Γεώργιος Λαβδάς.-
Η απόδειξη της ελληνικότητας της δημοτικής λέξης «ζαμάνι > ζαμάνια», που ακολουθεί, στο σημερινό μας άρθρο, βασίζεται στον αρχαιοελληνικό Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής. Η ίδια απόδειξη αναφέρεται επίσης και στο βιβλίο μου, με τίτλο «Η ΜΥΣΤΗ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ, η αποκατάσταση της αλήθειας περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών».[1]
Στην Μυσhιώτικη διάλεκτο,[2] (που είναι η μητρική μου γλώσσα και της οποίας είμαι φυσικός ομιλητής), έχουμε την λέξη «ζαμάν» (πληθ. = «ζαμάνια») = καιρός, χρόνος, εποχή, χρονική περίοδος, κατάλληλος χρόνος, κατάλληλη ώρα, κατάλληλη χρονική στιγμή.
Για παράδειγμα, οι παρακάτω φράσεις της διαλέκτου μας, όπου αναφέρεται το εν λόγω ουσιαστικό:
i. -«μη dου ζαμάνι τ’» = στην κατάλληλη στιγμή, στην ώρα του, στον καιρό του, στον χρόνο του τον κατάλληλο.
ii. -«σ’ου ζαμάνι τ’» = στην ώρα του, στην κατάλληλη στιγμή, στον καιρό του, όταν είναι (ή όταν θα είναι, ή όταν ήταν) η ώρα του, όταν πρέπει (ή όταν θα πρέπει, ή όταν έπρεπε) να είναι η ώρα του.
iii. -«χρόνια τσhι ζαμάνια, έχου να σοι ρανήσου» = χρόνια και καιρούς, έχω να σε δώ.
iv. -«μη dου ζαμάνι τ’νη, νιούνdι ούλα» = με τον καιρό τους, γίνονται όλα, (όλα γίνονται στον καιρό τους, στην εποχή τους).
v. -«’τουν έρτ’ dου ζαμάνι τ’, ζαρ dου παι’ί μας να πάει τσhι ασκιeάρους» = όταν έρθει ο καιρός του, ασφαλώς (βεβαίως) ο γιός μας θα πάει και στρατιώτης.
Στο σύντομο video που ακολουθεί, μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω πέντε φράσεις, στην Μυσhιώτικη διάλεκτο:
vi. -«μη dου ζαμάνι τ’, ζανdώνου κhιουμeάσα, μη dου ζαμάνι τ’ ανοίζου dου» = με την ώρα του, κλείνω το κοτέτσι, με την ώρα του τ’ανοίγω, (υπό την έννοια, στην κατάλληλη στιγμή).
vii. -«’τουν έρτ’ dου ζαμάνι τ’νη νι-ούνdι τσhι ‘ά σhύτσεις!» = όταν έρθει η εποχή τους γίνονται και τα σύκα !
Στο σύντομο video που ακολουθεί, μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω δύο φράσεις, στην Μυσhιώτικη διάλεκτο:
Μερικά Χρήσιμα πληροφοριακά στοιχεία
Για την ετυμολόγηση της λέξης «ζαμάν», θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη ότι:
(1). Στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται ότι η λέξη το «ζαμάνι» χρησιμοποιείται στον πληθυντικό, στην φράση «καιρούς και ζαμάνια» (= πολύς καιρός, μέγα χρονικόν διάστημα), καθώς και ότι το «ζαμάνι» είναι λέξη Τουρκική.
