Press ESC to close

Η λέξη «ραχάτι» της δημοτικής, που στην Ποντιακή είναι «ραχάτιν ή ραχάτ’» και στην Μυσhιώτικη διάλεκτο «γιραχάτ’», είναι λέξη Ελληνική και όχι Τουρκική ή Αραβική, όπως από άλλους θεωρείται.

Γεώργιος Λαβδάς.-

Το σημερινό μας άρθρο αναφέρεται στην λέξη «ραχάτι» της δημοτικής, που στην Ποντιακή διάλεκτο είναι «ραχάτιν ή ραχάτ’» και στην Μυσhιώτικη[1] «γιραχάτ’», η οποία είναι λέξη Ελληνική και όχι Τουρκική ή Αραβική, όπως θεωρείται από άλλους.

Η απόδειξη της ελληνικότητας της εν λόγω λέξης, βασίζεται στην ετυμολογική ανάλυση της λέξης «γιραχάτ’», που γίνεται με βάση τον Κώδικα της Μυσhιώτικης γλώσσας (διαλέκτου),[2] ο οποίος αναλύεται στην πολύτομη εργασία μου με γενικό τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας». Την συγκεκριμένη απόδειξη μπορεί ο ενδιαφερόμενος να βρει στην σελίδα 189, του βιβλίου μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη) Τόμ. Α΄».[3]

Το εν λόγω ουσιαστικό, αναφέρεται με τις εξής συγκεκριμένες σημασίες, αντίστοιχα:

i. Στην Δημοτική, ως το «ραχάτι» (= ἀργία ἀνάπαυσις, ξάπλα, χουζούρι).[4]

ii. Στην Ποντιακή διάλεκτο, ως «ραχάτιν ή ραχάτ’» (= ησυχία).[5]

iii. Στην Μυσhιώτικη διάλεκτο, ως «γιραχάτ’» (πληθ. = «γιραχάτ-jια», όπου το «j» προφέρεται ως «χ», καθώς προηγείται αυτού το «τ», η δε λέξη ως «γιραχάτ-χια») = το ραχάτι, η ξάπλα, η άνεση, το χουζούρι, η ανάπαυση, η χαλάρωση, η ξεκούραση.

Σημειωτέον, ότι στην Μυσhιώτικη γλώσσα, υπάρχει επίσης και το τροπικό επίρρημα «γιραχάτλαει ή γιραχάτ-jια» (= άνετα, χαλαρά, ξεκούραστα, φαρδιά πλατιά, αναπαυτικά με χωρίς κανένα κόπο, με άνεση, χωρίς πίεση, ακοπιάστως), που προκύπτει από το ουσιαστικό «γιραχάτ’», ο δε τύπος αυτού, «γιραχάτ-jια», έχει ίδια προφορά με τον πληθυντικό αυτού.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ

Ετυμολογικά, θα μπορούσαμε να δεχτούμε και εμείς ότι το «γιραχάτ’» προκύπτει, είτε από την λέξη της δημοτικής, το «ραχάτι», η οποία μάλιστα αναφέρεται ότι είναι λέξη Αραβική,[6] είτε από την Τουρκική λέξη, «rahat»  (= άνεση, ανάπαυση, βόλεμα, άνετος, αναπαυτικός, βολικός, ήρεμος, αβίαστος, ευμαρής),[7] όπως ήδη έχουν αποδεχθεί πολλοί άλλοι και το όλο θέμα να τελειώσει εδώ.

Όμως το «γιραχάτ’», σύμφωνα με τον προαναφερθέντα Γλωσσικό Κώδικα, καθώς και με βάση την ακριβή σημασία και προφορά του, είναι λέξη Ελληνική, η οποία προκύπτει από την αρχαία Ελληνική λέξη «ῥαχάδην» (= ἐπί τῆς ράχεως), που αναφέρεται το Λεξικό του Ησυχίου.[8]

