Press ESC to close

Το πρώτο συνθετικό «γαγιά-», από την τοποθεσία «Γαγιάμπασι» του χωριού «Μυσhτή» της Καππαδοκίας, προκύπτει από την Ομηρική λέξη «γαῖα». Η ίδια αυτή λέξη υπάρχει και στην Τουρκική ως «kaya» (βράχος, πέτρα), που είναι λέξη «δάνειο».

Γεώργιος Λαβδάς.- 8-5-2026

Στο σημερινό μας άρθρο, ουσιαστικά, θα αναφερθούμε στην ετυμολογική ανάλυση της Τουρκικής λέξης «kaya» (= βράχος, πέτρα, σκόπελος, αγκωνάρι, χαράκι).[1] Η εν λόγω λέξη, όπως θα δούμε πιο κάτω, αποδεικνύεται, με βάση τον «Γλωσσικό Κώδικα της Μυσhιώτικης[2] διαλέκτου, ότι είναι λέξη «Μυσhιώτικη», δηλαδή, Ελληνική.

Η ανάγκη της ανάλυσης αυτής προέκυψε κατά την ετυμολόγηση της ονομασίας του τοπωνυμίου «Γαγηάμπασhι ή Γαϊάμπασhι ή Γαγιάμπασhι»,[3] που υπήρχε στην Μυσhτή και την οποία ο Θ. Κωστάκης αναφέρει επίσης και ως «Γαγιάbασhι = Καγιάbασhι», καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «kayabasi».[4] Πρόκειται για τοποθεσία της Μυσhτής, που βρίσκεται σε υπερυψωμένη κάπως θέση, όπου υπήρχαν συγκεντρωμένα πολλά αλώνια,[5] λόγω του ότι η επιφάνεια του εδάφους ήταν μια πέτρινη μεγάλη συνεχόμενη πλάκα, με ελάχιστο χώμα από επάνω του, κατάλληλο δηλαδή για αλώνια.

Η ετυμολογική ανάλυση, του παραπάνω τοπωνυμίου, η οποία ακολουθεί, αναφέρεται στο βιβλίο μου με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Β’».[6]

Παρακάτω αναφέρεται ένα σύντομο σχετικό κείμενο στην μητρική μου «Μυσhιώτικη» γλώσσα, (της οποίας είμαι φυσικός ομιλητής), ενώ, αμέσως μετά την μετάφρασή του, ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει το κείμενο, στο σύντομο video, που ακολουθεί:

  «Ζ’Μυσhτή, σ’ού χωρ-jιό μέσh’, τσhειό’ουν ένα με’α τhόπους, μη πολλά αλώνια. Ηττό dού τhόπους λέϊσhκαν dου Γαϊάμπασhι γηἀ Γαγιάμπασhι. Τσhειό’ουν, σ’Αρμπατζhαλού dού μαχαλά, στ’ απανού dού λώμα τ’ ωρτά. Τὄνα dού γιάνι τ’ λαχαίνισhκην σ’πα’α-Πρόϊμου νeαυλή. Dετσhειού κουνdά, σhειό’αν τσhι λί’α μορμόρ-jια. Τ’ άλλου dου γιάνι τ’ τσhειό’ουν, σ’κατ’νού μαχαλά, σκόλειας dου τhόπους ωρτά. Ένα άλλου ακούμας γιάν’ τσhειό’ουν, κάτ’ ωρτά, απ’ παπα-Λάζαρ’ σκόλειας dου τhόπους, λί’ου κάτ’, απ’ εκείνου στράdα, dου π’αίνισhκην απ’ του Μυσhτή, σ’ού Τσhαρικλή ωρτά».