(2). Στο ίδιο Λεξικό του Δ. Δημητράκου, η λέξη «φεγγάρι» ερμηνεύεται και ως «σεληνιακή περίοδος, σεληνιακός μήν». Επίσης, αναφέρονται και οι φράσεις: «ἔχω φεγγάρια νά σέ ἰδῶ καί νά σέ συναντήσω (πολύν καιρόν). «ἔχει τά φεγγάρια του» (έχει ιδιοτροπίες, λόξες).[3]
(3). Η λέξη «Ζαμάν» αναφέρεται στον Ζωροαστρισμό, ο οποίος λέγεται ότι πέρασε από τα σύνορα του Ιράν και επεκτάθηκε προς δυτικά και διαδόθηκε έως και την Μ. Ασία, όπου μέχρι και την Βυζαντινή εποχή απαντώνται πυρολάτρες. Το Κουρδιστάν επηρεάστηκε σημαντικά, πράγμα που είναι και σήμερα φανερό από τις λατρείες των Αγγέλων, όπου επανεμφανίζονται ο Μίθρας και ο Ζουρβάν ἠ Ζαμάν. Δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, ο ιδρυτής της δυναστείας των Σαφαβιδών, σεΐχης Ισμαήλ Α΄, αναφερόταν από την μερίδα των Αλεβήδων, ως η ενσάρκωση του Ζουρβάν, ως ένας «Sahabi Zaman», ένας ζωντανός «Κύριος του Χρόνου».[4] Δηλαδή, η Περσική λέξη «Ζαμάν» σχετίζεται με θεότητα, που είναι «Κύριος του Χρόνου», κάτι αντίστοιχο θα λέγαμε με τον δικό μας αρχαίο θεό «Κρόνο».
Η τελευταία παραπάνω πληροφορία μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ότι η λέξη «Ζαμάν» ήταν διαδεδομένη στους λαούς, της περιοχής Ιράν – Μ. Ασίας, την οποία, πολύ αργότερα, βρήκαν και υιοθέτησαν οι Τούρκοι, όταν εμφανίστηκαν στις εν λόγω περιοχές. Τούτο όμως σημαίνει ότι η λέξη, κατ’αρχήν, δεν είναι Τουρκική.
Ετυμολόγηση
Παρ’ όλο που η λέξη «ζαμάν» φαίνεται ως Περσική, όμως θεωρώ ότι αυτή είναι σύνθετη Ελληνική, η οποία σχηματίζεται από τα εξής συνθετικά μέρη:
i. Από το Ομηρικό πρόθεμα «ζα» = ἀχώριστον ἐπιτατικόν μόριον, πολύ, λίαν, πάρα πολύ, μέγα, πολύ.[5]
Σημειωτέον, ότι στο πρόθεμα «ζα», αναφερθήκαμε προ καιρού, στο άρθρο μας, που δημοσιεύθηκε στην παρούσα ιστοσελίδα, στις 20 -11-2025, με τίτλο: «Το επίθετο της Μυσhιώτικης γλώσσας ζαβαλλού, καθώς και της δημοτικής, ο ζάβαλης, δεν είναι Τουρκικά».[6]
ii. Από το ουσιαστικό ο «μήν» (στην δημοτική, ο «μήνας») = τό χρονικόν διάστημα καθ’ ὅ ἡ σελήνη διαγράφει τήν τροχιά της πραγματοποιούσα μίαν περιφοράν περί τήν γῆν, τό χρονικόν διάστημα διαρκείας 30 κατά συνέχειαν ἡμερῶν).[7]
Σημειωτέον, ότι στην αρχαία Ελληνική υπάρχει και το ουσιαστικό η «μήνη» (= σελήνη),[8] όπως επίσης και η θεότητα ο «Μήν» (του «Μηνός») = η Σελήνη, θεότητα των Φρυγών.[9]
Η σύνθεση των δύο αυτών στοιχείων, «ζα + μήν», σημαίνει «πολλοί μήνες, πολλά συνεχόμενα χρονικά διαστήματα των 30 μημερών, πολλά συνεχόμενα φεγγάρια, πολλοί συνεχόμενοι κύκλοι φεγγαριού, πολύς καιρός, πολύς χρόνος».
Σχηματισμός: ζα + μήν > ζαμήν > ζαμάν, λόγω τροπής του «η», σε «α», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής.[10]
Σημειωτέον, ότι η τροπή, ζαμήν > ζαμάν, δικαιολογείται επίσης και λόγω αφομοίωσης του “η” προς το φωνήεν “α” της αμέσως προηγούμενης συλλαβής.
ΣΧΟΛΙΟ
Μετά την παραπάνω ανάλυση, είναι φανερό πως η Μυσhιώτικη λέξη «ζαμάν» είναι Ελληνική, προερχόμενη από την σύνθεση των παραπάνω αρχαίων λέξεων «ζα» + «μήν» > ζαμήν > ζαμάν. Κατόπιν τούτου, δεν ισχύει η άποψη ότι αυτή προκύπτει από λέξη Τουρκική ή ακόμη και από Αραβική. Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει βεβαίως η ίδια λέξη, ως «zaman» (= καιρός, χρόνος, εποχή, περίοδος, ώρα),[11] που είναι λέξη «δάνειο», την οποία θεωρώ ότι έχει πάρει από την Μυσhιώτικη γλώσσα.
Τέλος δε, η εν λόγω λέξη, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:
(α). Στο γλωσσικό ιδίωμα του Μελένικου,[12] αναφέρεται ως το «ζαμάνι».[13]
(β). Στην Αξό, αναφέρεται ως «ζαμάν», στην φράση «ένα ζαμάν» = μια φορά, (υπό την έννοια μια εποχή, κάποια χρονική περίοδο).[14]
(γ). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως το «ζαμἀνι» (= ἐποχή, καιρός), καθώς και ότι είναι λέξη Αραβική, η οποία υπάρχει και στην Τουρκική, ως «zaman».[15]
(δ). Στον Πόντο, η εν λόγω λέξη, με την σημασία «ἐποχή, καιρός, χρόνος, χρονικό διάστημα», αναφέρεται κατά περιοχές, ως εξής: Στην Κερασούντα, ως το «ζαμάνιν». Στα Κοτύωρα, στην Σάντα και στην Χαλδία, ως το «ζαμάν’». Επίσης, αναφέρεται και ότι αυτή προκύπτει από την Αραβική λέξη «zeman».[16]
(ε). Στο γλωσσικό ιδίωμα του Λιβισίου Λυκίας, αναφέρεται ως το «ζαμάνιν» (= ἐποχή), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «zaman».[17]
(στ). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται ως «ζαμάν» (= καιρός), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «zaman».[18]
(ζ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται ως «ζαμάν» (= ζαμάνι), καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «zaman» (= μεγάλο χρονικό διάστημα). Επίσης αναφέρεται και η φράση: «εκείνου ντου ζαμάν» = τον καιρό εκείνο.[19]
(η). Στην Κρητική διάλεκτο, αναφέρεται ως «ζαμάνι» (= φεγγάρι, εποχή).[20]
(θ). Στο Δυτικοκρητικό γλωσσικό ιδίωμα, αναφέρεται ως το «ζαμάνι», σε φράσεις όπως: «κακά ζαμάνια φτάξαμε» (= εζήσαμε να δούμε κακές εποχές). Επίσης αναφέρεται και ότι η λέξη αυτή σχετίζεται με την Τουρκική «zaman» (= χρονική περίοδος).[21]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Λαβδάς Γ., 2025, 185: Βλέπε την ανάλυση της λ. «ζαμάν», όπου εκ παραδρομής έχει γραφεί ότι το συνθετικό «μάν» είναι ο Δωρικός τύπος του ουσιαστικού ο «μήν», ενώ αυτό είναι του μορίου «μήν».
[2] Η «Μυσhιώτικη» διάλεκτος, (όπου ο φθόγγος «σh» είναι το δασύ, το παχύ σύμφωνο «σ»), είναι η αρχαία διάλεκτος των Ελλήνων της κεντρικής Μ. Ασίας, την οποία διέσωσαν, σε κάποιο βαθμό, 24 από τα 86 χωριά της περιοχής Καππαδοκίας, (με τα σημερινά όρια αυτής, καθώς τα αρχαία γεωγραφικά όριά της ευρίσκοντο αλλού, οι δε Καππαδόκες δεν ήσαν Έλληνες, αλλά λαός της Ασίας, Σύροι ή Σύριοι ή Λευκόσυροι). Τα υπόλοιπα 62 χωριά των Ελλήνων τουρκοφώνησαν. Οι Μυσhτηλήδες, κάτοικοι της Μυσhτής, καθώς και οι Αξενοί, κάτοικοι της γειτονικής Αξού, διέσωσαν την διάλεκτο αυτή, σε πολύ καλύτερο βαθμό, σε σύγκριση με τα υπόλοιπα 22 ελληνόφωνα χωριά, της περιοχή τους. Για την εν λόγω διάλεκτο βλέπε: (Λαβδάς Γ., 2025, 101-132).
[3] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 3 ερμηνεία της λ. «φεγγάρι».
[4] Νικολακάκης Δ. Ηλ., 1998, 226 – 227.
[5] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης, Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[6] Βλέπε το ως άνω άρθρο, στην παρούσα ιστοσελίδα μας.
[7] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ. «μήν, -ηνός».
[8] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[9] Κωνσταντινίδης Αν., 1900, 339: Βλέπε το όνομα «Μην, Μηνός».
[10] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «η» σε «α», την Σημείωση 5, της ανάλυσης του γράμματος «Η, η, ἦτα».
[11] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 853: Βλέπε την λέξη «zaman».
[12] Το Μελένικο ήταν Βυζαντινή πόλη, ευρισκόμενη στο ανατολικό άκρο ενός λεκανοπεδίου, το οποίο περικλείεται από τα βουνά Όρβηλο και Κερκίνη (Μπέλες), 40 χιλ. βόρεια από το Σιδηρόκαστρο.
[13] Ανδριώτης Π. Ν., 1989, 28: Βλέπε την λέξη «ζαμάνι».
[14] Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 214: Βλέπε την λ. «ζαμάν».
[15] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 82: Βλέπε την λ. «ζαμἀνι».
[16] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1958, (Τόμ. 1ος), 331: Βλέπε την λ. «ζαμάνιν».
[17] Ανδριώτης Π. Ν., 1961, 102: Βλέπε την λ. «ζαμάνιν».
[18] Κοιμισόγλου, 2006, 209: Βλέπε την λ. «ζαμάν = καιρός < τουρκ, zaman».
[19] Κοτσανίδης, 2004, 87: Βλέπε την λ. «Ζαμάνι».
[20] Ροδάκης Ιωάν., Θεόδ., σελ. 60: Βλέπε την λ. «ζαμάνι».
[21] Ξανθινάκης Α., 2009, 228: Βλέπε την λ. «ζαμάνι».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:
Ανδριώτης Ν. Π., 1961. ΤΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΛΙΒΙΣΙΟΥ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ, Αθήνα: Έκδοση του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών.
Ανδριώτης Ν. Π., 1989. ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΕΛΕΝΙΚΟΥ, Θεσσαλονίκη: ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ.
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Κωνσταντινίδης, Ανέστ. Λεξικό Κυρίων Ονομάτων Μυθολογικό Ιστορικό Γεωγραφικό, (Α’ Έκδοση 1900), Νέα Ερυθραία: Εκδόσεις ΕΚΑΤΗ.
Λαβδάς Γ., 2025. Η Μυστή της Καππαδοκίας, η αποκατάσταση της αλήθειας, περί της ονομασίας αυτής.Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών. Λάρισα.
Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι. Ι., 1968. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Αξού, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Νικολακάκης Δ. Ηλ., 1998.«ΟΙ ΚΟΥΡΔΟΙ (ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΤΑΒΟΛΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΤΟΥΣ)», Θεσσαλονίκη: Εκδοτικός Οίκος «ΚΥΡΟΜΑΝΟΣ».
Ξανθινάκης, Αντ.. 2009. Λεξικό Ερμηνευτικό & Ετυμολογικό του Δυτικο-κρητικού Ιδιώματος, (Έκδοση Δ΄), Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1958. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέ-κτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 1ος (Α – Λ), Αθήνα: Τυπογρα-φείον Μυρτίδη.
Ροδάκης, Ι., Θ., Το Κρητικό Λαλολόγιο, ΟΪ ΑΛΛΗ ΑΚΑΤΕΧΙΑ (ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΑΓΝΟΙΑ).
Faruk Tuncay – Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