Το «ῥαχάδην» είναι τροπικό επίρρημα, που προκύπτει από το Ομηρικό ουσιαστικό, η «ῥάχις, -εως» (= η ράχη)[9] και αναφέρεται στον εξής στίχο της Ιλιάδος, (Ι/208): ἐν δέ συός σιάλοιο ῥάχιν τεθαλυῖαν ἀλοιφῇ» = καί θρεμμένου κάπρου ράχη γυάλιζεν ἀπό τὀ πάχος.[10] Είναι λέξη σύνθετη, που σχηματίζεται από το θέμα «ῥαχ-», του ουσιαστικού «ῥάχις» και από την αρχαία λέξη «ἄδην» (= δαψιλώς),[11] που σημαίνει: «ἀφθόνως, πλουσιοπαρόχως, μεγαλοπρεπῶς, κ.λ.π».[12]

Η σύνθεση των δύο αυτών στοιχείων «ῥαχ- + ἄδην» σημαίνει: «επί της ράχεως μεγαλοπρεπώς», «επί της ράχεως πλουσιοπάροχα». Άλλωστε και σήμερα όταν ομιλούντες τονίζουμε την λέξη «ραχάτι», παράλληλα κάνουμε και την σχετική κίνηση, με τα χέρια και το σώμα μας, επισημαίνοντας ότι το «ραχάτι» εξασφαλίζεται, όταν είμαστε ξαπλωμένοι με την πλάτη μας (ή στην πλάτη μας) και όχι με οποιαδήποτε άλλη θέση του σώματός μας.

Σχηματισμός: ῥαχ- + ἄδην > ῤαχάδην.

Ο σχηματισμός του «γιραχάτ’»

Για να κατανοήσει ο αναγνώστης τον σχηματισμό της λέξης «γιραχάτ’», θα πρέπει να γνωρίζει τα εξής δύο πολύ βασικά στοιχεία της Μυσhιώτικης γλώσσας:

Πρώτον: Πριν την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος γραφής, τα πνεύματα που είχαν οι λέξεις, εκείνες που αρχίζουν με φωνήεν, δηλαδή η ψιλή και η δασεία, όπως επίσης και η δασεία του συμφώνου ρω, «ῥ», στις περισσότερες των περιπτώσεων προφέρονται ακόμη και σήμερα, στην Μυσhιώτικη διάλεκτο. Για παράδειγμα, λέμε «γυνί» (= ὑνίον αρότρου), «γύπνους» (= ὕπνος), κ.λ.π., όπου το πνεύμα της δασείας αυτών προφέρεται ως «γ».[13] Πιο συγκεκριμένα, στην μητρική μου Μυσhιώτικη γλώσσα, η ψιλή και η δασεία προφέρονται με συγκεγκεκριμένες προφορές και κανόνες, που αναλύονται στον προαναφερθέντα Γλωσσικό μας Κώδικα. Στην αρχαία Ελληνική, τα εν λόγω πνεύματα ήσαν επίσης φθόγγοι (φωνήματα), που στο μακρινό παρελθόν προφερόντουσαν, ενώ μεταγενέστερα έγιναν γραφικά σύμβολα.[14] Η προφορά τους εκείνη, στις περισσότερες των περιπτώσεων, συνεχίζει μέχρι και σήμερα, τόσον στην Μυσhιώτικη, όσον και στις λατινογενείς γλώσσες, όπως π.χ. στις λέξεις «harmony» (= ἀρμονία), «history» (= ἱστορία), «Helen» (= Ἑλένη», «Hector» (= Ἕκτωρ), «sudor» (= ὕδωρ), «super» (= ὑπέρ), κ.λ.π., όπου ο αρχικός τους φθόγγος,  «Η» ή «h» και «s», είναι το πνεύμα της δασείας των αντίστοιχων Ελληνικώνλέξεων, από τις οποίες προέρχονται.

Δεύτερον: Τα σύμφωνα δέλτα «Δ,  δ» και θήτα «Θ, θ» δεν προφέρονται, όπως αυτά προφέρονται σήμερα στην Ελληνική. Το μεν «δ» προφέρεται κατά κύριο λόγο ως «d», που είναι προφορά Πελασγική,[15] το δε «θ» προφέρεται κυρίως ως «τh», που είναι η αρχαιοελληνική  προφορά του συμφώνου αυτού.[16]

Σχηματισμός

(1). Το «γιραχάτ’» σχηματίζεται από το θέμα «ῥαχάδ-» του «ῥαχάδην», ως εξής: ῥαχάδ- > γιραχάδ-, λόγω προφοράς της δασείας ως «γι»,[17] > γιραχάτ’, λόγω τροπής του «δ» σε «τ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής.[18]

(2). Το «ραχάτι» της δημοτικής, πρέπει κανονικά να γράφεται ως «ῥαχάτι», διότι η αρχική Ομηρική λέξη «ῤάχις» δασύνεται (έχει δασεία), όπως επίσης και διότι η προφορά της δασείας αυτής υπάρχει, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, ως το φώνημα «γι». Σχηματίζεται δε από το ίδιο θέμα «ῥαχάδ-», καθώς και από την κατάληξη «ι», που είναι για ουσιαστικά ουδετέρου γένους, ως εξής: ῥαχάδ- + -ι, > ραχάτι, λόγω  τροπής του «δ» σε «τ», όπως και προηγουμένως.

(3). Το «ραχάτιν ή ραχάτ’», της Ποντιακής διαλέκτου, σχηματίζεται από την λέξη «ραχάτι» της δημοτικής.

ΣΧΟΛΙΟ

Για την λέξη της δημοτικής «ραχάτι», υπάρχει η άποψη ότι είναι Αραβική, ενώ για την Μυσhιώτικη λέξη «γιραχάτ’» και την Ποντιακή «ραχάτιν ή ραχάτ’», ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «rahat». Στην πραγματικότητα, ισχύει τελικά ακριβώς το αντίστροφο, ότι δηλαδή το Τουρκικό «rahat» είναι λέξη «δάνειο», από το ίδιο θέμα «ῥαχάδ-», της αρχαίας Ελληνικής λέξης «ῥαχάδην», απ’ όπου σχηματίζεται ως εξής:  ῥαχάδ- > rahat, λόγω τροπής του «δ», σε «τ», και λόγω γραφής της λέξης με Τουρκικούς χαρακτήρες.

Άλλωστε, το «ῥαχάδην» του Ησυχίου έχει γραφεί περί το 500 μ.Χ., τουτέστιν, τουλάχιστον 5,5 αιώνες πρό της εμφάνισης των Τούρκων, στην περιοχή της Μ. Ασίας, όπου ζούσαν οι πρόγονοί μας, οι «Μυσhιώτ’» (= Μυσhιώτες). Πέραν τούτου, το «ῤαχάδην», όπως προαναφέρθηκε, είναι σύνθετη λέξη, της οποίας το μεν πρώτο συνθετικό προέρχεται από την Ομηρική λέξη «ῤάχις», το δε δεύτερο από την λέξη του Ησυχίου «ἄδην».

Από την Τουρκική λέξη «rahat» σχηματίζονται οι ακόλουθες λέξεις, που και αυτές θεωρώ ότι είναι λέξεις «δάνεια»: «rahatça» (= άνετα, εύκολα, κ.λ.π.), «rahatlama» (= ανακούφιση, αγαλλίαση, κ.λ.π.), «rahatlamak» (= ανακουφίζομαι, ηρεμώ, ησυχάζω, κ.λ.π.), «rahatlatiki» (= καθησυχαστικός, ανακουφιστικός, κ.λ.π.), «rahatlatma» (= καθησυχασμός, κατευνασμός), «rahatlatmak» (= καθησυχάζω, ανακουφίζω, ηρεμώ, εκτονώνω), «rahatlatlik» (= άνεση, βολή, ησυχία, ξεγνοιασιά, κ.λ.π.), «rahatsiz» (= ενοχλημένος, ανήσυχος, αβόλευτος, κ.λ.π.), «rahatsizlanma» (= αδιαθεσία), «rahatsizlanmak» (= αδιαθετώ), «rahatsizlaşmak» (= αδιαθετώ), «rahatsizlik» (= ενόχληση, αδιαθεσία, ανησυχία, κ.λ.π.).[19]

Τέλος, στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, αναφέρονται οι εξής ίδιες ή και σχετικές λέξεις, αντίστοιχα:

(α). Στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται το «ραχάτι» (= ἀργία ἀνάπαυσις, ξάπλα, χουζούρι), καθώς και ότι είναι λέξη Αραβική.[20]

(β). Στα Φάρασα, αναφέρεται η λέξη «ἰρεχάτhι» ή «(ἰ)ραχάτι»[21] (= ἥσυχος), καθώς και ότι αυτή είναι λέξη Αραβική, η οποία υπάρχει και στην Τουρκική, ως «rahat».[22] Επίσης αναφέρεται και η λέξη «(ἰ)ρεχάτhε» ή «(ἰ)ραχάτhα» (= ἥσυχα), καθώς και ότι αυτή είναι Αραβική, η οποία υπάρχει και στην Τουρκική ως «rahat».[23] Από άλλον συγγραφέα, αναφέρεται η λέξη «ἰρεχάτι» (= ἥσυχα), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «rahat».[24]

(γ). Στον Πόντο, στην Κερασούντα αναφέρεται το «ραχάτιν» (= ἡσυχία), που στην Τραπεζούντα και Χαλδία λέγεται το «ραχάτ’». Επίσης, αναφέρεται και ότι αυτό προκύπτει από την Τουρκική λέξη «rahat». Εκτός αυτού, αναφέρεται επίσης και το επίρρημα «ραχάτeα» (= ἥσυχα, φρόνιμα, μέ ἄνεσιν καί ὄχι βιαστικά, ἀνέτως), καθώς και ότι προκύπτει από το ουσιαστικό «ραχάτιν» ή το επίθετο «ραχάτης».[25]

(δ). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται η λέξη «γιραχάτ» (= ξεκούραση), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «rahat».[26]

(ε). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται, (με προφορά που δεν είναι Μυσhιώτικη), η λέξη «ραχάτ» (= ραχάτι), καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «rahatlik».[27]

(στ). Στην Κρητική διάλεκτο, αναφέρεται  η λέξη «ραχάτι» = χουζούρι.[28]

(ζ). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει η λέξη «rahat» = άνεση, ανάπαυση, βόλεμα, άνετος, αναπαυτικός, βολικός, ήρεμος, αβίαστος, ευμαρής.[29]

         (η). Στο διαδίκτυο, (ανάκτηση 7-2-2026), αναφέρεται το ουσιαστικό το «ραχάτι» (= το καθισιό, η αποχή από την εργασία, η ξεκούραση), καθώς και ότι αυτὀ είναι άμεσο δάνειο από την Τουρκική λέξη «rahat», με Αραβική προέλευση.[30]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Ο φθόγγος «σh» της λέξης «Μυσhιώτικη», που δεν υπάρχει στην Ελληνική, είναι το σύμφωνο «σ», που όμως προφέρεται με δασεία (με παχειά) προφορά. Είναι φθόγγος που τον συναντούμε αρκετές φορές, τόσον στην ονομασία «Μυσhτή», όσο και σε πολλές διάφορες άλλες λέξεις. Προφέρεται, όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στην λέξη «shadow» (= σκιά) και «shallow» ( = ρηχός, αβαθής), καθώς και  όπως  το παχύ Γαλλικό «ch» στην λέξη «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).

[2] Λαβδάς Γ., (Η ΜΥΣΤΗ) 2025, 101-190: Βλέπε την παράγρ. 8, «Η γλώσσα των κατοίκων της Μυστής».

[3] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 189: Βλέπε στην παράγραφο 68 την ανάλυση της λ. «γιραχάτ’», (σελ. 189-190).

[4] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «ραχάτι».

[5] Παπαδόπουλος Α. Ανθ., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1961, (Τόμ. 2ος), 247: Βλέπε την λ. «ραχάτιν».

[6] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «ραχάτι», όπου και αναφέρεται ως λέξη Τουρκική.

[7] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 601: Βλέπε την λ. «rahat».

[8] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό): Βλέπε την λ. «ῥαχάδην».

[9] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999:Βλέπε την λ. «ῥάχις».

[10] Όμηρος, ΙΛΙΑΣ: Βλέπε τον στίχο «Ι/208» και την μετάφραση αυτού.

[11] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό): Βλέπε την λ. «ἄδην».

