Press ESC to close

Ο διαζευκτικός σύνδεσμος «γηά» ή «γιά» (= ἤ), της Μυσhιώτικης διαλέκτου, που στην Ποντιακή και στην Φαρασιώτικη διάλεκτο είναι «γιά», θεωρείται ως Τουρκική ή ως Περσική, ενώ είναι λέξη Ομηρική.

Γεώργιος Λαβδάς.

Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφερθούμε στον διαζευκτικό σύνδεσμο «γιά» (= ἤ) της δημοτικής, που στην μεν Μυσhιώτικη γλώσσα υπάρχει ως «γηά» (= ἤ) και ως «γιά», στην δε Ποντιακή και Φαρασιώτικη ως «γιά» (= ἤ). Η λεξούλα αυτή, ενώ έχει Ομηρική προέλευση, όπως αποδεικνύεται από τον Γλωσσικό Κώδικα της Μυσhιώτικης γλώσσας, όμως αναφέρεται ως Τουρκική, ακόμη δε και ως Περσική.

Πληροφοριακά στοιχεία

Πριν προχωρήσουμε, στην ανάλυση της υπόψη λέξης, είναι ανάγκη να διευκρινιστεί, ευθύς εξ αρχής, ότι η χρήση του πολυτονικού συστήματος γραφής των λέξεων της Ελληνικής, που καταργήθηκε με νόμο, είναι αναγκαία για την κατανόηση της Μυσhιώτικης γλώσσας, καθ’ ό,τι η μεν ετυμολόγηση των λέξεων αυτής βασίζεται στις αντίστοιχες λέξεις της Ελληνικής, που είναι γραμμένες κατά κύριο λόγο με το πολυτονικό, τα δε πνεύματα (η ψιλή και η δασεία) των λέξεων, στις περισσότερες των περιπτώσεων, είναι φθόγγοι, είναι φωνήματα υπαρκτά στην Μυσhιώτικη γλώσσα και όχι απλώς σύμβολα γραφικά, με κάποιο σχήμα.

Σαν παράδειγμα, θυμίζουμε ότι, σε προηγούμενό μας άρθρο, αναφέρθηκε η λέξη «ραχάτι» της δημοτικής, που στα Μυσhιώτικα είναι «γιραχάτ’», που σχηματίζεται από το αρχαίο Ελληνικό τροπικό επίρρημα «ῥαχάδην» (= ἐπί τῆς ῥάχεως», λόγω προφοράς της δασείας του «ῥ», ως «γι». Το ίδιο συμβαίνει και με την λέξη της δημοτικής «ῥεζίλι», που επιβάλλεται να γραφεί με την δασεία, την οποία είχε παλαιότερα επάνω  του το αρχικό σύμφωνο «», διότι, στα Μυσhιώτικα, η λέξη αυτή υπάρχει ως «γιρeαζίλ’».[1] Η αρχική συλλαβή «γι» αυτής σχηματίζεται από την προφορά της δασείας, ως «γ», και από το ευφωνικό πρόσφυμα «ι». Η προφορά του πνεύματος της λέξης, ως «γ», είναι γλωσσικό φαινόμενο της αρχαίας Ελληνικής (π.χ. «γαῖα» αντί «αἷα»),[2] αλλά και της νεότερης (π.χ. «γιατρός» αντί «ἰατρός»). Το πρόσφυμα «ι» συχνά εμφανίζεται στο αρχικό σύμφωνο συμπλέγματος συμφώνων λέξεων, τόσον της Μυσhιώτικης, όσον και της δημοτικής, διασπώντας το σύμπλεγμα και δημιουργώντας μια νέα συλλαβή στην λέξη. Για παράδειγμα,  «τμήμα > τιμήμα», «καπνός > καπινός», κ.λ.π.

Υπενθυμίζεται ότι οι κανόνες, που διέπουν τους φθόγγους της Μυσhιώτικης γλώσσας, της οποίας είμαι φυσικός ομιλητής, έχουν συγκεντρωθεί, μαζί με πληθώρα παραδειγμάτων, στην εργασία μου, που έχει τίτλο: «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη)». Από την εργασία αυτή, κυκλοφορεί ήδη ο Τόμος Α’ (Α – Ε),[3] ενώ είναι υπό έκδοση ο Τόμος Β’ (ζ- j).

