, υψώνει, βαστά, σηκώνει την σελήνη. Μία προσεκτική παρατήρηση ενός «μιναρέ» εύκολα πείθει επ’ αυτού.
Σχηματισμός: μην- + ἀρ- +έσ- > μηναρές.
- Η λέξη «μηναρέ», της Μυσhιώτικης διαλέκτου, σχηματίζεται από τα ίδια προαναφερθέντα τρία συνθετικά στοιχεία, «μην- + ἀρ- + ἐσ-», ως εξής: μην- + ἀρ- + -ές > μηναρές, και > μηναρέ, λόγω αποβολής του καταληκτικού «ς», οπότε το ουσιαστικό τρέπεται από αρσενικού σε ουδετέρου γένους.
- Η Αραβική προαναφερθείσα λέξη «ελ μηνάρ» αποτελείται από το άρθρο «ελ» και από το ουσιαστικό «μηνάρ», το οποίο σχηματίζεται από την σύνθεση των δύο προαναφερθέντων θεμάτων, «μην-» + «άρ-».
Η σύνθεση των δύο αυτών στοιχείων, «μην- + ἀρ-», σημαίνει, «υψώνει την σελήνη, σηκώνει την σελήνη». Σχηματισμός: μην- + ἀρ- > μηναρ.
Σημειωτέον, ότι από το εν λόγω «μηναρ» σχηματίζεται η λέξη «μανάρ», λόγω τροπής του «η», σε «α», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής γλώσσας [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, Βλέπε, για την τροπή του «η» σε «α», την Σημείωση 5, της ανάλυσης του γράμματος «Η, η, ἦτα»]. Η σχέση «μηνάρ > μανάρ» θεωρώ πως έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς η Επιστήμη της Γλωσσολογίας φαίνεται να συνδέει τον «μιναρέ» με την Aραβική λέξη «manār» (ma + nār), που είναι δύο λέξεις τις οποίες σχετίζει με την φωτιά και το φώς. Ωστόσο, η (θεά) «Μήνη» (= Σελήνη) είναι όχι απλώς ένα ουράνιο σώμα, αλλά είναι το «φως της νύχτας», παίρνοντας και αντανακλώντας το φώς της από τον (θεό) Ήλιο.
ΣΧΟΛΙΟ
Από την παραπάνω ανάλυση, φαίνεται πως το Ελληνικό «μην- + ἀρ-» (= μήνη + αἴρω), παρέλαβαν οι Άραβες για τον σχηματισμό της λέξης τους «μηνάρ», με την ίδια ακριβώς σημασία, αφού ο μιναρές αυτό που κάνει είναι να «σηκώνει την σελήνη», ψηλά στην κορυφή του. Η δε λέξη «μηναρέ», της Μυσhιώτικης διαλέκτου, φαίνεται πως πέρασε, ως λέξη «δάνειο», στην Τουρκική γλώσσα, όπου και υπάρχει ως «minare» (= μιναρές).[14]
Κατόπιν αυτών, εκτιμώ ότι μπορεί τελικά να μην ισχύει η άποψη εκείνων που θεωρούν την εν λόγω λέξη ως Αραβική ή ως Τουρκική. Ως κύρια αιτία της λανθασμένης, κατ’ εμέ, αυτής άποψης, θεωρώ την γραφή της λέξης ως «μιναρές», αντί της ορθής γραφής ως «μηναρές». Σε αυτό φαίνεται πως επηρέασε η Τουρκική γραφή «minare», που γράφεται με «i», καθώς στην γλώσσα αυτή δεν υπάρχει το Ελληνικό φωνήεν «η».