[12] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «δαψιλῶς».

[13] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 181-205: Βλέπε τις παραγράφους 67, 68 και 69, όπου αναλύεται η προφορά των πνευμάτων, ως «γ» ή «γι», ως «γκ» και ως «γe», αντίστοιχα, κατά τον σχηματισμό λέξεων της Μυσhιώτικης γλώσσας.

[14] Τζάρτζανος, (Γραμματική), 1962, 9: Βλέπε, για την προφορά της δασείας ως «χ», (π.χ. ἵππος > χίππος), την Σημείωση της παραγράφου 12.

[15] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.

[16] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την αρχαία προφορά του συμφώνου «θ», ως «τθ», καθώς και ότι αυτό συμβολιζόταν ως «ΘΗ», την Σημείωση 1 της ανάλυσης του γράμματος «Θ, θ, θῆτα».

[17] Η δασεία, που έχει το αρχικό σύμφωνο «ῥ» στις αρχαίες Ελληνικές λέξεις, αλλά και στις νεότερες, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, σε κάποιες περιπτώσεις προφέρεται, όπως π.χ., λέμε «γιρeαζίλ’» (= ῥεζίλι), «γιρακhé» (= ῥακή, τσίπουρο), κ.λ.π.

[18] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «δ» σε «τ», την Σημείωση 4, της ανάλυσης του γράμματος «δ. δ, δέλτα».

[19] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 601: Βλέπε όλες τις ως άνω λέξεις.

[20] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[21] Όπου το αρχικό «(ἰ)» μόλις (ἰσα – ἰσα) που ακούγεται.

[22] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 94: Βλέπε την λ. «ἰρεχάτhι».

[23] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 116: Βλέπε την λ. «(ἰ)ρεχάτhε».

[24] Ανδριώτης Ν. Π., 1948, 79: Βλέπε την λ. «ἰρεχάτι».

[25] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1961, (Τόμ. 2ος), 247: Βλέπε την λ. «ραχάτιν».

[26] Κοιμισόγλου, 2006, 207: Βλέπε την λ. «γιραχάτ = ξεκούραση < τουρκ. rahat».

[27] Κοτσανίδης, 2004, 182: Βλέπε την λ. «Ραχάτι».

[28] Ροδάκης, (Λεξικό), 123: Βλέπε την λ. «ραχάτι» στην σελ. 123.

[29] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 601: Βλέπε την λ. «rahat».

[30] Βλέπε στο βικιλεξικό την λέξη «ραχάτι».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά : Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα :

https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/kommissionen/vanishinglanguages/Collections/Greek_varieties/Cappadocian_Greek/Bibliography_pdfs/Anastasiadis_1980_-_Turkikes_farasiotika.pdf

Αρχέλαος Σαραντίδης Ι., 1899. Η Σινασός,  Αθήνα: Τυπογραφείον Ι. Νικολαΐδου.

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα:  Εκδόσεις Πελεκάνος.

Καρολίδης Π., 1885. Γλωσσάριον Συγκριτικόν Ελληνοκαππαδοκικών Λέξεων, (Μουσείον και Βιβλιοθήκη Ευαγγελικής Σχολής), Σμύρνη: Τυπογραφείον (;) εν Σμύρνη.

Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.

Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.

Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.

Κωστάκης Π. Θαν., 1977. Το Μιστί της Καππαδοκίας, (Τόμ. I και II), Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.

Κωστάκης Π. Θαν., 1963. Η ΑΝΑΚΟΥ, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.

Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α-Ε). Λάρισα.

Μαυροχαλυβίδης Π. Γ., 1990. Η Αξό Καππαδοκίας, Τόμ. 1ος και 2ος, (Μονογραφία), Αθήνα: Έκδοση Ορέστης, Πρόδρομος και Ανθούλα Μαυροχαλυβίδη.

Όμηρος: ΙΛΙΑΣ, (μτφ. Κώστας Δούκας), 1998, Αθήνα: Εκδόσεις ΙΔΕΟΘΕΑΤΡΟΝ – ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ.

Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Α-Λ), Αθήνα:  Τυπογραφείον Μυρτίδη.

Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.

Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

***