Press ESC to close

Η λέξη της δημοτικής «χαντζάρι» είναι λέξη Ελληνική και όχι Τουρκική ούτε και Αραβική, όπως θεωρούν άλλοι

Γεώργιος Λαβδάς.

Στο σημερινό μας άρθρο θα αναφερθούμε στην ελληνικότητα της λέξης «χαντζάρι», η οποία  θεωρείται ως λέξη Τουρκική, όπως επίσης και ως Αραβική.

Το εν λόγω ουσιαστικό, στην Ελληνική,  ανάλογα το μέγεθός του, αναφέρεται, είτε ως η «χαντζάρα» (= μεγενθυτικό του «χαντζάρι»),[1] είτε ως το «χαντζάρι» (= συνήθως παρ’ Ἀλβανοῖς καί Τούρκους, μακρά μάχαιρα χρησιμοποιουμένη ὡς ἀγχέμαχον ὅπλον) και  θεωρείται λέξη Τουρκική.[2]

Στην Μυσhιώτικη[3] διάλεκτο, της οποίας είμαι φυσικός ομιλητής, λέγεται  «χαντζhάρ’»[4] (γεν. = «χαντζhαρ-jιού», πληθ. = «χαντζhάρ-jια»)[5] = χαντζάρι, χαντζάρα, μεγάλο μαχαίρι, μεγάλο εγχειρίδιο. Λέγοντας «χαντζhάρ’» εννοούμε τόσο το καμπύλο (κυρτό) μεγάλο μαχαίρι, που χρησιμοποιούσαν κάποτε ως πολεμικό όπλο, κυρίως οι Οθωμανοί και οι Άραβες, όσο και κάθε άλλο μεγάλο και βαρύ μακρύ μαχαίρι, που χρησιμοποιείται και σήμερα, ως εργαλείο κοπής, όπως π.χ. κρεάτων, νωπών κλαδιών κυρίως θάμνων, κ.λ.π.

Η ίδια λέξη υπάρχει και στον Πόντο, όπου, στην μεν Κερασούντα, αναφέρεται ως το «χαντζhάριν» (= μεγάλη μάχαιρα), στα δε Κοτύωρα, Σάντα και Χαλδία, ως το «χαντζhάρ’», καθώς επίσης και ότι προκύπτει από το Αραβικό «handjer».[6]

Στην Τουρκική γλώσσα, η ίδια λέξη υπάρχει ως «hançer» (= χατζάρι, στιλέτο, εγχειρίδιο),[7] που θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο», από την εν λόγω Μυσhιώτικη, όπως θα διαπιστωθεί από την παρακάτω ετυμολογική ανάλυση.

Σύμφωνα με το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας (ΓΕΕΘΑ), το χατζάρι ήταν ένα αραβικής προέλευσης μαχαίρι (στα αραβικά λέγεται jambiya) που τοποθετείτο και αυτό στο σελάχι. Το μαχαίρι αυτό συναντάται μέχρι και σήμερα σε πολλά αραβικά κράτη ως αξεσουάρ της ενδυμασίας. Την εποχή του 1821, λόγω των πολλών Αράβων και Αιγυπτίων που πολέμησαν ως μισθοφόροι των Οθωμανών, υπήρχαν πλήθος τέτοιων μαχαιριών στον ελληνικό εξοπλισμό προερχόμενα από λαφυραγώγηση. Το μαχαίρι αυτό είναι ιδιαίτερα κυρτό δημιουργώντας ένα σχήμα «j». Τα υλικά κατασκευής του διαφέρουν από απλό ξύλο και κόκαλο μέχρι πολύτιμους λίθους, ασήμι και χρυσό.[8]  Στην ίδια ιστοσελίδα του ΓΕΕΘΑ παρουσιάζονται και οι παρακάτω εικόνες με χαντζάρι:

   

Η απόδειξη της ελληνικότητας της εν λόγω λέξης, που ακολουθεί παρακάτω, αναφέρεται στην παράγραφο 167, του Τόμου Β΄, της εργασίας μου με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – κανόνες – Πάθη)».[9]