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι γράφοντας το εν λόγω ουσιαστικό με το φωνήεν «ι», ως «μιναρές», χάνεται η ελληνικότητα αυτού, ενώ γράφοντάς το με «η», η λέξη φωνάζει από μόνη της, ότι σχετίζεται με τις αρχαίες λέξεις «μήν» και «αἴρω». Τον τελικό όμως λόγο, επί του θέματος, έχει η Επιστήμη της Γλωσσολογίας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το εν λόγω ουσιαστικό, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιοθήκη, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:
(α). Στο μέγα λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται ως «μιναρές» (= υψηλός και λεπτός πύργος, ως εξάρτημα του οθωμανικού τεμένους, από του οποίου ο χότζας ή ο μουεζἰνης καλούν τους πιστούς εις προσευχήν), καθώς επίσης και ότι είναι λέξη Αραβική.[15]
(β). Στην Ανακού, αναφέρεται στον πληθυντικό ως «μιναρέδια» (= μιναρέδες), στην εξής φράση: «ἀδά σό ψέλο, ἀσ’ σά μιναρέδια ἀπάνω να μη βγhεί» (= τόση στό ὕψος, πιό ψηλά ἀπό τούς μιναρέδες νά μήν πάει).[16]
(γ). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως ο «μιν-νερές» και ως «μιναρeάς» (= μιναρές). Επίσης αναφέρεται και ότι αυτή είναι λέξη Αραβική, η οποία όμως υπάρχει και στην Τουρκική γλώσσα, ως «minare».[17]
(δ). Στον Πόντο, στην μεν Όφη, αναφέρεται ως η «μιναρέ», στην δε Τραπεζούντα και Χαλδία ως η «μιναρeά» (= μιναρές τζαμίου, οἰκοδόμημα περιφερικόν, στενόν και ὑψηλόν Μουσουλμανικοῦ εὐκτηρίου οἴκου μέ ἐσωτερικήν κλίμακα ἀνόδου, ἀπό τόν ἐξώστη τοῦ ὁποίου καλεῖ είς προσευχήν ὁ μολᾶς). Επίσης αναφέρεται και ότι η λέξη αυτή προκύπτει από την Αραβική λέξη «minara».[18]
(ε). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει η λέξη «minare» = μιναρές.[19]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «μιναρές».
[2] Σκαρλάτος Δ. Βυζάντιος, 1851, (Τόμ. Α΄), 503: Βλέπε την υπ’αριθμ. (1) Σημείωση, της σελ. 503.
[3] Η λατρεία του μυθικού ήρωα Ορφέα σχετιζόταν με τα «Ορφικά Μυστήρια» και εντοπιζόταν κυρίως στην Θράκη, επίσης στην Πιερία και Λέσβο. Οι τελετές τελούνταν σε συγκεκριμένους ιερούς τόπους, που συνδέοταν με τον θάνατό του.
[4] Σκαρλάτος Δ. Βυζάντιος, 1851, (Τόμ. Α΄), 508 – 511: Βλέπε την λεπτομερή περιγραφή και την πιστή απεικόνιση του ναού της Αγίας Σοφίας, με τους τέσσερεις μιναρέδες αυτού και τις ημισελήνους αυτών.
[5] Βλέπε την ως άνω εικόνα στην εξής ιστοσελίδα, (ανάκτηση 27-9-2026): https://pixabay.com/el/images/search/%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1%20%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1/
[6] Βλέπε την ως άνω εικόνα, στην εξής ιστοσελίδα (ανάκτηση 27-9-2026):
https://pixabay.com/el/photos/%CF%84%CE%B6%CE%B1%CE%BC%CE%AF-sheihk-zayed-%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%8D-%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%B9-1017244/
[7] Βλέπε της ως άνω εικόνα, στην εξής ιστοσελίδα, (ανάκτηση 18-9-2026):
https://pixabay.com/el/images/search/%CE%BC%CE%B9%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%AD%CF%82/
[8] Σκαρλάτος Δ. Βυζάντιος, 1851, (Τόμ. Α΄), 503: Βλέπε την υπ’ αριθμ. (1) Σημείωση, της σελ. 503.
[9] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.
[10] Σημειωτέον, ότι το Λεξικό του Ησυχίου έχει γραφεί κατά το 500 μ. Χ., δηλαδή, περίπου 5,5 αιώνες πριν από την εμφάνιση των Τούρκων στην περιοxή της κεντρικής Μ. Ασίας, όπου κατοικούσαν οι Έλληνες πρόγονοί μας.
[11] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε την λ. «μήνη».
[12] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρ. «αἴρω» και το θέμα αυτού «ἀρ-».
[13] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρ. «εἰμί» και το αρχικό θέμα αυτού «ἐσ-».
[14] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 508: Βλέπε την λ. «minare».
[15] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «μιναρές».
[16] Κωστάκης, (Η ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 199: Βλέπε την ως άνω φράση.
[17] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 67: Βλέπε την λ. «μιν-νερές».
[18] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1961, (Τόμ. 2ος), 46: Βλέπε την λ. «μιναρeά».
[19] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 508: Βλέπε την λ. «minare».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Κωστάκης Π. Θαν., 1963. Η ΑΝΑΚΟΥ, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Μ – Ω), Αθήνα: Τυπογραφείον Μυρτίδη.
Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.
Σκαρλάτος Δ. Βυζάντιος, 1851. «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ», Τόμος Α΄, Αθήνα: Εκδόσδεις «ΠΕΛΕΚΑΝΟΣ», ἐν Ἀθήνῃσιν έκ τοῦ Τυπογραφείου Ἀνδρέου Κορομηλᾶ.
Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