Ανάλυση του διαζευκτικού συνδέσμου «γηά» ή «γιά»:

Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, υπάρχει η λέξη «γηά» ή «γιά» [= ή, είτε, είτε-είτε, ή μήπως, γιά (διαζευκτικό)]. Είναι Σύνδεσμος Διαζευκτικός, που τονίζεται πάντοτε, κατά την προφορά του. Η ίδια αυτή λέξη υπάρχει και σε πολλά άλλα μέρη της Μ. Ασίας, της Κρήτης, αλλά και γενικά στην δημοτική, ως «γιά» (και ως άτονο «για» με το μονοτονικό), με την σημασία του «ή», όπως π.χ. : «για εγώ για εσύ θα μείνουμε στο σπίτι», «για σήμερα για αύριο θα πάω ταξίδι», κ.λ.π.[4]

Είναι ομόηχο της Πρόθεσης «γιά» (= δια), καθώς και ομόηχο του Βεβαιωτικού μορίου «γιά», της Μυσhιώτικης γλώσσας, που προκύπτει από το αρχαίο «γέ» (= βεβαίως).

Για παράδειγμα, λέμε:

– «τί κ’ρεύεις[5]  να σοι dώκου, να φάς,  γαρπούσh’ γηά πηπόν’;» = τι θέλεις να σου δώσω, να φάς, καρπούζι ή πεπόνι;

– «αττό, γιά πή’ην σ’ά πρόγαdα, γιά στά’ην σ’ού σπίτ’» = αυτός, ή πήγε στα πρόβατα, ή  εστάθη (έμεινε) στο σπίτι.

-«Νικόλα’ μας γηά σhήμερα να έρτ’, γηά σάμπαχτα» = Ο Νικόλας μας είτε σήμερα θα έρθει, είτε αύριο (ή σήμερα θα έρθει, ή αύριο).

Ετυμολογικά, το «γηά» προκύπτει από την λέξη, του Ησυχίου, «ἠέ» (= αντί του συνδέσμου «ἤ», δηλοῖ διαζευκτικόν),[6] που προέρχεται από το Ομηρικό «’Ηέ» ή «ἦε» (= αντί του «ἤ», για)[7] και που υπάρχει, για παράδειγμα, στις εξής φράσεις της Ιλιάδας:

-(Η/236): «ἠέ γυναικός, ἥ οὐκ οἶδεν πολεμήια ἔργα» (= ἤ σἀν γυναίκα, πού δέν γνωρίζει ἀπό πολεμικά ἔργα).

-(Π/482- 483): «ἤριπε δ’ὡς ὅτε τις δρῦς ἤριπεν ἤ ἀχερωίς, ἠέ πίτυς βλωθρή, τήν τ’ οὔρεσιν τέκτονες ἄνδρες ἐξέταμον πελέκισσι νεήκεσι νήϊον εῖναι» (= ἐρείπιον ἔπεσεν ὡς ὅταν δρῦς ἤ λεύκα, ἤ πεῦκο βλαστερό, πού στά ὄρη τέκτονες ἄνδρες ἐκτέμουν μέ πελέκεις νεοακονισμένους, ξύλο γιά νῆες νά τό κάμουν).[8]

Σχηματισμός: ἠέ > γηέ, λόγω προφοράς της ψιλής ως «γ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[9] > γηά, λόγω τροπής του «ε» σε «α», που επίσης είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[10] > για, λόγω τροπής (ή λόγω γραφής)  του «η», ως «ι».[11]

ΣΧΟΛΙΟ

Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «γηά» ή «γιά». Κατόπιν τούτου, δεν ισχύει η άποψη ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική ή Περσική λέξη «ya», όπως θεωρούν άλλοι. Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει βεβαίως η λέξη «yα» (=  ω, δα, μαθές, είτε, ή, είτε… είτε, ή….ή),[12] η οποία θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο», είτε από την Μυσhιώτικη λέξη «γηά», είτε από την λέξη «γιά» της δημοτικής.