Για παράδειγμα, λέμε στα «Μυσhιώτικα»:

i. -«χαντζhάρ’» (= χαντζάρι), «χαντζhάρ-jια» (= χαντζάρια).

ii. -«χαντζhαρ-jιού λάβους» = χαντζαριού λαβή.

iii. -«’τούν σ’άξουμ’ dου τhανά μας, κ’ρεύουμ’ ζάρ τσhι’ένα μέγα χαντζhάρ’, να κόψουμ’ dα κηρ-jιάdα τ’» = όταν σφάξουμε το μοσχάρι μας, θέλουμε ασφαλώς (βέβαια, «γάρ») κι’ένα μεγάλο μαχαίρι, (για) να κόψουμε τα κρέατά του.

iv. -«dα Τhούρτσ’, μη dου χαντζhάρ’, σκότουναν τσοι! Βγάλισhκαν dου χαντζhάρι τ’νη, κόφτισhκαν, παίρ’ισhκαν dου τσhουφάλι σ’!» = οι Τούρκοι, με το χαντζάρι σε σκότωναν! Έβγαζαν το χαντζάρι τους, έκοβαν, (και) έπαιρναν το κεφάλι σου!

v. -«Μουλά Αναστά’ης, ‘τούν σhιάνηξην ‘φκάλλια, είχh-ην τσhι’ένα με’α χαντζhάρ’, μ’ ηττό τουγά κόφτισhκην dα περ’σσά μύτει’ τ’νη» = Ο Αναστάσιος Μουλάς, όταν έφτιαχνε σκούπες, είχε κι’ ένα μεγάλο χαντζάρι, με αυτό λοιπόν έκοβε τις περισσευούμενες μύτες τους.[10]

Στο παρακάτω σύντομο video μπορείτε να ακούσετε τις παραπάνω φράσεις:

ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ

Ετυμολογικά, το «χαντζhάρ’», εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ότι προκύπτει από το ουσιαστικό της δημοτικής «χαντζάρι» (= μακρά μάχαιρα χρησιμοποιουμένη ὡς ἀγχέμαχον ὅπλον), που θεωρείται λέξη Τουρκική.[11] Υπάρχει βέβαια και η λέξη «χαντζάρα» (ἡ) =  μεγεθυντικό του «χαντζάρι».[12]

Όμως, για την λέξη «χαντζhάρ’» υπάρχουν οι παρακάτω Ελληνικές λέξεις, απ’ όπου μπορούμε να αναζητήσουμε το έτυμον αυτής:

χάζω» = ἀναγκάζω τινα νά ἀποχωρήσῃ, νά ἀπομακρυνθῇ ἐκ τινος, στερῶ, ἀποστερῶ τινά τινος.[13] Το θέμα του ρήματος αυτού είναι «χαδ-j– ή κάδ-j-».[14]

χάζει» = χαλᾶται.[15] Όμως το «χαλᾶται», του Ησυχίου, είναι το γ’ ενικό πρόσωπο της Οριστικής Ενεστώτος, του μεσοπαθητικού «χαλῶμαι», του ρήματος «χαλῶ, -άω» = φονεύω, ἐξολοθρεύω, σκοτώνω.[16]

ἀρή» = βλάβη, κακόν, ὄλεθρος, καταστροφή.[17]

