Γεώργιος Λαβδάς.-
Το σημερινό μας άρθρο αναφέρεται στην Τουρκική λέξη «âdet» (= έθιμο, συνήθεια, κ.λ.π.),[1] που θα δούμε ότι, μέσα από τον αρχαιοελληνικό γλωσσικό κώδικα της Μυστής, έχει προέλευση Ελληνική.
Το «έθιμο», στην Μυσhιώτικη διάλεκτο, λέγεται «eαdeάτ’» (γεν. = «eαdeατ-jιού», πληθ. = «eαdeάτ-jια») = έθιμο, παραδοσιακό έθιμο, παραδοσιακή συνήθεια.
Στην λέξη αυτή ο φθόγγος «eα» είναι το άλφα μακρόν, της Μυσhιώτικης διαλέκτου, που προφέρεται μεταξύ του «ε» και του «α», ελάχιστα μακρόσυρτο. Επίσης, το ευφωνικό πρόσφυμα «j», στην συγκεκριμένη λέξη, προφέρεται ως «χ», καθώς προηγείται αυτού το «τ», η δε λέξη, αντίστοιχα, ως «eαdeατ-χιού», «eαdeάτ-χια».
Η προφορά της λέξης αυτής ακούγεται, ανοίγοντας το παρακάτω video:
Η εν λόγω λέξη υπάρχει και στην Τουρκική γλώσσα, ως «âdet» (= έθιμο, συνήθεια),[2] η οποία σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό γλωσσικό κώδικα της Μυστής, αποδεικνύεται ότι προέρχεται από την υπόψη λέξη «eαdeάτ’», της Μυσhιώτικης διαλέκτου, όπως θα δούμε πιο κάτω, στην ετυμολόγηση αυτής.
Όμως, ας δούμε πρώτα και ας ακούσουμε τις παρακάτω τρεις φράσεις, στις οποίες υπάρχει η εν λόγω λέξη:
i.-«ένα σhημερ’νού eαdeάτ’, ‘τούν περνάσh’νει πολλά χρόνουϊα, μαναχό τ’, ζολμονιζ-jιέdι, έρ’ουνdι άλλα, τσhαίνουργια eαdeάτ-jια» = ένα σημερινό έθιμο, όταν περάσουν πολλά χρόνια, μόνο του ξεχνιέται, έρχονται άλλα, καινούργια (νέα) έθιμα.
Η προφορά της φράσης αυτής ακούγεται, ανοίγοντας το παρακάτω video:
ii.-«ηττό d’eαdeάτ’, dε ‘νει τ’ εμέωρ’,[3] χώρας ‘νει. Ημείς έχουμ’ Μυσhιώτικα eαdeάτ-jια» = αυτό εδώ το έθιμο δεν είναι δικό μας, ξένο είναι. Εμείς έχουμε τα Μυσhιώτικα έθιμα.
Η προφορά της φράσης αυτής ακούγεται, ανοίγοντας το παρακάτω video:
iii.-«Μυσhιώτ’, ‘τούν ήρταμ’ τσhιαού σ’ού Τhουμαή,[4] είχαμ’ πολλά eαdeάτ-jια: για dα γαρναβάλια, για dού γάμους, για dα γιορτά’εις, τσhι για πολλά άλλα. Deαρeά, ηττούρα dα eαdeάτ-jια, dα ήβ’ραν σ’ού χωρ-jιό μας, ένε σh’τέ ‘νdι» = οι Μυσhιώτες όταν ήρθαμε εδώ στην Θωμαή, είχαμε πολλά έθιμα: για τα καρναβάλια, για τον γάμο, για τις γιορτές, και για πολλά άλλα. Τώρα αυτά εδώ τα έθιμα, που έφεραν στο χωριό μας, τίποτα δεν είναι.
Η προφορά της φράσης αυτής ακούγεται, ανοίγοντας το παρακάτω video:
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ της λέξης «eαdeάτ’»
Προκειμένου να κατανοήσουμε ότι η λέξη «eαdeάτ’» πέρασε, ως λέξη «δάνειο», στην Τουρκική γλώσσα, όπου και υπάρχει πλέον ως «âdet» (= έθιμο, συνήθεια, κ.λ.π.),[5] δεν έχουμε παρά να δούμε την ίδια την ετυμολόγηση αυτής.
Η ετυμολόγηση της λέξης «eαdeάτ’», καθώς επίσης και η βιβλιογραφία, όπου αναφέρεται ως λέξη Τουρκική, παρουσιάζεται σε πλήρη ανάλυση, επίσης και στην παράγραφο 40, του βιβλίου μου με τίτλο, «Ο Γλωσσικός Κώδικας της Μυστής Καππαδοκίας, Οι Φθόγγοι, (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Α΄ (Α – Ε)».[6]
Για την λέξη «eαdeάτ’», επικρατεί η άποψη ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «âdet». Όμως, η εν λόγω λέξη σχηματίζεται από το θέμα «ἐθάδ-», του αρχαίου ουσιαστικού, η «ἐθάς» (= ἠθισμένος), το οποίο αναφέρεται στο Λεξικό του Ησυχίου, όπου αναφέρεται επίσης και στην αιτιατική πληθυντικού, ως τας «ἐθάδας» (= ἐθίμους, συνήθεις).[7] Η ίδια αυτή λέξη αναφέρεται και στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, ως η «ἐθάς» (γεν. = της «ἐθάδος») = ὁ εἰθισμένος, συνηθισμένος εἴς τι.[8] Πέραν αυτών, το «eαdeάτ’», σημασιολογικά και ετυμολογικά, σχετίζεται άμεσα με το ρήμα «ἐθίζω», καθώς και με το Ομηρικό ρήμα «ἔθω», τα οποία προκύπτουν από το Ομηρικό ουσιαστικό «ἔθος» (= συνήθεια, ἔθιμον). Πρόκειται για λέξεις, που στα σχετικά Λεξικά αναφέρονται, με τις εξής αντίστοιχες σημασίες:
-«ἐθίζω» (που προκύπτει από το θέμα «ἐθιδ-j-» και αυτό από το ουσιαστικό «ἔθος») = συνήθεια, έθιμον.[9]
-«ἔθω» (= εἶμαι συνηθισμένος, συνηθίζω). Το θέμα του ρήματος αυτού είναι «ἐθ-», από το ουσιαστικό «ἔθος».[10]
-«ἔθος» = ἔθιμον, ἡ συνήθεια.[11]
ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ του «eαdeάτ’»
Το «eαdeάτ’» σχηματίζεται από το θέμα «ἐθάδ-», του ουσιαστικού η «ἐθάς» (γεν. = της ἐθάδος), με την σημασία «έθιμο, συνήθεια», με τους εξής δύο τρόπους:
Α. Πρώτος τρόπος σχηματισμού: ἐθάδ- > ετάτ’, λόγω προφοράς του «θ», (που ο Μυσhιώτης αδυνατεί να προφέρει), ως «τ»,[12] καθώς και λόγω προφοράς του «δ», (που ο Μυσhιώτης επίσης αδυνατεί να προφέρει), ως «τ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής,[13] και > eαdeάτ’, λόγω τροπής του πρώτου συμφώνου «τ» σε «d», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής,[14] με ταυτόχρονη τροπή και των δύο «α», σε «eα» (άλφα μακρόν), που είναι συχνό γλωσσικό φαινόμενο της Μυσhιώτικης διαλέκτου.
Β. Δεύτερος τρόπος σχηματισμού: ἐθάδ- > ετάd’, λόγω προφοράς του «δ», ως «d», που είναι προφορά Πελασγική,[15] καθώς και λόγω προφοράς του «θ», ως «τ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και ης Ελληνικής, [16] > εdeάτ’, λόγω αντιμετάθεσης των συμφώνων «τ» και «d», με ταυτόχρονη τροπή του «α», σε «eα» (άλφα μακρόν), και > eαdeάτ’, λόγω τροπής του «ε», σε «eα» μακρόν, (λόγω αφομοίωσης του «ε», με το φωνήεν της αμέσως επόμενης συλλαβής,[17] που είναι το «eα»).[18]
ΣΧΟΛΙΟ
Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «eαdeάτ’». Κατόπιν τούτου, δεν μπορεί να ισχύει η άποψη εκείνων που θεωρούν ότι αυτή προέρχεται από την Τουρκική ή από την Περσική γλώσσα. Η λέξη αυτή είναι φανερό ότι πέρασε στην Τουρκική ως «ȃdet», την οποία και θεωρώ λέξη «δάνειο».
Τέλος, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, η εν λόγω λέξη αναφέρεται, αντίστοιχα ως εξής:
(α). Στην Αξό, αναφέρεται ως το «ἀdέτ» (= συνήθεια, ἔθιμο), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «ȃdet».[19]
(β). Στο Ουλάγατς, αναφέρεται ως dό «ἐdέτ» (= συνήθεια), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «ȃdet». Επίσης αναφέρεται και η φράση, «dό ἐdέτι μ’ dέ ‘ναι» = ἡ συνήθειά μου δέν εἶναι, δεν συνηθίζω.[20]
(γ). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως το «ἀτέτhι» και ως το «ἀτeάτhι» (= συνήθεια, έθιμο). Επίσης, αναφέρεται και ότι η λέξη αυτή είναι Αραβική, η οποία όμως υπάρχει και στην Τουρκική ως «adet».[21]
(δ). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται, (με μη ακριβή Μυσhιώτικη προφορά), ως «αντέτ» (= συνήθεια, παράδοση), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη, «adet». Σε άλλη σελίδα του ιδίου αυτού βιβλίου, η εν λόγω λέξη αναφέρεται, (επίσης με μη ακριβή Μυσhιώτικη προφορά), ως «εντέτ» (= έθιμο), καθώς και ότι προκύπτει από το Τουρκικό «edet».[22]
(ε). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται, (με μη ακριβή Μυσhιώτικη προφορά), ως «ετέτ» (= έθιμο, συνήθεια), καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη, «edet» = έθιμο, συνήθεια.[23]
(στ). Στο Μελένικο, αναφέρεται ως «αdέτι» (= έθιμο, σηνήθεια).[24]
(ζ). Στην Κρητική διάλεκτο, αναφέρεται ως «ἀdέτι» = συνήθεια, ἔθιμο (< adet), καθώς και ότι είναι δάνειο από την Τουρκική γλώσσα.[25]
(η). Στα Φάρασα (από άλλον συγγραφέα), αναφέρεται ως «ἀτέτι», καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «ȃdet».[26]
(θ). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει η λέξη «ȃdet» = έθιμο, συνήθεια, εμμηνόρροια, περίοδος, εθιμικός.[27]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 7: Βλέπε την λ. «ȃdet».
[2] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκοε-λληνικό Λεξικό), 2000, 7: Βλέπε την λ. «ȃdet».
[3] Η κτητική αντωνυμία «τ’ εμέωρ’» [= ο δικός μας, η δική μας, το δικό μας], είναι αντίστοιχη με την αρχαία αντωνυμία, «το ἡμέτερον».
[4] Αρχικά το χωριό μας, που ήταν αμιγώς προσφυγικό, προερχόμενοι όλοι ανεξαιρέτως οι κάτοικοί του από την Μυσhτή της Καππαδοκίας, λεγόταν το «Θωμαΐον». Γράφαμε, δηλαδή, στο Δημοτικό μας σχολείο, «ἐν Θωμαΐῳ». Στη συνέχεια μετονομάστηκε σε «Μάνδρα». Όμως, ο λόγος για τον οποίον δεν ονομάστηκε ακόμη «Νέα Μυστή», σύμφωνα με το Ελληνικό εθιμικό δίκαιο, (π.χ. Νέα Σμύρνη, Νέα Μουδανιά, Νέα Φλογητά, Νέα Αγχίαλος, κ.λ.π.), αλλά «Μάνδρα», που στην δημοτική σημαίνει «μαντρί», παραμένει ακόμη άγνωστος, στους μη πρωτεργάτες και ιθύνοντες του χωριού.
[5] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 7: Βλέπε την λ. «ȃdet».
[6] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 111: Βλέπε την ανάλυση της λέξης «eΑdeάτ’».
[7] Ησυχίου Λεξικό: Βλέπε τις λ. «ἐθάς» και «έθάδας».
[8] Δημητράκος (Λεξικό), 1964.
[9] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «ἐθίζω».
[10] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962, επίσης και Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε το ρήμα «ἔθω».
[11] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λέξη «ἔθος». Επίσης και Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λέξης «ἔθος».
[12] Η τροπή του «θ» σε «τ» είναι γλωσσικό φαινόμενο της Αιολικής και της Δωρικής διαλέκτου, [Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε την σημείωση 6 και 8 , της ανάλυσης του γράμματος «Θ, θ, θῆτα»].
[13] Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «δ» σε «τ», την Σημείωση 4, της ανάλυσης του γράμματος «Δ, δ, δέλτα».
[14] Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «τ» σε «ντ» ή «d», την Σημείωση 1 και 18, της ανάλυσης του γράμματος «Τ, τ, ταῦ».
[15] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.
[16] Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «θ» σε «τ», στην Αιολική και Δωρική διάλεκτο, την Σημείωση 6 και 8 , της ανάλυσης του γράμματος «Θ, θ, θῆτα».
[17] Τζάρτζανος, (Γραμματική), 1962, 17: Βλέπε την παράγραφο 32/3, όπου εξηγείται η αφομοίωση των φωνηέντων.
[18] Πέραν της αφομοίωσης, για την τροπή του «ε» σε «α», βλέπε επίσης και την υπ’ αριθμ. 1 και 9 Σημείωση, της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον», στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου 1964.
[19] Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 133: Βλέπε την λ. «ἀdέτ».
[20] Κεσισόγλου Ι., 1951, 103: Βλέπε την λ. «ἐdέτ».
[21] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 41: Βλέπε την λ. «ἀτέτhι».
[22] Κοιμισόγλου, 2006, 205, 209: Βλέπε την λ. «αντέτ = συνήθεια, παράδοση < τουρκ. adet», στην σελ. 205, καθώς και την λ. «εντέτ», στην σελ. 209.
[23] Κοτσανίδης, 2004, 73: Βλέπε την λ. «Έθιμο».
[24] Ανδριώτης Π. Ν., 1989, 28: Βλέπε την λ. «αdέτι».
[25] Κοντοσόπουλος Γ. Ν., 2015, 51: Βλέπε την λ. «άdέτι».
[26] Ανδριώτης Ν. Π., 1948, 75: Βλέπε την λ. «ȃdet > ἀτέτι».
[27] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 7: Βλέπε την λ. «ȃdet».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:
Ανδριώτης Ν. Π., 1948. Το Γλωσσικό Ιδίωμα των Φαράσων, Αθήνα: COLLECTION DE L’ INSTITUT FRANCAIS D’ ATHÈNES, ΜΟΥΣΙΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ, ΑΡΧΕΙΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΕΛΠΩΣ ΜΕΡΛΙΕ, Τόμος 4, ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ.
Ανδριώτης Ν. Π., 1989. ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΕΛΕΝΙΚΟΥ, Θεσσαλονίκη: ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ.
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα: Εκδόσεις Πελεκάνος.
Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.
Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.
Κοντοσόπουλος Γ. Νικ., 2015. Η Κρητική Διάλεκτος, Αθήνα: Εκδόσεις «Βιβλιοεπιλογή», Γ. Χ. Αναστασάκης.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.
Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι. Ι., 1968. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Αξού, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.
Τζάρτζανος Α. Αχ., 1962. Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα : Έκδοση Ο.Ε.Σ.Β.
Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