Τέλος, η εν λόγω λέξη, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:

(α). Στην Ανακού, αναφέρεται, με την σημασία διαζευκτικού συνδέσμου, ως «γιά», στην φράση «γιά σό χῶμα γιά σό γόνατο», καθώς και ότι η μεν λέξη προκύπτει από την Τουρκική λέξη «ya», η δε φράση από την Τουρκική αντίστοιχη  φράση: «ya dipte ya dizde».[13]

(β). Στην Αξό, αναφέρεται ως σύνδεσμος «γιά», με τις εξής δύο σημασίες: 1). «», όπως π.χ. «γιά ἐσύ ἄμε γιά ἐγώ» (= ἤ ἐσύ πήγαινε ἤ ἐγώ), 2). «ἀλλά», όπως π.χ. «πήγαμ’ γιά, dέν dό εἴdjαμ’» (= πήγαμε ἀλλά δεν το εἴδαμε),  «ἄν ἔρτ’ καλά, γιά ἄ dέν έρτ’;» ( = ἄν ἔρθει καλά, ἀλλά ἄν δέν ἔρθει ;). Επίσης αναφέρεται και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «ya».[14]

(γ). Στο Ουλάγατς, αναφέρεται ως «γιά … γιά», καθώς και ότι προκύπτει από το Τουρκικό «yα». Έχει δε τις εξής σημασίες: 1). «ἤ … ἤ», όπως π.χ. η φράση, «γιἀ ἰσύ ‘σαι γιά ἐκεινό ‘ναι» (= ἤ ἐσύ εἶσαι ἤ ἐκεῖνος εἶναι, 2). «βέβαια», όπως π.χ. η φράση, «νά καdεβοῦ γιά πάλ’ νά μέ βγάλης» (= θά κατεβῶ βέβαια ἀλλά πάλι θά μέ βγάλης).[15]

(δ). Στο Αραβανί, αναφέρεται ως σύνδεσμος «γιά», με τις εξής δύο σημασίες: 1). «ἤ, εἰτε»,  2). «ἀλλά», όπως π.χ. η φράση, «πῆγα γιά dέν dό ηὗρα» (= πῆγα ἀλλά δέν τόν βρῆκα). Επίσης, αναφέρεται και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «ya».[16]

(ε). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως «γιά – γιά» (= ἤ – ἤ), καθώς και ότι είναι λέξη Περσική, η οποία υπάρχει και στην Τουρκική ως «yaya». Επίσης, αναφέρεται και ως «για μου» (= μήμως, ἤ μήπως), καθώς και ότι είναι λέξη Περσική, η οποία υπάρχει και στην Τουρκική γλώσσα, ως «ya mi».[17]

(στ). Στον Πόντο, αναφέρεται ως διαζευκτικός σύνδεσμος «γιά» (= ἤ -ἤ, εἴτε – εἴτε). Επίσης αναφέρεται και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «ya».[18]

(ζ). Στα χωριἀ Βάτκα και Χαβούτσι, της επαρχίας Κυζίκου, αναφέρεται ως «γιά» = ἤ.[19]

(η). Στο Δυτικοκρητικό γλωσσικό ιδίωμα, αναφέρεται ως διαζευκτικός σύνδεσμος «για» (= ή), «ἐπαέ είναι για έγκαψε;», καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «ya».[20]

(θ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΜΙΣΤΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται ως «γιά», στην φράση: «Dοβάζ κ’ρεύεις γιά τσhίκ κ’ρεύεις;».[21]

 ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Ο φθόγγος «eα» είναι το «άλφα μακρόν» της Μυσhιώτικης γλώσσας, που προφέρεται μεταξύ του «ε» και του «α», ελάχιστα μακρόσυρτο. Από άλλους παλαιότερους συγγραφείς, ο φθόγγος αυτός συμβολίζεται ως «ä» (άλφα με δύο τελείες επάνω του), που πλέον δεν είναι πρακτικός για την γραφή του, με την χρήση Η/Υ ή κινητού τηλεφώνου.

[2] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, (όπως για παράδειγμα οι λέξεις: «γαῖα αντί αἶα», «γαῖμα αντί αἷμα», «γήλιος αντί «ἥλιος», κ.λ.π.),  την υπ’ αριθμ. 2 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».

[3] Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να αναζητήσει τα βιβλία μου, είτε από εμένα τον ίδιον, (Κιν. 6976674688), είτε από το βιβλιοπωλείο ΠΟΛΙΤΕΙΑ της Αθήνας, (Ασκληπιού 1-3).

[4] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’αριθμ. 8 ερμηνεία της λ. «γιά».

[5] Το «κ’ρεύεις» είναι το γ’ενικό πρόσωπο της Οριστικής Ενεστώτος, του ρήματος «κ’ρεύου ή κ’ρέ’ου» (= ζητώ, αναζητώ, ψάχνω, γυρεύω, κ.λ.π.), που σχηματίζεται από το ρήμα, του Ησυχίου, «ἐρεύω» (= ἐρευνῶ), ως εξής: ἐρεύεις > γερεύεις > γηρεύεις > γ’ρεύεις > κ’ρεύεις.

[6] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[7] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «Ἠέ».

[8] Όμηρος, (ΙΛΙΑΣ), 1998, 556-557: Βλέπε τους στίχους Π/482 έως και Π/484 και την μετάφραση αυτών.

[9] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, την υπ’αριθμ. 2 ανάλυση του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».

[10] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ε» σε «α», την υπ’ αριθμ. 1 και 9 Σημείωση, της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[11] Στην δημοτική παρατηρείται συχνά η τροπή του «η», σε «ι», όπως π.χ. «ελαία > εληά > ελιά», «βασιλεύς > βασιλέας > βασιληάς > βασιλιάς», κ.λ.π.

[12] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 803: Βλέπε την λ. «ya».

[13] Κωστάκης, (Η ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 363, 436: Βλέπε την λ. «γιά», τόσον στην σελ. 436, όσον και στην ως άνω φράση, της σελ. 363, με την Σημείωση 2 αυτής.

[14] Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 135: Βλέπε την λ. «γιά».

[15] Κεσισόγλου Ι., 1951, 116: Βλέπε την λ. «γιά … γιά».

[16] Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 50:  Βλέπε την λ. «γιά».

[17] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 118: Βλέπε την λ. «γιά», καθώς και την λ. «για μου».

[18] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1958, (Τόμ. 1ος), 224: Βλέπε την λ. «για», (σύνδεσμος διαζευκτικός).

[19] ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1952, (Τόμ. Ε’), 198: Βλέπε την λ. «γιά».

[20] Ξανθινάκης Α., (Λεξικό), 2009, 180: Βλέπε την λ. «για».

[21] Κωστάκης Θ., 1977, (Τόμ.I), 182: Βλέπε την ως άνω φράση, με το διαζευκτικό «γιἀ».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά : Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:

https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/kommissionen/vanishinglanguages/Collections/Greek_varieties/Cappadocian_Greek/Bibliography_pdfs/Anastasiadis_1980_-_Turkikes_farasiotika.pdf

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.

Κωστάκης Π. Θαν., 1963. Η ΑΝΑΚΟΥ, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.

Κωστάκης Π. Θαν., 1977. Το Μιστί της Καππαδοκίας, (Τόμ. I και II), Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.

Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι. Ι., 1968. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Αξού, Αθήνα :  Εκδότης, Κ.Μ.Σ.

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1952. ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ, Τόμ. Ε΄,   Αθήνα: Έκδοση του Τμήματος Μικρασιατικών Μελετών της Ενώσεως Σμυρναίων.

Ξανθινάκης, Αντ.. 2009. Λεξικό Ερμηνευτικό & Ετυμολογικό του Δυτικο-κρητικού Ιδιώματος, (Έκδοση Δ΄), Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Όμηρος: ΙΛΙΑΣ, (μτφ. Κώστας Δούκας), 1998, Αθήνα: Εκδόσεις ΙΔΕΟΘΕ-ΑΤΡΟΝ – ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ.

Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1958. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέ-κτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 1ος (Α-Λ), Αθήνα:  Τυπογρα-φείον Μυρτίδη.

Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.

***