ἀρῇ» = λή(μ)ψῃ, κ.λ.π.[18] Όμως το «λἠ(μ)ψῃ», του Ησυχίου, είναι η δοτική ενικού του ουσιαστικού η «λῆψις», που λέγεται και «λῆμψις» = το λαμβάνειν, το ἁρπάζειν, η πιασιά, το πιάσιμο.[19] Στην περίπτωση αυτή η δοτική αντί να γραφεί ως «τῇ λή(μ)ψει», έχει γραφεί ως «τῇ λή(μ)ψῃ», αντικαθιστώντας δηλαδή το «ει», με το «ῃ», όπως αυτό ακριβώς συμβαίνει και στο β’ ενικό πρόσωπο του μέσου Μέλλοντος, (π.χ. του ρήματος «λύομαι», που είναι:  λύσομαι, λύσῃ ή λύσει, λύσεται, κ.λ.π.). Διαφορετικά, το «λή(μ)ψῃ» είναι το β’ ενικό πρόσωπο του μέσου Μέλλοντος, του ρήματος «λαμβάνω», που στον Μέλλοντα είναι «λήψομαι», [Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «λαμβάνω»] και κλίνεται ως εξής: λήψομαι, λήψῃ ή λήψει, λήψεται, ληψόμεθα, λήψεσθε, λήψονται, [Τζάρτζανος Αχ., (Γραμματική), 1962, 100: Για τις καταλήξεις, βλέπε την κλίση του μέσου Μέλλοντος, του ρήματος «λύομαι»].

ἀρήϊος» = πολεμικός.[20]

ἀρήϊα» = πολεμιστήρια.[21] Όμως, η λέξη «πολεμιστήρια», του Ησυχίου, είναι ο πληθυντικός από το ουδέτερο του επιθέτου «πολεμιστήριος,-α,-ον» = ὁ ἀνήκων ἤ ὁ ἀναφερόμενος εἰς τον πολεμιστήν.[22]

«-άρι(ον)» = κατάληξη ουδετέρων ουσιαστικών, με την νεότερη σημασία αυτής που δηλώνει ό,τι ακριβώς δηλώνει και η αρχική λέξη, από την οποία προήλθε και εκείνη που έχει την κατάληξη αυτή.[23]

ἇρι» = μεγάλως. ὅθεν και ὁ ἀρίζηλος ὁ μεγάλως ζηλωτής.[24]

ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

Το «χαντζhάρ’» είναι σύνθετη λέξη, που σχηματίζεται με τους εξής τρεις τρόπους:

Πρώτος τρόπος σχηματισμού:

Σχηματίζεται από το θέμα «χαζ-» του παραπάνω ρήματος «χάζω», με την σημασία του «φονεύω, εξολοθρεύω, σκοτώνω», καθώς και από το συνθετικό κατάληξης ουσιαστικών της δημοτικής «-άρι».[25]

Η σύνθεση των στοιχείων «χάζ- + -άρι» σημαίνει, «αυτό που φονεύει, που σκοτώνει».

Σχηματισμός: χαζ- + -άρι, > χαντζάρι, λόγω τροπής του διπλού συμφώνου «ζ», σε «τζ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο γενικότερο της Ελληνικής[26] με ταυτόχρονη εμφάνιση του ευφωνικού «ν» προ αυτού, > χαντζhάρ’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «ι», με ταυτόχρονη τροπή του φθόγγου «ντζ», σε «ντζh» δασύ (παχύ).

Δεύτερος τρόπος σχηματισμού:

Σχηματίζεται από το θέμα «χαζ-» του προαναφερθέντος ρήματος «χάζω», καθώς από το θέμα «ἀρη-», του πληθυντικού «ἀρήϊα», του ουδετέρου επιθέτου «ἀρήϊος», που προαναφέρθηκε, με την σημασία «ὁ ἀνήκων εἰς τον πολεμιστήν», καθώς και από την κατάληξη «ι», που είναι για ουσιαστικά ουδετέρου γένους.

Η σύνθεση των στοιχείων «χαζ- + ἀρη- + -ι » σημαίνει «αυτό που ανήκει στον πολεμιστή εκείνον ο οποίος σκοτώνει, εξολοθρεύει, φονεύει».

Σχηματισμός: χαζ- + ἀρη- + -ι > χαντζάρηι, λόγω τροπής του διπλού συμφώνου «ζ», σε «τζ», με ταυτόχρονη εμφάνιση του ευφωνικού «ν», προ αυτού, (όπως δηλαδή και στον προηγούμενο σχηματισμό), > χαντζάρη, λόγω συνεκφοράς των συνεχόμενων «ηι» της κατάληξης, ως «η», (ίσως και λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «ι»), και > χαντζhάρ’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «η», με ταυτόχρονη τροπή του φθόγγου «ντζ», σε «ντζh» δασύ (παχύ), όπως και στον προηγούμενο σχηματισμό.

Τρίτος τρόπος σχηματισμού:

Σχηματίζεται από το θέμα «χαδ-j» του προαναφερθέντος ρήματος «χάζω», καθώς και από το προαναφερθέν συνθετικό κατάληξης «-άρι», των ουσιαστικών της δημοτικής.

Η σύνθεση των στοιχείων «χάδ-j– + -άρι» σημαίνει, «αυτό που φονεύει, που σκοτώνει».

Σχηματισμός: χαδ-j- + -άρι, > χαζάρι, λόγω τροπής του συνδυασμού συμφώνων «δj» σε «ζ»,[27] > χατζάρι, λόγω τροπής του «ζ», σε «τζ»,[28] και > χαντζhάρ’, λόγω απόρριψης (αποβολής) του άτονου καταληκτικού «ι», με ταυτόχρονη τροπή του φθόγγου «τζ», σε «τζh» δασύ (παχύ), καθώς και λόγω εμφάνισης του ευφωνικού «ν», προ του φθόγγου «τζh», όπως και στους προηγούμενους σχηματισμούς.

ΣΧΟΛΙΟ

 Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «χαντζhάρ’». Ως εκ τούτου, δεν ισχύει η άποψη ότι είναι λέξη Τουρκική, όπως θεωρείται από το Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, ούτε βέβαια και ως Αραβική, όπως θεωρείται από το «ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ» του Ανθ. Παπαδοπούλου.

Στο μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, υπάρχει η λέξη «χαντζάρι», που, όπως προαναφέρθηκε, θεωρείται ως λέξη Τουρκική.

Στον Πόντο, η εν λόγω λέξη, στην μεν Κερασούντα, αναφέρεται ως το «χαντζhάριν» (= μεγάλη μάχαιρα), στα δε Κοτύωρα, Σάντα και Χαλδία, ως το «χαντζhάρ’». Επίσης αναφέρεται και ότι η λέξη αυτή προκύπτει από το Αραβικό «handjer».[29]

Τέλος, η εν λόγω λέξη υπάρχει επίσης και στην Τουρκική γλώσσα, ως «hançer» (= χατζάρι, στιλέτο, εγχειρίδιο),[30] που θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο», από την λόγω Μυσhιώτικη λέξη «χαντζhάρ’», η οποία σχηματίζεται από σύνθεση λέξεων, τις οποίες αναφέρει ο Ησύχιος, στο Λεξικό του, που έχει γραφεί τουλάχιστον 5,5 αιώνες πρό της εμφάνισης των Τούρκων, στην περιοχή των προγόνων μου.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «χαντζάρα».

[2] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «χαντζάρι».

[3] Ο φθόγγος «σh», της λέξης «Μυσhιώτικη», είναι σίγμα δασύ (παχύ), που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Προφέρεται όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως  επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch», στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).

[4] Ο φθόγγος «ντζh», της Μυσhιώτικης διαλέκτου είναι ο αντίστοιχος «ντζ», της δημοτικής, (π.χ. στην λέξη «παντζάρι», που όμως έχει δασεία (παχειά) προφορά, λόγω του «ζh», που είναι το σύμφωνο ζήτα, αλλά με δασεία (παχειά) προφορά.

[5] Το ευφωνικό πρόσφυμα «j» προφέρεται εδώ ως «γ», καθώς προηγείται αυτού το σύμφωνο «ρ», η δε λέξη αντίστοιχα ως «χαντζhαρ-γιού», «χαντζhάρ-για».

[6] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1961, (Τόμ. 2ος), 494: Βλέπε την λ. «χαντζhάριν».

[7] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 292: Βλέπε την λ. «hançer».

[8] Βλέπε τα ανωτέρω, στην εξής ιστοσελίδα του διαδικτύου, (ανάκτηση 5-5-2026):

https://geetha.mil.gr/opla_exartisi_1821_to-chatzari/

[9] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 71: Βλέπε την λέξη χαντζhάρ’».

[10] Ο Αναστάσιος Μουλάς ήρθε πρόσφυγας από την Μυσhτή και εγκαταστάθηκε οικογενειακώς,  στην Μάνδρα (πρώην Θωμαή) Λάρισας, όπου εγκαταστάθηκε περίπου το 1/8 των Μυσhτηλήδων προσφύγων. Ήταν ο καλύτερος τεχνίτης στο να κάνει σκούπες, με ένα φυτό που ανήκει στην ίδια οικογένεια με το «σόργον», το οποίο φυτεύαμε κάθε χρόνο στο μποστάνι, περιμετρικά στο σύνορο του χωραφιού, όπως και τους ηλίανθους. Το θαμνώδες αυτό φυτό, όταν ωρίμαζε, το κόβαμε και το πηγαίναμε στον «Μουλά Αναστάσh’» για να μας κάνει τις σκούπες όλης της χρονιάς. Στα εργαλεία, που χρησιμοποιούσε, είχε και ένα «χαντζhάρ’»,  για να κόβει, κατά την κατασκευή της κάθε σκούπας,  ό,τι περίσσευε από τα κλαδιά του φυτού. Με τις σκούπες αυτές, τις οποίες λέμε «άσπρα ‘φκάλλια» (= λευκές σκούπες), «’φκάλνισhκαμ’» (= σκουπίζαμε) μόνον τους εσωτερικούς χώρους, ενώ για τους εξωτερικούς κάναμε σκούπες από άλλο σκουρόχρωμο φυτό, παραποτάμιο αυτοφυές. Τις σκούπες από το φυτό αυτό, τις λέμε «μαύρα ‘φκάλλια» (= μαύρες σκούπες).

[11] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «χαντζάρι».

[12] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «χαντζάρα».

[13] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ. «χάζω».

[14] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρ. «χάζω».

[15] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[16] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 12 ερμηνεία της λ. «χαλῶ».

[17] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[18] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[19] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ. «λῆψις».

[20] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[21] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[22] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ. «πολεμιστήριος».

[23] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[24] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[25] Όπως, π.χ.: δοξάρι, κεφαλάρι, κουμάρι, τομάρι, γομάρι, μουλάρι, λινάρι, μαξιλάρι, πατάρι, φουλάρι, χορτάρι, κ.λ.π.

[26] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την προφορά του «ζ», ως «τζ», σε μερικές αρχαίες διαλέκτους, ιδίως των Δωδεκανήσων, της Χίου, κ.λ.π., την  Σημείωση 2, της ανάλυσης του γράμματος «Ζ, ζ, ζῆτα».

[27] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «δ»,  σε «ζ», στην Ηλειακή διάλεκτο, καθώς και όταν αυτό βρίσκεται, είτε  μαζί με το ημίφωνο «j», ως «δj», είτε  προ του «σ», ως «δσ»,  την Σημείωση 4 και 5, αντίστοιχα, στην ανάλυση του γράμματος «Δ, δ, δέλτα».

[28] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την προφορά του «ζ», ως «τζ», σε μερικές αρχαίες διαλέκτους, ιδίως των Δωδεκανήσων, της Χίου, κ.λ.π., την  Σημείωση 2, της ανάλυσης του γράμματος «Ζ, ζ, ζῆτα».

[29] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1961, (Τόμ. 2ος), 494: Βλέπε την λ. «χαντζhάριν».

[30] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 292: Βλέπε την λ. «hançer».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Λαβδάς Γ., 2026. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Β΄ (Ζ-j). Λάρισα.

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Μ – Ω), Αθήνα:  Τυπογραφείον Μυρτίδη.

Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.

Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

***