Μετάφραση

«Στην Μυσhτή, στο χωριό μέσα, υπήρχε ένας μεγάλος χώρος (τόπος, μέρος), με πολλά αλώνια. Αυτόν τον χώρο τον έλεγαν (ονόμαζαν) Γαϊάμπασhι ή Γαγιάμπασhι. Βρισκόταν (ήταν) στην γειτονιά (με την ονομασία) Αρμπατζhαλού, προς στην μεριά της επάνω άκρης του. Η μια πλευρά του ακουμπούσε (εφάπτετο) στου παπα-Πρόδρομου την αυλή. Εκεί κοντά, υπήρχαν και λίγα μνήματα. Μια άλλη πλευρά του ήταν, στην μεριά του σχολικού χώρου, του κάτω μαχαλά (της Μυσhτής). Μια άλλη ακόμη πλευρά ήταν, προς τα κάτω, από τον σχολικό χώρο των Παπαλαζάρου (σόί της Μυσhτής), κι’άλλο λίγο (πιο) κάτω, από εκείνον τον δρόμο, που πήγαινε από την Μυσhτή, προς το Τσhαρικλή».

ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ

Οι δύο τύποι «Γαϊάμπασhι ή Γαγιάμπασhι», του υπόψη  τοπωνυμίου, είναι λέξεις σύνθετες. Το πρώτο συνθετικό αυτών, που μόνον αυτό θα εξετάσουμε στο παρόν άρθρο, ήτοι το «γαϊα-» και το «γαγια-», σχηματίζονται από την Ομηρική λέξη «γαῖα» (= ἡ γῆ, μέρος τῆς γῆς, ἔδαφος, χῶμα, χώρα, κ.λ.π.).[7]

Στην Δωρική διάλεκτο, όταν η λέξη «γαῖα» τίθεται ως πρώτο συνθετικό λέξεων, τότε αποκτά την μορφή «γαια-». Για παράδειγμα, στην λέξη «γαιάοχος» (= γαιήοχος, ὁ ἔχων, ὁ βαστάζων, ὁ περιέχων, ὁ περιβάλλων, ὁ περικυκλῶν, τήν γῆν).[8] Το δε «γαιάοχος» είναι επίθετο και του θεού Ποσειδώνα.[9]

Το αρχικό συνθετικό «γαγια-», του υπόψη τοπωνυμίου, σχηματίζεται από το παραπάνω δισύλλαβο ουσιαστικό «γαῖα», το οποίο, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, ως πρώτο συνθετικό, τρέπεται σε τρισύλλαβο «γαϊα-» (γα-ϊ-α-), αποκτά δηλαδή την ίδια μορφή με το θηλυκό «γαΐα», του αρχαίου Ελληνικού επιθέτου «γάϊος, -α, -ον» (= γήϊος, ἐπίγειος, ὁ ἐπί τῆς γῆς, ὁ ἐπί τῆς ξηρᾶς).[10]

Έτσι λοιπόν το αρχικό «γαῖα» τρέπεται σε «γαῒα-» (ως αρχικό συνθετικό) και αυτό ακολούθως σε «γαγια-»,[11] (λόγω εμφάνισης του ευφωνικού φθόγγου «γ», μεταξύ των δύο πρώτων συνεχόμενων φωνηέντων «αϊ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής),[12] ως εξής: γαῖα > γαΐα-, λόγω διαχωρισμού (διάσπασης) της δίφθογγου «αι», στα φωνήεντα από τα οποία σχηματίζεται, ήτοι στο  «α» και στο «ι»,[13] (που είναι συχνό γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής),[14] > γαγια-, λόγω ανάπτυξης του «γ», μεταξύ των φωνηέντων «α» και «ι».[15]

Από το παραπάνω «γαγιά» θεωρώ ότι σχηματίζεται και το Τουρκικό «kaya», ως εξής: γαγιά > καγιά, λόγω τροπής του αρχικού «γ», σε «κ»,[16] και > kaya, λόγω γραφής της λέξης, με τουρκικούς χαρακτήρες γραφής.

Όσον δε αφορά το δεύτερο συνθετικό «-μπασhι», που εκ πρώτης όψεως φαίνεται Τουρκικό, δεν είναι αντικείμενο τουλάχιστον του σημερινού μας άρθρο. Παρ’ όλα αυτά, οφείλω να ενημερώσω ότι αυτό, σύμφωνα με τον γλωσσικό κώδικα της Μυσhιώτικης διαλέκτου, έχει προέλευση Ελληνική, διότι ετυμολογικά σχετίζεται άμεσα με το αρχικό «βασ-», των παρακάτω λέξεων, κατόπιν τροπής αυτού σε «μπασ-», (λόγω τροπής του αρχικού «β», σε «μπ» (= b), που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής)[17]:

i.-«βάσιμος» = ἑδραίον, βέβαιον, στάσιμον. ἤ πορευτικόν.[18]  Επίσης σημαίνει και τα εξής: «ὁ ἐφ’οὗ δύναταί τις να βῇ, ἤτοι νά πατήσῃ, ὁ βατός».[19]

ii. -«Βῆσσαι» = πόλις, κλίμακες, κρημνοί, βάσσιμα ὄρη και βάσιμοι τόποι ορέων.[20]

iii. -«βασιλεύς, -έως» (= ο βασιλιάς, αρχηγός, ηγεμών, ο ηγέτης λαού).[21] Είναι, δηλαδή, «βασ- + -λαός ή λεώς» > βασ-ι-λεως > βασιλεύς. Σημειωτέον, ότι ο βασιλιάς ήταν, στο παρελθόν, επίσης και ο τελετάρχης στις θρησκευτικές εκδηλώσεις, ακόμη δε και ο θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης, σε περιοχές της Μ. Ασίας.

iv. -«βάσις» = τό ἐφ’οὗ τις βαίνει ἤτοι πατεῖ, ἵσταται, βάθρον, ὑπόβαθρον, τό στήριγμα, τό θεμέλιον, σταθερότης.[22]

ΣΧΟΛΙΟ

Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα της λέξης (ή του προθέματος) «γαϊά ή γαγιά», από την οποία προκύπτει και η Τουρκική λέξη «kaya», που ως εκ τούτου είναι λέξη «δάνειο». Κατόπιν αυτού, δεν ισχύει η άποψη εκείνων, που θεωρούν ότι το  «γαϊά ή γαγιά» είναι λέξη Τουρκική.

Το παράδειγμα της ανάλυσης του εν λόγω τοπωνυμίου προστίθεται στον μακρύ και ατέλειωτο, προς το παρόν, κατάλογο των λέξεων, της Μυσhιώτικης γλώσσας, που πέρασαν στην Τουρκική ως λέξεις «δάνεια» και που συμπλήρωσαν το λεξιλόγιο αυτής. Το γεγονός αυτό ενισχύει την θέση μου ότι η γλώσσα, που διασώθηκε από τα λίγα χωριά των Ελλήνων της Καππαδοκίας, κάποτε ήταν κοινή και ευρέως διαδεδομένη γλώσσα, σε όλον τον ελληνισμό της κεντρικής Μ. Ασίας και στην ενδοχώρα του Πόντου (κατά κύριο δε λόγο στην Χαλδία). Τούτο σημαίνει πως η Ελληνική Μυσhιώτικη διάλεκτος, όπως αυτή πρόλαβε και διασώθηκε, από τα λίγα ελληνόφωνα χωριά της περιοχής Καππαδοκίας,[23] δεν πρέπει να κατακερματίζεται και να θεωρείται ως π.χ. η ιδιωματική διάλεκτος του άλφα ή του βήτα χωριού Ελλήνων, αλλά θα πρέπει κάποτε να θεωρηθεί ως η κοινή ενιαία Μυσhιώτικη διάλεκτος, η οποία «μπόλιασε» διαχρονικά την Τουρκική, με ανυπολόγιστο πλήθος λέξεων και ριζών λέξεων.

Τέλος δε, το εν λόγω τοπωνύμιο ή το πρώτο συνθετικό αυτού «γαγιά-», στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:

(α). Στην Νίγδη, υπάρχει η συνοικία «Καγιάbασhι» όπου έμενε τελευταία και ο Δεσπότης Ικονίου, που είχε τον τίτλο « Ