Press ESC to close

Η λέξη της δημοτικής «τζιβαέρι» είναι Ελληνική και όχι Τουρκική ή Αραβική, όπως θεωρείται.

Γεώργιος Λαβδάς.-

Η ανάλυση της λέξης «τζιβαέρι», η οποία παρουσιάζεται στο σημερινό μας άρθρο, αναφέρεται στην παράγραφο 138, της εργασίας μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι, (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Α΄, (Α – Ε)».[1]

Σκοπός και αυτού του άρθρου είναι η γνωστοποίηση της αξίας του Γλωσσικού Κώδικα της Μυστής, δηλαδή της Ελληνικής Μυσhιώτικης[2] διαλέκτου, μέσα από τον οποίον αναδεικνύεται η ελληνικότητα πολύ μεγάλου αριθμού λέξεων, τόσον της ίδιας αυτής διαλέκτου, όσον και της Ελληνικής δημοτικής, που μέχρι σήμερα θεωρούνται από πολλούς άλλους, ως ξένης προέλευσης, κυρίως δε ως Τουρκικής.

Το «τζιβαέρι» είναι λέξη που χρησιμοποιείται, κυρίως, στα τραγούδια της δημοτικής με την σημασία «πολύτιμος λίθος, πολύτιμο πετράδι», αλλά και με μεταφορική σημασία, ως «θησαυρός, πολύ αγαπημένο πρόσωπο». Υπάρχει επίσης και στην Μυσhιώτικη γλώσσα, όπου όμως είναι λέξη πολύ νεότερη, η οποία προφέρεται ως «τζhηβαέρ’» (= τζιβαέρι, διαμάντι, μεταφορικά θησαυρός).

Στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου (1964), αναφέρεται ως το «τζοβαΐρι» (= πολύτιμος λίθος, κόσμημα, ενώ μεταφορικά στην φράση «τζοβαΐρι μου», όπου σημαίνει «θησαυρέ μου»),[3] καθώς επίσης και ότι αυτή είναι λέξη Τουρκική.[4]

Το  εν λόγω ουσιαστικό υπάρχει επίσης και στις ακόλουθες περιοχές, με αντίστοιχη προφορά και σημασία:

(i). Στον Πόντο γενικά, το εν λόγω ουσιαστικό αναφέρεται ως το «τζhεβαΐριν» (= πολύτιμος λίθος, διαμάντι). Στην Τραπεζούντα και στην Χαλδία η ίδια αυτή λέξη αναφέρεται ως το «τζhεβαΐρ’», ενώ στα Κοτύωρα ως το «τζhοβαΐρ’». Επίσης αναφέρεται και ότι αυτή προκύπτει από το Αραβικό «djevahir».[5]

(ii). Στα Φάρασα, το εν λόγω ουσιαστικό αναφέρεται ως το «τσhεβαέρι»[6] (= πολύτιμη πέτρα), καθώς και ότι είναι λέξη Αραβική, που υπάρχει και στην Τουρκική ως «cevahir».[7]

(iii). Στα Βουρλά της Σμύρνης, αναφέρεται το ουσιαστικό «τζιβαϊρικά» (= τά κοσμήματα), καθώς και ότι είναι λέξη Τουρκική.[8]

(iv). Στην Κρητική διάλεκτο, η εν λόγω λέξη αναφέρεται ως «τζιβαΐρι» = διαμάντι.[9]

(v). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει η λέξη «cevahir» = κόσμημα.[10]

ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ

Ετυμολογικά, μια πολύ εύκολη λύση είναι να αποδεχτούμε ότι η εν λόγω λέξη είναι Τουρκική ή ακόμη και Αραβική. Όμως, με βάση την κυριολεκτική και μεταφορική σημασία αυτής, οι παρακάτω αρχαίες Ελληνικές λέξεις μας οδηγούν στο «ἐτυμον» αυτής, σύμφωνα πάντα με τους κανόνες της Μυσhιώτικης γλώσσας, όπως αυτοί παρουσιάζονται και αναλύονται στην προαναφερθείσα εργασία μου:

διαμάντι» = ὁ ἀδάμας, μεταφορικῶς χαρακτηριστικόν τῶν διαυγῶν, λαμπρῶν πραγμάτων, ἐπί ἀνθρώπων καλοκάγαθος, εἰλικρινής.[11]

εὖ» = ἰσχυρόν.[12]

εὖ» = καλῶς, εὐαρέστως, λίαν, ἄγαν, τό καλόν, τό ἀγαθόν, ὡς πρῶτον συνθετικόν τῆς τε ἀρχαίας καί νέας (Ελληνικῆς), δηλοῦν καλήν ἰδιότητα τοῦ ὑπό τοῦ δευτέρου συνθετικοῦ σημαινομένου, συνώνυμο τοῦ «καλο-».[13]

ἀκήριος» = ἀβλαβής, ἀδιάφθορος.[14]

ἀκηράσιος» = ἀμιγής, ἄκρατος, ἀβλαβής, ἀπείρακτος.[15]

ἀκηράσιον» = ἄφθορον, ἄφθαρτον, ἀκέραιον, καθαρόν. θεῖον, ἁγνόν.[16]

ἀκήρεα» = ἀβλαβῆ.[17]

ἀκηρεσία» = ἀφθαρσία.[18]

ἀκήριος» = ὁ ἀβλαβής ὑπό τῶν κηρῶν, ὁ μή ὑποκύψας εἰς τόν θάνατον, ἀθάνατος, ὀ μή ἔχων κακίαν, ἄκακος, ἄδολος.[19]

ἀκήρια» = ἀκέραια, σῶα.[20]

ἀκήριοι» = ἄφθαρτοι, κ.λ.π.[21]

ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

Το «τζhηβαέρ’» είναι σύνθετη λέξη, που σχηματίζεται από τα εξής τρία συνθετικά στοιχεία:

i. Από το παραπάνω «εὖ», με τις σημασίες «ἱσχυρό, λίαν (πολύ), κ.λ.π.».

ii. Από το «ἀκηρ-» του παραπάνω επιθέτου «ἀκἠριος», με την σημασία του «ἀβλαβής, ἀθάνατος, αδιάφθορος, άφθαρτος», αλλά και της λέξης του Ησυχίου «ἀκηράσιον», με τις σημασίες, «ἄφθαρτον, ἀκέραιον, καθαρόν. θεῖον, ἁγνόν».

iii. Από την κατάληξη «ι», που είναι για ουσιαστικά ουδετέρου γένους.

Η σύνθεση των παραπάνω στοιχείων «εὖ + ἀκηρ- + -ι» σημαίνει: «αυτό που είναι λίαν αβλαβές, λίαν αδιάφθορο, πολύ καθαρὀ, πολύ αγνό, πολύ ισχυρό και καθαρό, πολύ ισχυρό και άφθαρτο, πολύ ισχυρό και ακέραιο».

Το διαμάντι, όπως είναι γνωστό, είναι εκείνος ο  πολύτιμος λίθος, που είναι ένας πραγματικός θησαυρός λόγω της αξίας του και που έχει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά γνωρίσματα, καθώς είναι ο πιο άφθαρτος, λόγω της σκληρότητάς του, αλλά και ο πιο διαυγής, λόγω της καθαρότητας, λόγω της αγνότητάς του.

Σχηματισμός: εὖ + ἀκηρ- + -ι, > εὐακήρι > σευαχήρι, λόγω προφοράς της ψιλής ως «σ»,[22] με ταυτόχρονη τροπή του «κ» σε «χ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής,[23] > τσεβαχήρι, λόγω τροπής του αρχικού «σ», σε «τσ», που επίσης είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής,[24] καθώς και λόγω γραφής της διφθόγγου «ευ», ως «εβ», (όπως δηλαδή αυτή προφέρεται).

Ακολούθως, από το παραπάνω «τσεβαχήρι» σχηματίζονται οι εξής ποικίλοι αναφερόμενοι τύποι της υπόψη λέξης:

(α). Στην δημοτική: τσεβαχήρι > τζιβα’έρι, λόγω αποβολής του «χ», (προφανώς διότι βρίσκεται μεταξύ δύο φωνηέντων, με ταυτόχρονη τροπή του αρχικού φθόγγου «τσ», σε «τζ», όπου ουσιαστικά εδώ έχουμε τροπή του «σ», σε «ζ»,[25] καθώς και λόγω τροπής του μεν «ε» της πρώτης συλλαβής σε «ι»,[26] του δε «η» της τρίτης συλλαβής σε «ε».[27]

Επίσης και: τσεβαχήρι, > τζοβαΐρι, λόγω αποβολής του «χ», με ταυτόχρονη τροπή του αρχικού φθόγγου «τσ», σε «τζ», καθώς και λόγω τροπής του μεν «ε» της πρώτης συλλαβής σε «ο»,[28] του δε «ε» της τρίτης συλλαβής σε «ι».

(β). Στον Πόντο: τσεβαχήρι > τζhεβαΐριν, λόγω αποβολής του «χ», με ταυτόχρονη τροπή του αρχικού «τσ» ως «τζh» δασύ (παχύ), όπου ουσιαστικά έχουμε την τροπή του «σ» σε «ζh» δασύ (παχύ),[29] καθώς και λόγω εμφάνισης του ευφωνικού «ν», ως καταληκτικό σύμφωνο ουδετέρου ουσιαστικού. Στην Τραπεζούντα και στην Χαλδία το παραπάνω «τζhεβαΐριν» τρέπεται σε «τζhεβαΐρ’», λόγω απόρριψης του καταληκτικού «-ιν», ενώ στα Κοτύωρα αυτό τρέπεται σε «τζhοβαΐρ’», λόγω τροπής του «ε», σε «ο».[30]

(γ). Στα Φάρασα: τσεβαχήρι > τσhεβαέρι, λόγω τροπής του αρχικού φθόγγου «τσ», σε «τσh» δασύ (παχύ), με ταυτόχρονη τροπή του μεν «χ», σε «ẋ» υπερωϊκό, του δε «η» σε «ε».[31]

(δ). Στην Κρήτη: τσεβαχήρι > τζιβαΐρι, λόγω αποβολής του «χ», με ταυτόχρονη τροπή του αρχικού «τσ» ως «τζ», καθώς και λόγω τροπής τόσον του «ε» της πρώτης συλλαβής, όσον και του «η» της τρίτης συλλαβής, σε «ι».

(ε). Στα Βουρλά της Σμύρνης: Το «τζιβαϊρικά» σχηματίζεται από το τσεβαχήρι > τσεβαχερικά > τζιβαϊρικά, λόγω αποβολής του «χ», με ταυτόχρονη τροπή του αρχικού «τσ» ως «τζ», καθώς και λόγω τροπής, τόσον του «ε» της πρώτης συλλαβής, όσον και του «η» της τρίτης συλλαβής, σε «ι».

(στ). Στην Τουρκική γλώσσα: τσεβαχέρι > τσεβαχίρ’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «ι», με ταυτόχρονη τροπή του «ε» της τρίτης συλλαβής σε «ι», και > cevahir, λόγω γραφής της λέξης με τουρκικούς χαρακτήρες.

ΣΧΟΛΙΟ: Με βάση την παραπάνω ανάλυση, παρατηρούμε ότι η ελληνικότητα της συγκεγκριμένης λέξης, βασίζεται κυρίως στην τροπή (στην προφορά) της αρχικής συνθετικής Ομηρικής λέξης «εὖ», αντίστοιχα σε «τζhηυ» (= τζhηβ), «τζhευ» (= τζhεβ), «τσhευ» (= τσhεβ), «τζιβ», λόγω προφοράς της ψιλής αρχικά ως «σ», που ακολούθως γίνεται αντίστοιχα, «τσ» ή «τσh» ή «τζ» ή «τζh», ενώ το «ε» της διφθόγγου «ευ», είτε παραμένει ως έχει, είτε τρέπεται σε «η».

Τα γλωσσικά αυτά φαινόμενα, όπως αναφέρεται και στο παραπάνω βιβλίο μου, είναι κανόνες, τόσον της ίδιας της Ελληνικής, όσον και της Ελληνικής Μυσhιώτικης διαλέκτου, όπου που εμφανίζονται και σε άλλες λέξεις, όπως για παράδειγμα στο επίθετο  «τσhηυταλού» (προφέρεται ως «τσhηφταλού» = ζωηρός, ευθαλής, ατίθασος, κ.λ.π.), που προκύπτει από το «εὐθαλής» (= ἀνθῶν, άκμάζων),[32]  το οποίο σχηματίζεται από το Ομηρικό «εὖ» και από την Ομηρική ρίζα «θαλ-» (θάλλω, θάλος, εὐθαλής, κ.λ.π.).

Το γεγονός δε ότι η ίδια αυτή λέξη υπάρχει και στην Τουρκική λέξη «cevahir» (= κόσμημα),[33] φανερώνει ότι πρόκειται για λέξη «δάνειο», την οποία έχουν πάρει από την λέξη των Ελλήνων της περιοχής (Φάρασα, Πόντος, κ.λ.π.).  Άλλωστε, η Ομηρική λέξη «ἀκήριος» (= ἀβλαβής, ἀδιάφθορος),[34] αλλά και οι λέξεις του Ησυχίου (500 μ.Χ.), που σχηματίζονται με βάση το «ἀκηρ-», δεν επιτρέπουν την αμφισβήτηση της ελληνικότητας της υπόψη λέξης, με όποια ορθογραφία ή παραλλαγή τελικά παρουσιάζεται, κατά τόπους και συγγραφείς. Σημειωτέον, ότι το συνθετικό «ἀκηρ-», το συναντούμε, μεταξύ άλλων, και στον σχηματισμό της Μυσhιώτικης λέξης «πhακéρ’», η οποία στην δημοτική λέγεται «μπακίρι», που προκύπτει από την σύνθεση «επ’ + ἀκηρ’», όπου το «επ’» είναι το πρόθημα «ἐπι-» προ φωνήεντος, και έχει επιτατική σημασία.[35]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Λαβδάς, (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 386-390. Βλέπε για την τροπή της διφθόγγου «ευ», όταν είναι στην αρχή λέξεων.

[2] Ο φθόγγος «σh» της Μυσhιώτικης γλώσσας (διαλέκτου), δεν υπάρχει στην Ελληνική. Είναι το σύμφωνο «σ», που όμως προφέρεται με δασεία, με παχειά προφορά, όπως το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» ( = ρηχός, αβαθής), όπως επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch» στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).

[3] Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «τζοβαΐρι».

[4] Δημητράκος (Λεξικό), 1964.

[5] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1961, (Τόμ. 2ος), 379: Βλέπε την λ. «τζhεβαΐριν».

[6] Ο φθόγγος «ẋ» της λέξης αναφέρεται, από τον συγγραφέα, ως το υπερωϊκό σύμφωνο «χ».

[7] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 46: Βλέπε την λ. «τσhεβαẋέρι».

[8] ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1972, (Τόμ. 15ος), 302: Βλέπε την λ. «τζιβαϊρικά».

[9] Ροδάκης, (Λεξικό), σελ. 139: Βλέπε την λ. «τζιβαΐρι»..

[10] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 126: Βλέπε την λ. «cevahir».

[11] Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’αριθμ. 1 και 2 ερμηνείες της λ.

[12] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[13] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης και  Δημητράκος 1964: Βλέπε τις υπ’ αριθμ. 1, 3, 4, 5 και 7 ερμηνείες της λ.

[14] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.

[15] Δημητράκος (Λεξικό), 1964.

[16] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[17] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[18] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[19] Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’αριθμ. 1 και 3 ερμηνείες της λ.

[20] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[21] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[22] Η ορθή διατύπωση εδώ είναι: «Λόγω τροπής του αρχικού «σ» της λέξης, στο σύμβολο του πνεύματος της ψιλής». Άλλωστε, η προφορά του πνεύματος μιας λέξης (ψιλής ή δασείας), ως «σ», δεν είναι άγνωστο φαινόμενο της Ελληνικής γλώσσας. Απλό παράδειγμα, της αρχικής προφοράς της ψιλής, ως «σ», αποτελεί το αρχικό θέμα «σεχ-», του ρήματος «ἔχω», από το οποίο αποβλήθηκε το «σ» και έγινε τελικώς «ἐχ-», ψιλούμενο, [Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «ἔχω»]..

[23] Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «κ», σε «χ», την Σημείωση 2 και 3, της ανάλυσης του γράμματος «Κ, κ, κάππα».

[24] Η τροπή του «σ», σε «τσ», είναι γλωσσικό φαινόμενο, που παρατηρείται στην δημοτική, όπως π.χ. στην λέξη «συμπόσιον > τσυμπούσι ή τσιμπούσι», «σιγάρο > τσιγάρο», κ.λ.π.

[25] Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για  την τροπή του αρχικού «σ» μιας λέξης της δημοτικής, σε «ζ», (π.χ. σάπφειρος > ζαφείρι, κ.λ.π.), την υπ’αριθ. 13 Σημείωση, της ανάλυσης του γράμματος «Σ, σ, σῖγμα».

[26] Η τροπή του «ε» σε «ι» δεν είναι άγνωστο γλωσσικό φαινόμενο, καθώς στα Βόρεια Ιδιώματα, ο φθόγγος «ε», όταν είναι άτονος πολλάκις τρέπεται σε «ι», όπως π.χ. «πιδεύομι» (= παιδεύομαι), «πιρίμινι» (= περίμενε), «ιδώ» (= εδώ), κ.λ.π., [Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε  την Σημείωση 9 και 10, της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[27] Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για  το ότι το «η» τίθεται αντί του μακρού «ε», την Σημείωση 4 και 11, της ανάλυσης του γράμματος, «Η, η, ἦτα».

[28] Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για  την τροπή του «ε» σε «ο», την υπ’ αριθμ. 12 και 13 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον»..

[29] Η τροπή του «σ», σε «ζ», όταν βρίσκεται πρό φωνήεντος, δεν είναι άγνωστο γλωσσικό φαινόμενο, καθώς και στην δημοτική έχουμε π.χ. το ρήμα «ἀρέσω», που γίνεται «ἀρέζω».

[30] Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ε» σε «ο», την υπ’ αριθμ. 12 και 13 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[31] Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για  το ότι το «η» τίθεται αντί του μακρού «ε», την Σημείωση 4 και 11, της ανάλυσης του γράμματος, «Η, η, ἦτα».

[32] Δημητράκος (Λεξικό), 1964.

[33] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 126: Βλέπε την λ. «cevahir».

[34] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.

[35] Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε το πρόθημα «ἐπι-».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά : Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα :

https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/kommissionen/vanishinglanguages/Collections/Greek_varieties/Cappadocian_Greek/Bibliography_pdfs/Anastasiadis_1980_-_Turkikes_farasiotika.pdf

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να : Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α-Ε). Λάρισα.

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1972. ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ, Τόμ. 15ος Αθήνα: Έκδοση του Τμήματος Μικρασιατικών Μελετών της Ενώσεως Σμυρναίων. Το ενδιαφέρον τμήμα αυτού αναφέρεται στο «Γλωσσικό Ιδίωμα των Βούρλων της Μ. Ασίας», το οποίο επιμελήθηκε ο Νίκος Ε. Μηλιώρης.

Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα : Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Α-Λ), Αθήνα:  Τυπογραφείον Μυρτίδη.

Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα : εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.

Ροδάκης, Ι., Θ., Το Κρητικό Λαλολόγιο, ΟΪ ΑΛΛΗ ΑΚΑΤΕΧΙΑ (ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΑΓΝΟΙΑ).

Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα : Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.