Press ESC to close

Η λέξη της δημοτικής «καραγκιόζης», καθώς επίσης και οι Τουρκικές λἐξεις, «göz» (μάτι, οφθαλμός, κ.λ.π.) και «gӧzlük» (γυαλιά, δίοπτρα, ματογυάλια), προέρχονται από την Ομηρική λέξη «ὄσσε» (οι οφθαλμοί, τα μάτια).

Γεώργιος Λαβδάς.-

Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφερθούμε στην ελληνικότητα των Τουρκικών λέξεων, «göz» (= μάτι, οφθαλμός) και «gӧzlük» (= γυαλιά, δίοπτρα, ματογυάλια), καθώς και στο συνθετικό «-γκιόζης», της δημοτικής λέξης «καραγκιόζης», οι οποίες, σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής Καππαδοκίας, προέρχονται από την Ομηρική λέξη «ὄσσε» (= οι οφθαλμοί, τα μάτια).

Η ανάλυση της ελληνικότητας των Τουρκικών λέξεων, «göz» (= οφθαλμός, μάτι) και «gӧzlük», αναφέρεται επίσης και στην παράγραφο 3 ε΄ του βιβλίου μου, με τίτλο, «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Α΄, (Α-Ε)».[1]

Η Μυσhιώτικη διάλεκτος

Η «Μυσhιώτικη διάλεκτος» ή αλλιώς τα «Μυσhιώτικα» είναι η αρχαία διάλεκτος των Ελλήνων της κεντρικής Μ. Ασίας, την οποία διέσωσαν προφορικά, σε αρκετά καλό βαθμό, 24 από τα 86 χωριά της περιοχής Καππαδοκίας.[2] Αυτή είναι η μητρική μου γλώσσα, την οποία ομιλώ μέχρι και σήμερα. Η γλώσσα μας δεν έχει γραπτό λόγο, ούτε υπάρχουν γραπτά κείμενα αυτής. Κατά τον τελευταίο αιώνα, έχουν βεβαίως καταγραφεί αρκετές λέξεις και φράσεις της, καθώς επίσης και παροιμίες, παραμύθια, κ.λ.π., από ερευνητές ή συγγραφείς, ακόμη δε και από απλούς ιδιώτες, που γνωρίζουν την γλώσσα. Σε πολλές περιπτώσεις από αυτές, παρατηρούνται σημαντικά λάθη, αναφορικά με την προφορά, την ετυμολόγηση και την ορθογραφία των λέξεων, και δη εκείνων που έχουν γράψει, χρησιμοποιώντας μόνον τα 24 γράμματα της Ελληνικής αλφαβήτου, ενώ η γλώσσα μας έχει 40, με αποτέλεσμα την ανάλογη παραποίησή των.

Τα «Μυσhιώτικα» είναι μια πολύ σημαντική αρχαία Ελληνική διάλεκτος, που σήμερα ομιλείται όλο και λιγότερο, από όλο και λιγότερους, μέχρι που πολύ σύντομα δεν θα ακούγεται, δεν θα ομιλείται από κανέναν απόγονο «Μυσhιωτών».[3] Όμως, ένας απροσδιόριστα μεγάλος αριθμός λέξεων  και ριζών λέξεών μας, θα συνεχίσουν να προφέρονται στο διηνεκές, από τουλάχιστον 84 – 85 εκατομμύρια Τούρκους, έστω και προσαρμοσμένες στην γλώσσα τους. Το «μπόλιασμα» αυτό δεν είναι φανταστικό, είναι υπαρκτό και αποδεικνύεται από το σύνολο των μέχρι τώρα ετυμολογήσεων, ενός σημαντικά μεγάλου αριθμού Ελληνικών Μυσhιώτικων λέξεων.

Μερικές από τις λέξεις αυτές αναφέρονται στο πρώτο μου βιβλίο, με τίτλο «Η ΜΥΣΤΗ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ, η αποκατάσταση της αλήθειας περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών». Περισσότερες όμως λέξεις αναφέρονται στην αμέσως επόμενη εργασία μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας», από την οποία έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί οι πρώτοι δύο Τόμοι. Οι λέξεις αυτές, για να γίνουν κατανοητές, βασική προϋπόθεση είναι ο αναγνώστης να κατανοήσει, πρώτα απ’ όλα, το αρχικό μέρος του υπόψη «Κώδικα», που αναφέρεται στους φθόγγους της γλώσσας μας, τόσον στην προφορά τους, όσον και στους κανόνες, με βάση τους οποίους χρησιμοποιούνται ή και μεταβάλλονται, (τροπές και πάθη των φθόγγων), κατά τον σχηματισμό των λέξεων και κατά την ομιλία μας.

Η Ομηρική λέξη «ὄσσε».

Στην Ιλιάδα του Ομήρου υπάρχει η λέξη «ὄσσε» (= οἱ ὀφθαλμοί, τά μάτια),[4] που είναι ουσιαστικό και μάλιστα σε δυϊκό αριθμό, όπως για παράδειγμα, στις φράσεις: (Ν/3) «ὄσσε φαεινώ» (= τους φαεινούς οφθαλμούς, τους ακτινοβόλους οφθαλμούς), (Π/316) «τόν δέ σκότος ὄσσε κάλυψεν» (= αυτόν δε σκότος τα μάτια κάλυψε), επίσης και  (Π/434 – 435) «Ποσειδάων ἐδάμασσε θέλξας ὄσσε φαεινά, …» = ο Ποσειδών εδάμασε θέλγοντας τα ακτινοβόλα, (λαμπερά), μάτια….».Το Ομηρικό ρήμα που σχηματίζεται από το παραπάνω ουσιαστικό, είναι το «ὄσσομαι» (= βλέπω, κυττάζω, κ.λ.π.).[5]

Στο Λεξικό του Ησυχίου, το οποίο έχει γραφεί τουλάχιστον 5,5 αιώνες προ της εμφάνισης των Τούρκων, στην περιοχή των προγόνων μας, (στην κεντρική Μ. Ασία),  αναφέρονται οι εξής σχετικές λέξεις: «ὄσσε» (= ὀφθαλμοί. δυϊκῶς), «ὀσσέων» (= ὀφθαλμῶν), «ὄσσει» (= βλέψει, ἴδοι), «ὄσσεις» (= βλέπεις, ὁρᾷς), «ὄσσευ» (= ὅρα, βλέπε), «ὀσσέων» (= ὀφθαλμῶν), «ὄσσων» (= βλεφάρων, ὀφθαλμῶν), «ὄσσομαι» (= περιβλέψομαι, ὁρῶ).[6]

Από την λέξη «ὄσσε», όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, σχηματίζεται το «γκιeόζ-» της Μυσhιώτικης γλώσσας, (όπου το σύμβολο «eο» προφέρεται ως «ο» κλειστό και κοφτό), το οποίο έχει την ίδια ακριβώς σημασία και απαντάται σε σύνθετες λέξεις. Από αυτό το «γκιeόζ-» προκύπτει η Τουρκική λέξη «göz» (= μάτι, οφθαλμός, ματιά, κ.λ.π.),[7] η οποία αποτελεί την βάση σχηματισμού δεκάδων άλλων Τουρκικών λέξεων, με την σημασία του «βλέπω, κοιτώ, παρατηρώ, επιβλέπω, κατασκοπεύω, φαίνομαι, ματογυάλια, οπτικός, κ.λ.π.». Μεταξύ των λέξεων αυτών υπάρχει και το «gӧzlük» (= γυαλιά, δίοπτρα, ματογυάλια).[8]  Από το ίδιο αυτό «γκιeόζ-» σχηματίζεται επίσης και η λέξη της δημοτικής «καραγκιόζης». Τις λέξεις αυτές θα αναλύσουμε, με βάση τον γλωσσικό κώδικα, που προαναφέρθηκε.

Τα πνεύματα (η ψιλή και η δασεία) των λέξεων της αρχαίας Ελληνικής, στην Μυσhιώτικη διάλεκτο, είναι φθόγγοι (φωνήματα), δηλαδή είναι συγκεκριμένοι ήχοι που προφέρονται.

Ο αναγνώστης, προκειμένου να κατανοήσει το πως η Ομηρική λέξη «ὄσσε» υπάρχει, στην Τουρκική γλώσσα, ως «göz», θα πρέπει να γνωρίζει, πρώτα απ’ όλα, την Μυσhιώτικη γλώσσα και κυρίως τον «κώδικα» και τους φθόγγους αυτής. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, θα πρέπει να γνωρίζει ότι τα δύο πνεύματα (η ψιλή και δασεία), που είχαν οι Ελληνικές λέξεις, οι οποίες αρχίζουν από φωνήεν, με το πολυτονικό σύστημα γραφής, (το οποίο έχει πλέον καταργηθεί, με νόμο, από το 1981), στις περισσότερες των περιπτώσεων στην Μυσhιώτικη γλώσσα προφέρονται. Συνολικά, όπως αναφέρεται και στον Τόμο Α΄, του προαναφερθέντος Γλωσσικού Κώδικα, οι προφορές (οι φθόγγοι, τα φωνήματα), που έχουν τα δύο εν λόγω πνεύματα, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, είναι οι εξής είκοσι (20):  «β», «γ» ή «γι», «γe», «γκ» ή  «γκι», «κh» ή «κhι», «λ», «ν», «σ» ή «σh» ή «σhι», «τσ» ή «τσι», «τσh» ή «τσhι», «τζ», «τ» και «χ».[9]

Κάθε μία από τις προφορές αυτές, την οποία τελικά η γλώσσα μας χρησιμοποιεί, είναι συνάρτηση κυρίως του αμέσως επόμενου γράμματος (ή φθόγγου) της λέξης, καθώς επίσης και της συνολικής προφοράς (του συνολικού ήχου) όλων των φθόγγων της λέξης, για την επίτευξη της συνολικής ηχητικής αρμονίας (μουσικότητας) αυτής.

Για την προφορά των εν λόγω δύο πνευμάτων, στην αρχαία Ελληνική γλώσσα, γνωρίζουμε ελάχιστα, η δε διάσωση, από την Μυσhιώτικη διάλεκτο, των παραπάνω προφορών τους, μέχρι και σήμερα, δεν φαίνεται να έτυχε της δέουσας προσοχής, από την Επιστημονική μας κοινότητα, παρ’ όλο που παρήλθε ένας ολόκληρος αιώνας, αφ’ ότου εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα η γενιά των ξεριζωμένων παππούδων μας, ενώ έχει αρχίσει ήδη να φεύγει από την ζωή και η δική μου γενιά, που μεγαλώσαμε στα χέρια τους και μάθαμε να μιλάμε την γλώσσα μας αυτή προφορικά, «από πρώτο χέρι» και όχι από τρίτους ή από βιβλία.

Για την προφορά των πνευμάτων (ψιλή και δασεία), η Γραμματική του Αχ. Τζαρτζάνου αναφέρει ότι η δασεία αρχικά προφερόταν περίπου ως «χ»,  (χίππος > ἵππος),  επίσης ότι το αρχικό σύμφωνο σίγμα, «σ», πολλών λέξεων, έχει τραπεί σε δασεία, όπως π.χ. «σέπομαι > ἕπομαι», «σέρπω > ἕρπω», «σίστημι > ἵστημι», κ.λ.π., καθώς επίσης και σε ψιλή, όπως π.χ. «σέχω > ἔχω».[10] Το Λεξικό Ρημάτων του Παπανικολάου αναφέρει, μεταξύ άλλων, και την περίπτωση τροπής του αρχικού «σ» σε ψιλή, στο αρχικό θέμα του ρήματος «ἔχω», το οποίο από «σέχ-» έγινε τελικά «ἐχ-».[11] Το Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου αναφέρει την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, όπως για παράδειγμα στις λέξεις: «γαῖα, ἀντί αἶα», «γαῖμα, ἀντί αἷμα», «γήλιος, αντί «ἥλιος», κ.λ.π.[12] Ο ίδιος αυτός γλωσσικός κανόνας συνεχίζει και στην δημοτική, μέχρι και σήμερα, όπως π.χ.: «γιατρός, αντί ἰατρός», «γιορτή, αντί ἑορτή», «Γιάννης, αντί Ἰωάννης», κ.λ.π. Τέλος, θα πρέπει να θυμίσουμε ότι κάποιες προφορές των εν λόγω πνευμάτων διατηρούνται, μέχρι και σήμερα, σε πολλές Λατινογενείς λέξεις, προερχόμενες από την Ελληνική, όπως π.χ.: «ὕδωρ > sudor» (= ἱδρώτας, στα Λατινικά), «ὑπέρ > super, αγγλιστί», «ἱστορία > history, αγγλιστί », «ἁρμονία > harmony, αγγλιστί», κ.λ.π.

Οι παραπάνω  αρχικοί φθόγγοι των λέξεων, ενώ στην Ελληνική μετατράπηκαν στο σύμβολο της ψιλής και της δασείας, στην Μυσhιώτικη διάλεκτο, παρέμειναν με την αρχική τους προφορά, για τους εξής δύο κυρίως λόγους: α). Λόγω του ότι η διάλεκτος ήταν και είναι μόνον προφορική, και β). Λόγω έλλειψης (απουσίας) παιδείας.

Το Ομηρικό «ὄσσε» υπάρχει, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, κυρίως ως συνθετικό λέξεων

Το «ὄσσε», στην Μυσhιώτικη γλώσσα, υπάρχει ως συνθετικό λέξεων, όπου συνήθως τρέπεται σε «γκιeόζ-»,[13] ως εξής: ὄσσε > γκιόσσε, λόγω προφοράς της ψιλής ως «g» (= γκ), που ουσιαστικά είναι η αρχαία προφορά του συμφώνου «γ»,[14] το οποίο ως φθόγγος εμφανίζεται στην αρχή των λέξεων, που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, όπως προαναφέρθηκε,[15] ενώ το «ι» που ακολουθεί είναι ευφωνικό πρόσφυμα, μεταξύ του «γκ» και του φωνήεντος «eο»,  > γκιeόσσ’, λόγω αποβολής του άτονου καταληκτικού «ε», με ταυτόχρονη τροπή του «ο», σε «eο» κλειστό και κοφτό,[16] και > γκιeόζ’, λόγω προφοράς (τροπής) των δύο συνεχόμενων «σσ», ως «ζ»,[17] ενώ σε άλλες περιπτώσεις αυτά τρέπονται σε «σh» δασύ (παχύ).[18]

Το συνθετικό «γκιeόζ-» της λέξης «γκιeοζλúτσια», της Μυσhιώτικης διαλέκτου, και η ετυμολόγηση αυτής

Το παραπάνω «γκιeόζ-» υπάρχει στην σύνθετη λέξη, της Μυσhιώτικης διαλέκτου, «γκιeοζλúτσ’» (πληθυντικός, «γκιeοζλúτσια») = ματογυάλι, (μυωπίας, πρεσβυωπίας, ηλίου). Ο φθόγγος «u» της λέξης αυτής προφέρεται ως «ου» κλειστό και κοφτό, (όπως το Γαλλικό φωνήεν «u»), και συνήθως προκύπτει από την τροπή του «υ», σε «u».

Για παράδειγμα, οι ακόλουθες φράσεις:

i.-«γκιeόζ-», «γκιeόζ-», «γκιeόζ-».

ii.-«γκιeοζλúτσ’», «γκιeοζλúτσ’» και στον πληθυντικό, «γκιeοζλúτσια», «γκιeοζλúτσια».   

iii.-«χωρίς γκιeοζλúτσια, ογώ dέ ρανώ» = χωρίς ματογυάλια, εγώ δεν βλέπω.

iv. -«τὄνα μ’ dού γκιeοζλúτσ’ τσhακώχην, σάμπαχτα να ‘πι-άσου dα γκιeοζλúτσια μ’, σ’ού γκιeοζλuτζή, να dα ποίκ’, να dα ορτώσh’» = το ένα μου το ματογυάλι έσπασε, αύριο θα πάω τα ματογυάλια μου, στον οπτικό, να τα φτιάξει, να τα διορθώσει.

v.-«ησhύνα dέ φορώνεις γκιeοζλúτσια, ακούμ’ μικρό ‘σι» = εσύ δεν φοράς ματογυάλια, ακόμη μικρός είσαι.

vi.-σ’όλιους ‘τούν βγh-είς, φόρου dα γκιeοζλúτσια σ’, φυλάκ’νει dα μάτ-jια σ’» = στον ήλιο όταν βγεις, φόρα τα ματογυάλια σου, προστατεύουνε τα μάτια.

Για την προφορά των παραπάνω φράσεων, ανοίξ’τε το ακόλουθο σύντομο «video»:

Το «γκιeοζλúτσ’» είναι ουσιαστικό ουδετέρου γένους. Είναι λέξη σύνθετη, που ετυμολογικά σχηματίζεται από το υπόψη «γκιeόζ-», καθώς και από την αρχαία λέξη «λύκη», η οποία είναι λέξη που απαντάται μόνον ως ριζική, από την οποία παράγονται διάφορες άλλες, όπως: «λυκόφως, λυκαυγές, λευκός, ἀμφιλύκη, λύκειος, λυκηγενής, κ.λ.π.».[19]

Η σύνθεση των δύο αυτών στοιχείων «γκιeόζ- + λύκη» σημαίνει «το φως των ματιών, το φως στα μάτια». Το «λύκη» χρησιμοποιείται λοιπόν εδώ με την σημασία του «αυτό που προσδίδει φως, φωτεινότητα, λαμπρότητα», όπως και στην Ελληνική λέξη «λυκηγενής» (= φωτογενής, λάμπων, λαμπρός, αστραφτερός).[20] Δηλαδή, ο Μυσhιώτης πρόγονός μας, όπως και εμείς οι απόγονοί τους, λέγοντας «γκιeοζλúτσια», εννοούμε εκείνα τα πραγματάκια που φέρνουν φως στα μάτια, που χαρίζουν φως στα μάτια, που κάνουν εκείνον ο οποίος τα φορά να βλέπει φωτεινά, καθαρά. Ασφαλώς, η αρχική λέξη αναφέρεται στα γυαλιά μυωπίας ή πρεσβυωπίας, με τα οποία βρίσκει κανείς πάλι το φως των ματιών του (δηλαδή, βλέπει). Μεταγενέστερα, η σημασία της λέξης επεκτάθηκε βεβαίως και στα σύγχρονα γυαλιά ηλίου.

Σχηματισμός: γκιeόζ  + λύκη, > γκιeοζλúκη, λόγω προφοράς του δίχρονου φωνήεντος «υ», ως «u» κλειστό και κοφτό,[21] και > γκιeοζλúτσ’, λόγω  απόρριψης του άτονου καταληκτικού «η», που είναι σημαντικός κανόνας της γλώσσας μας,[22] με ταυτόχρονη τροπή του καταληκτικού «κ», σε «τσ», που είναι σύνηθες γλωσσικό φαινόμενο της γλώσσας μας, όπως επίσης και της Ελληνικής, κυρίως δε της Κρητικής διαλέκτου.[23]

Σημειωτέον, ότι από την Ομηρική λέξη «ὄσσε» σχηματίζεται το σημερινό ρήμα, της «αργκό» δημοτικής, «κοζάρω» (= παρατηρώ), ως εξής: ὄσσ- + -άρω > γκιeoσσάρω ή γκοσσάρω, λόγω προφοράς της ψιλής ως «g», που είναι η αρχαία προφορά του «γ», > γκοζάρω, λόγω τροπής των δύο συνεχόμενων «σσ», ως «ζ»,  > κοζάρω, λόγω τροπής του «g» (= «γκ»), δηλαδή του «γ», σε «κ».[24] Το υπόψη «κοζάρω» αντιστοιχεί στο Ποντιακό ρήμα «κιοζατεύω».

Στις παρακάτω περιοχές της Μ. Ασίας, αναφέρονται αντίστοιχα οι ακόλουθες σχετικές λέξεις:

i. Στην Ανακού , αναφέρεται η λέξη «γκοσλίκ» (= η σχάρα από το «τhουνdούρ’»,[25] που είχε πολλές τρύπες, πολλά μάτια), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από το Τουρκικό «gӧzlü» (= με μάτια, τρύπιο).[26]

ii. Στα Φάρασα, αναφέρεται η λέξη «κοζλούκι» (= ματογυάλι), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «gӧzlük».[27]

iii. Στον Πόντο (στην Χαλδία), αναφέρεται η λέξη «κιοζατεύω» (= παρατηρῶ τι μετά προσοχής, παραφυλάττω), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «gôzetmek».[28]

Η ετυμολόγηση της δημοτικής λέξης «καραγκιόζης»

Ο «καραγκιόζης», σύμφωνα με το Μέγα λεξικό του Δ. Δημητράκου, είναι ο «κωμικός καί πανοῦργος τύπος διαδραματίζων τό κύριον πρόσωπον ἐν τῷ λαϊκῷ θεάτρῳ σκιῶν, μεταφορικῶς ἐπί προσώπων, κωμικός, γελωτοποιός, εὐτράπελος, γελοῖος τήν ἐμφάνισην», όπου μάλιστα η λέξη αυτή θεωρείται Τουρκική (καρά-γκιόζ = μαυρομάτης).[29]

Ετυμολογικά, ο «καραγκιόζης» είναι σύνθετη λέξη, που σχηματίζεται από τα εξής στοιχεία: 1). Από το αρχικό συνθετικό «καρα-» = πρῶτον συνθετικόν, δηλοῦν, ὅτι τό ὑπό τοῦ δευτέρου συνθετικού σημαινόμενον ἔχει τήν ἰδιότητα τοῦ μέλανος ἤ τοῦ ἰσχυροῦ, π.χ. «καραμπογιά» (= μαύρη μπογιά), «καρασεβδάς» (= ἰσχυρός, δεινός ἔρως), το οποίο μάλιστα θεωρείται Τουρκικό.[30] 2). Από το εν λόγω «γκιeόζ-», 3). Από την κατάληξη «-ης», που είναι για ουσιαστικά αρσενικού γένους.

Η σύνθεση των τριών αυτών στοιχείων «καρά- + γκιeόζ- + -ης», σημαίνει «αυτός που είναι με τα μαύρα μάτια» ή «αυτός που είναι με τα δεινά (ήτοι, τα θαυμαστά, τα έκτακτα, τα έξοχα)[31]  μάτια».

Σχηματισμός: καρά- + γκιeοζ- + -ης > καραγκιόζης, λόγω τροπής του «eο», σε «ο».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σχετικά με το παραπάνω πρώτο συνθετικό «καρά-», προσωπική μου άποψη είναι, ότι ο καραγκιόζης είναι αυτός με τα ισχυρά, με τα δυνατά, με τα έντονα, με τα χαρακτηριστικά μεγάλα μάτια» και όχι αυτός με τα μαύρα μάτια. Άλλωστε, στο θέατρο σκιών ακόμη και σήμερα, παρουσιάζεται με πολύ μεγάλα χαρακτηριστικά μάτια.

Ως εκ τούτου, το αρχικό «καρά», του «καραγκιόζης», θεωρώ ότι δεν προκύπτει από το Τουρκικό «kara» (= ξηρά, στεριά, μαύρος, μελανός, μεσόγειος, χερσαίος, λάγιος),[32] αλλά από το συνθετικό, της Μυσhιώτικης διαλέκτου, που υπάρχει κυρίως σε ανδρικά ονόματα, ως «γαρά[33] ή γαρeά[34] ή γα’ά[35]  ή  γαρρά ή γαρρeά», με τις εξής συνολικά σημασίες:  (i). μαύρος, μελαμψός, μελαχροινός, (ii). ο ισχυρός, ο πολύ γερός, ο δεινός (θαυμαστός, ἔκτακτος, ἔξοχος),[36] ο κορυφαίος, ο ανώτερος, ο σκληρός, ο ανθεκτικός, (iii). ο καψερός, ο καταραμένος, ο ολέθριος, ο μη προκομμένος).

Ετυμολογικά, λοιπόν, το παραπάνω «καρά-» δεν είναι Τουρκικό, όπως αναφέρει το Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, αλλά σχετίζεται άμεσα με τις ακόλουθες αρχαιοελληνικές λέξεις, απ’ όπου και προκύπτει:

γάρρης» (= ἄρρης).[37] Όμως το ουσιαστικό «ἄρρης» είναι μεταγενέστερος τύπος του «ἄρρην» (= ὁ ἀνδρικός, ὁ ἰσχυρός, ὁ δυνατός),[38] που προκύπτουν από το Ομηρικό «ἄρσην» (= ἄρρην, ἀρσενικός).[39]

γεραρός, -ά-όν» (= ὁ μεγαλοπρεπής, ὁ ἀξιοσέβαστος διά τό παράστημα, τήν ἐξωτερικήν αὐτοῦ ἐμφάνισιν).[40]

κάρρον» = βέλτιον, κρεῖτον, ἤ ἰσχυρόν.[41]

κάρρων, -ονος» (= Δωρικός τύπος ἀντί «κρείσσων»).[42] Όμως, η λέξη «κρείσσων» = ἰσχυρότερος, δυνατώτερος, ὁ ἔχων μεγαλυτέραν σωματικήν δύναμιν, ρώμην, ὁ ἔχων μεγαλυτέραν ἐξουσίαν, ἰσχύν, δύναμιν, ὁ καλύτερος, ὁ ἀνώτερος, ὁ ἐξοχώτερος.[43] Εξ άλλου, στην λέξη αυτή στηρίζεται όλο το νόημα, του υποσχετικού όρκου, των εφήβων Σπαρτιατών, το γνωστό σε όλους μας: «ἄμες δέ γ’ ἐσόμεθα πολλῷ κάρρονες» = εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροι, (εννοείται, από τους γεροντότερους).

καρά»: Κατά τον Παύλο Καρολίδη, η ρίζα «καρά» σημαίνει «λίθος», σε πολλές Άριες γλώσσες, όπως και στην Ελληνική διάλεκτο της Καππαδοκίας, («ἐν πολλαῖς Ἀρίαις γλώσσαις και σωζομένης ἔτι ἐν τῇ σημερινῇ Ἑλληνικῇ διαλέκτῳ τῆς Καππαδοκίας»).[44] Ο ίδιος συγγραφέας, σε άλλο βιβλίο του, αναφέρει ότι, στα Σανσκρητικά, «kharas» = σκληρός.[45]

γαραλαΐα» (= ἰσχυρά καί γοερά κραυγή). Πρόκειται για λέξη του Πόντου, η οποία μάλιστα αναφέρεται ότι προκύπτει από την έκφραση «γαρά λαλία», καθώς και ότι το «γαρά» είναι από το Τουρκικό «kara» (= μαῦρος, ἄγριος, άπαίσιος), όπως επίσης και ότι το ρήμα που προκύπτει από αυτό το ουσιαστικό, είναι το «γαραλαΐζω» (= κραυγάζω γοερῶς).[46]

Σημειωτέον δε, ότι στο ανά χείρας μου Τουρκο-ελληνικό λεξικό, για την Τουρκική λέξη, «kara», αναφέρονται οι εξής σημασίες αυτής: «ξηρά, στεριά, μαύρος, μελανός, μεσόγειος, χερσαίος, λάγιος».[47] Δηλαδή, δεν αναφέρονται οι σημασίες «ἄγριος, ἀπαίσιος», όπως αναφέρει το Λεξικό της Ποντιακής διαλέκτου.

Συμπεράσματα

Γνωρίζοντας λοιπόν ο αναγνώστης τον «κώδικα» της γλώσσας μας, μπορεί να κατανοήσει πολύ εύκολα, ότι η Τουρκική λέξη «göz» (= μάτι, οφθαλμός, ματιά, κ.λ.π.), προκύπτει από το «γκιeόζ» της Μυσhιώτικης γλώσσας, που είναι η προφορά του Ομηρικού «ὄσσε», κατά την σύνθεση αυτού, ακολουθώντας την εξής διαδρομή, σχηματισμού: ὄσσε > γκιeόζ’ > göz, τουρκιστί.

  1. Έχοντας κατανοήσει το «göz», ακόμη ευκολότερο είναι να κατανοήσει επίσης και ότι η σύνθετη Τουρκική λέξη «gӧzlük» (= γυαλιά, δίοπτρα, ματογυάλια),[48] είναι λέξη «δάνειο» από την λέξη «γκιeοζλúτσ’», της Μυσhιώτικης γλώσσας, λόγω τροπής του  β’ συνθετικού από  «λύκη, σε  λuκ’ > lük, τουρκιστί».
  2. Το δεύτερο συνθετικό «γκιόζ-», της δημοτικής λέξης «καραγκιόζης», προκύπτει από το προαναφερθέν «γκιeόζ» της Μυσhιώτικης γλώσσας.
  3. Τέλος δε, και προκειμένου ο αναγνώστης να αντιληφθεί την έκταση του «μπολιάσματος», που κατάφερε η Μυσhιώτικη γλώσσα μας στην Τουρκική, παίρνοντας σαν παράδειγμα την μἰα μόνον αυτή συγκεκριμένη Ομηρική λέξη «ὄσσε», (που στην γλώσσα μας, προφέρεται κατά την σύνθεσή της, ως «γκιeόζ-»), αρκεί να ανοίξει το Τουρκο-ελληνικό λεξικό, όπου θα βρει μεγάλο πλήθος λέξεων, οι οποίες σχηματίζονται με βάση το  «gӧz». Σαν παράδειγμα, αναφέρονται μόνον οι ακόλουθες λέξεις: «gӧz» (= μάτι, οφθαλμός, κ.λ.π.), «gӧzalici» (= εκθαμβωτικός, κ.λ.π.), «gӧzcü» (= παρατηρητής, βιγλάτορας, επιτηρητής), «gӧzcük» (= ματάκι), «gӧzcüluk» (= παρατήρηση, περιφρούρηση), «gӧzetilme» (= φύλαξη), «gӧzetilmek» (= φυλάσσομαι, παρατηρούμαι, κ.λ.π.), «gӧzetim» (= επίβλεψη, επιτήρηση, εποπτεία, επόπτευση, παρακολούθηση), «gӧzetiş» (= φύλαξη, επίβλεψη), «gӧzetleme» (= παρατήρηση, κατόπτευση, μπάνισμα, κ.λ.π.), «gӧzetlemek» (= παρακολουθώ, εποπτεύω, παραφυλάω, κ.λ.π.), «gӧzetlenmek» (= κατασκοπεύομαι, παρατηρούμαι), «gӧzetletmek» (= βάζω να κατασκοπεύσουν), «gӧzetleyici» (= παρατηρητής),  «gӧzetme» (= προφύλαξη, φύλαξη), «gӧzetmek» (= αποβλέπω, επιβλέπω), «gӧzetmen» (= επιθεωρητής), «gӧzetmenlik» (= επιθεώρηση), «gӧzleme» (= παρατήρηση, κατόπτευση), «gӧzlemek» (= παρατηρώ, αγναντεύω, ατενίζω, κ.λ.π.), «gӧzleme» (= αστεροσκοπείο), «gӧzlemleme» (= παρατήρηση), «gӧzlemlemek» (= παρατηρώ, κ.λ.π.), «gӧzlenme» (= παρατήρηση, προφύλαξη), «gӧzlenmek» (= παρατηρούμαι, προφυλάσσομαι), «gӧzletmek» (= θέτω υπό παρατήρηση), «gӧzlük» (γυαλιά, δίοπτρα, ματογυάλια), «gӧzlükçü» (= οπτικός), «gӧzlükçülük» (= το επάγγελμα του οπτικού), «gӧzlüklü» (= με γυαλιά, διοπτροφόρος), «gӧzükme» (= εμφάνιση, φανέρωση, παρουσίαση), «gӧzükmek» (= φαίνομαι, φανερώνομαι, κ.λ.π.).[49]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Λαβδάς Γ., 2025, (Τόμ. Α΄, 19-23.

[2] Η «Μυσhιώτικη» διάλεκτος, (όπου ο φθόγγος «σh» είναι το δασύ, το παχύ σύμφωνο σίγμα, «σ»), είναι η αρχαία διάλεκτος των Ελλήνων της κεντρικής Μ. Ασίας, την οποία διέσωσαν, σε πολύ καλό βαθμό, 24 μόνον από τα 86 χωριά της περιοχής Καππαδοκίας, (με τα σημερινά όρια αυτής, καθώς τα αρχαία γεωγραφικά όριά της ευρίσκοντο αλλού, οι δε Καππαδόκες δεν ήσαν Έλληνες, αλλά λαός της Ασίας, Σύροι ή Σύριοι ή Λευκόσυροι). Τα υπόλοιπα 62 χωριά των Ελλήνων της Καππαδοκίας τουρκοφώνησαν. Οι Μυσhτηλήδες, κάτοικοι της Μυσhτής, καθώς και οι Αξενοί, κάτοικοι της γειτονικής Αξού, διέσωσαν την διάλεκτο αυτή, σε πολύ καλύτερο βαθμό, σε σύγκριση με τα υπόλοιπα 22 ελληνόφωνα χωριά, της περιοχή τους. Για την εν λόγω διάλεκτο βλέπε: (Λαβδάς Γ., 2025, 101-132).

[3] Ο «Μυσhιώτης» ανήκει στο γένος των Ελλήνων της κεντρικής κυρίως Μ. Ασίας, που μιλούσε την «Μυσhιώτικη διάλεκτο». Για περισσότερα, σχετικά με τους «Μυσhιώτες», βλέπε την Παράγραφο 3 β΄ (σελ. 47-54),  του βιβλίου μου, με τίτλο, «Η ΜΥΣΤΗ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ, η αποκατάσταση της αλήθειας περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών».

[4] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.

[5] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.

[6] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε τις ως άνω λέξεις.

[7] Faruk Tuncay – Καρατζάς, 2000, 272: Βλέπε την λ. «gӧz».

[8] Faruk Tuncay – Καρατζάς, 2000: Βλέπε μεταξύ των σελ. 272 – 276 πολλές δεκάδες λέξεων, που σχηματίζονται με βάση το «gӧz», καθώς και τις λ. «gӧz» και «gӧzlük».

[9] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, 182: Βλέπε την παράγραφο 67 ε΄.

[10] Τζάρτζανος Αχ., (Γραμματική), 1962, 9, 19: Βλέπε την Σημείωση της παραγρ. 12, καθώς και την παράγραφο 33, υποπαράγρ. 3.

[11] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «ἔχω» και το θέμα αυτού, «σεχ- > έχ-».

[12] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 2 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».

[13] Το «ὄσσε» ενίοτε, κατά την σύνθεσή του, τρέπεται και σε «κhιeοσh», αντί σε «γκι». Στην περίπτωση αυτή, η ψιλή τρέπεται σε «κhι», όπου το μεν «ι» είναι ευφωνικό πρόσφυμα, ο δε φθόγγος «κh» είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο «κ», το οποίο κατά την προφορά του συνοδεύεται και με στιγμιαία ελάχιστη ποσότητα εκπνεόμενου αέρα, από το στόμα. Την εν λόγω τροπή παρατηρούμε, για παράδειγμα, στην ονομασία που έχουν δύο από τα παρατηρητήρια της Μυσhτής, που στην γλώσσα μας λέγονται «eωρένια» ή «eωρeάνια», (όπου το μεν «eω» προφέρεται ως «ο» κλειστό και κοφτό, όπως και το «eο», το δε «eα» είναι το άλφα μακρόν, προφερόμενο μεταξύ του «ε» και του «α», ελάχιστα μακρόσυρτο). Τα εν λόγω παρατηρητήρια βρίσκονται στις εξής τοποθεσίες της Μυστής:

(α). Στο «Κhιeοσhελέρ’», που ετυμολογικά σχηματίζεται από το «ὄσσε» (= μάτια)  + «ἔλαρ» = βοήθεια, (βλέπε Λεξικό Ησυχίου). Η σύνθεση των στοιχείων αυτών σημαίνει, «βοηθητικά μάτια».

(β). Στο «Γαρακhιeοσhελέρ’», που ετυμολογικά σχηματίζεται από το «γαρά» (= ισχυρό)  + «Κhιeοσhελέρ’»).

Σημειωτέον ότι, στις δύο αυτές ονομασίες, το συνθετικό «ὄσσε» (= μάτια, οφθαλμοί), αποτελεί απόδειξη ότι το «eωρέν’» ή «eωρeάν’» είναι φυλάκιο επιτήρησης, επίβλεψης, που προκύπτει από το «ὠρεῖον» = οἴκημα φυλάκων, φυλακεῖον, φρούριον, [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ.]. Τα «eωρένια» ή «eωρeάνια» ήσαν παρατηρητήρια, άλλα μεν υπόγεια, άλλα δε ισόγεια ή και υπέργεια, τα οποία αποτελούσαν τμήμα και συνέχεια των υπόγειων λαξευμένων κατοικιών και όλων των άλλων υπόγειων βοηθητικών χώρων. Τα ισόγεια και τα υπέργεια υπήρχαν περιφερειακά, σε κάθε υπόγειο χωριό Ελλήνων και σε επιλεγμένες θέσεις, πέριξ αυτών, περίπου σε ομόκεντρους κύκλους, των 3, 5 και 10 χλμ. Ήταν τα αντίστοιχα «radar» εκείνων των εποχών, για την έγκαιρη προειδοποίηση των κατοίκων του χωριού, σε περίπτωση παρουσίας εισβολέων, στην περιοχή τους. Πρόκειται για ένα από τα πλέον σημαντικά αμυντικά έργα, που συνετέλεσαν στην επιβίωση του ελληνισμού, της κεντρικής Μ. Ασίας, όπου ουδέποτε έπαυσαν οι συγκρούσεις μεταξύ των βαρβάρων επιδρομέων και του «πολιτισμού». Ήταν το «αμυντικό μυστικό τους όπλο», ακόμη σημαντικότερο και από το «υγρό πυρ», του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους. Τα «eωρένια» ή «eωρeάνια», σημασιολογικά, ουδεμία σχέση έχουν με την ερμηνεία των Τουρκικών λέξεων, «ören» (= ερείπιο), «viran» (= ερειπωμένος, ρημαγμένος) και «virane» (= ερείπιο, παλιόσπιτο, ρημάδι), όπως θεωρούν πολλοί άλλοι. Προφανώς, όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την περιοχή της κεντρικής Μ. Ασίας, τα εν λόγω παρατηρητήρια να είχαν ήδη γκρεμιστεί και ερημωθεί, λόγω κυρίως της καταστροφής των, από προγενέστερους εισβολείς και κατακτητές, οπότε ακούγοντας οι Τούρκοι «eωρέν’» ή «eωρeάν’», συνδύασαν τον όρον με το ερείπιο, με το χάλασμα, που έβλεπαν.

[14] Ο φθόγγος «γ», στην αρχαία Ελληνική, είχε διαφορετική προφορά, από την σημερινή, ήταν δηλαδή κλειστός ακαριαίος, όπως το σανσκρητικό και λατινικό «g». Την προφορά αυτή διατηρούν, μέχρι και σήμερα, επίσης και οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, σε λέξεις όπως: «εgώ, gάλα, gράφω, κ.λ.π.», [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα»].

[15] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, την υπ’ αριθμ. 2 ανάλυση του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».

[16] Το εν λόγω κλειστό και κοφτό «eο» είναι σύμβολο που επιλέχτηκε για χρήση, σε όλες τις εργασίες μου, ως πολύ απλό και πρακτικό, σε αντίθεση με άλλους προγενέστερους συγγραφείς, οι οποίοι επέλεξαν τον φθόγγο αυτόν να συμβολίζεται ως «ö», όπως δηλαδή είναι και στην Τουρκική γλώσσα.

[17] Η τροπή του «σ», σε «ζ», δεν είναι άγνωστο γλωσσικό φαινόμενο, καθώς παρατηρείται στην δημοτική πρό φωνήεντος, όπως  π.χ. το ρήμα «ἀρέσω», που γίνεται «ἀρέζω», [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λέξη «αρέσω». Επίσης, για την τροπή του αρχικού «σ» μιας λέξης της δημοτικής, σε «ζ», (π.χ. σάπφειρος > ζαφείρι, κ.λ.π.), βλέπε την υπ’ αριθ. 13 Σημείωση, της ανάλυσης του γράμματος «Σ, σ, σῖγμα», ενώ για την τροπή του «σ» σε «ζ», πρίν από τα σύμφωνα «β, γ, δ, λ, μ, ν και ρ», βλέπε την υπ’ αριθ. 20 Σημείωση, της ανάλυσης του γράμματος «Σ, σ, σῖγμα»].

[18] Όπως π.χ. στις ονομασίες των παρατηρητηρίων «Κhιeοσhελέρ’» και «Γαρακhιeοσhελέρ’», που αναφέρθηκαν σε προηγούμενη Υποσημείωση.

[19] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «λύκη».

[20] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «λυκηγενής».

[21] Το φωνήεν «υ», στην μεν Ελληνική είναι δίχρονο (μακρό και βραχύ), στην δε Μυσhιώτικη γλώσσα, έχει συνολικά τρείς προφορές, ως εξής: 1).Ως «υ», που προφέρεται όπως και το «ι», όπως π.χ. «λύκους» (= λύκος), 2).Ως «u» κλειστό και κοφτό, που είναι το αντίστοιχο «ύψιλον βραχύ» και  προφέρεται όπως το Γαλλικό «u», όπως π.χ. «duσhμeάνους» (= ο εχθρός, ο αντίθετος, ο πολέμιος, ο εχθρικά διακείμενος, αυτός που έχει κακή διάθεση εναντίον μας), που προκύπτει από το Ομηρικό «δυσμενής» (δυσ- + μένος) = κακόν μένος (διάθεσιν) ἔχων, δυσμενής, ἐχθρός, και 3). Ως «ου», που στην περίπτωση αυτή ουσιαστικά είναι το αντίστοιχο «ύψιλον μακρόν», όπως π.χ. «ρούπους» (= ῥύπος). Στην πράξη, το εν λόγω «u» συχνά αποδίδεται και με τον φθόγγο «-ιου», όταν όμως αυτό προφέρεται επίσης κλειστά και κοφτά. Άλλωστε, η αρχική προφορά του «υ» συνέπιπτε με την προφορά της διφθόγγου «ου», (του Γερμανικού «u» ή του Αγγλικού «οο»), αργότερα εκλεπτύνθη και κατέστη παρόμοια με το Γερμανικό «ü» και το Γαλλικό «u», ενώ μεταγενέστερα συνέπεσε τελικά με εκείνη του «ι», [Σταματάκος, (Λεξικό), 1972: Βλέπε την ανάλυση του γράμματος «Υ, ι, ὗ ψιλόν»]. Τέλος, το φαινόμενο προφοράς του «υ», ως «ου», είναι πολύ σύνηθες στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το συναντούμε επίσης και στην δημοτική, όπου το δίχρονο φωνήεν ύψιλον, «υ», προφέρεται, είτε ως «ι»,  όπως π.χ. στην λέξη «λύκος», είτε ως «ου», όπως π.χ. στις λέξεις «τύμβος > τούμπα», «τύμπανο > τούμπανο», «Γαρυφαλιά > Γαρουφαλιά», «ξυράφι > ξουράφι», «πίτυρα > πίτουρα», «τρύπα > τρούπα», «τρυπώνω > τρουπώνω», κ.λ.π.

[22] Στην Μυσhιώτικη διάλεκτο, το άτονο καταληκτικό «i» (= η, ι, υ, ει, οι) απορρίπτεται (αποβάλλεται). Είναι γενικός κανόνας, με ελάχιστες συγκεκριμένες εξαιρέσεις και αναλύεται διεξοδικά στις σχετικές παραγράφους, του «Γλωσσικού Κώδικα της Μυστής».

[23] Δημητράκος Δ., (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την προφορά του «κ», ως «τσ», στην Κρήτη, σε νησιά του Αιγαίου, καθώς και στην Τσακωνική διάλεκτο, την Σημείωση 5, στην ανάλυση του γράμματος της Ελληνικής αλφαβήτου, «Κ, κ, κάππα».

[24] Η τροπή του «γ», σε «κ», (και δη όταν αυτό είναι αρχικό), είναι συχνό γλωσσικό φαινόμενο στην Μυσhιώτικη γλώσσα. Η τροπή αυτή δεν είναι κάτι το άγνωστο στην αρχαία Ελληνική, αφού εκεί έχουμε την περίπτωση τροπής του «γ» σε «κ», πρό του «ν», [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, την Σημείωση  6, της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα»].

[25] Το «τhουνdούρ’» είναι η ειδική εστία θέρμανσης και μαγειρικής, με την μορφή μικρού φρεατίου (μικρού πηγαδιού), ένας ειδικός μικρός κατακόρυφος φούρνος, είτε κάτω από την επιφάνεια της γής, σαν μικρό πηγάδι, είτε υπέργειος πάνω από αυτήν, όρθιος. Είναι λέξη την οποία συναντούμε με την προφορά αυτής ως «τανdούρ», που είναι Ινδική, Τουρκική, ίσως και άλλων λαών, της ευρύτερης περιοχής, στην Δ – ΝΔ Ασία.

[26] Κωστάκης Θ., (Η ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 62: Βλέπε την λ. «γκοζλίκ» και την Σημείωση 5,  της σελ. 62.

[27] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 55: Βλέπε την λ. «κοζλούκι».

[28] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1958, (Τόμ. 1ος), 443: Βλέπε την λ. «κιοζατεύω».

[29] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «καραγκιόζης».

[30] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «καρά-».

[31] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 4 ερμηνεία της λ. «δεινός»  =  θαυμαστός, ἔκτακτος, ἔξοχος.

[32] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 382: Βλέπε την λ. «kara».

[33] Π.χ. «γαρά-Πρόϊμους», εκ του γαρά (= ισχυρός) + Πρόδρομος.

[34] Π.χ.  «Γαρeά’νεσhτης ή γαρά-Ανέσhτης» = ο μελαχρινός και συνάμα ισχυρός Ανέστης, που ήταν ο προπάππος μου.

[35] Π.χ. «γα’ά-Μποdόσh»,  εκ του γαρρά + Μποdόσhης ». Το σόϊ  «γα’ά-Μποdοσh’», που βρίσκεται στην Αμυγδαλέα (Γώνιτσα) Λάρισας, είναι όλοι τους ψηλοί στο ανάστημα και ρωμαλέοι, δυνατοί.

[36] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 4 ερμηνεία της λ. «δεινός»  =  θαυμαστός, ἔκτακτος, ἔξοχος.

[37] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[38] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «ἄρρης», καθώς και την υπ’ αριθμ. 2 ερμηνεία της λ. «ἄρρην».

[39] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «ἄρσην».

[40] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ.

[41] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[42] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[43] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «κρείσσων».  Επίσης βλέπε και στο Δημητράκος, (Λεξικό), 1964,  τις υπ’ αριθμ. 1, 2, 6 και 8 ερμηνείες της λ. «κρείσσων».

[44] Καρολίδης Π., 1882, 60.

[45] Καρολίδης Π., 1885, 168 – 169:  Βλέπε τα σχόλια της υπ’ αριθμ. 170 λέξης «καργοῦλα» (= αστράγαλος των βοών).

[46] Παπαδόπουλος Α., 1958, (Τόμ. 1ος), 216: Βλέπε τις λ. «γαραλαΐζω» και «γαραλαλία».

[47] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 382: Βλέπε την λ. «kara».

[48] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, 2000, 276: Βλέπε την λ. «gӧzlük».

[49] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 272-276: Βλέπε όλες τις παραπάνω λέξεις.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:

https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/kommissionen/vanishinglanguages/Collections/Greek_varieties/Cappadocian_Greek/Bibliography_pdfs/Anastasiadis_1980_-_Turkikes_farasiotika.pdf

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Καρολίδης Π., 1882. ΤΑ ΚΟΜΑΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΑΥΤΩΝ, (Μουσείον και Βιβλιοθήκη Ευαγγελικής Σχολής), Αθήναι: Τυπογραφείον Νικολάου Λαμπρινού.

Καρολίδης Π., 1885. Γλωσσάριον Συγκριτικόν Ελληνοκαππαδοκικών Λέξεων, (Μουσείον και Βιβλιοθήκη Ευαγγελικής Σχολής), Σμύρνη: Τυπογραφείον (;) εν Σμύρνη.

Κωστάκης Π. Θαν., 1963. Η ΑΝΑΚΟΥ, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.

Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.

Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1958. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέ-κτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 1ος (Α – Λ), Αθήνα:  Τυπογρα-φείον Μυρτίδη.

Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.

Σταματάκος Ιωαν., 1972. ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ, ΑΘΗΝΑΙ : Εκδοτικός Οργανισμός «Ο ΦΟΙΝΙΞ», Ε.Π.Ε.. ΦΕΙΔΙΟΥ 6.

Τζάρτζανος Α. Αχ., 1962. Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα : Έκδοση Ο.Ε.Σ.Β.

Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

***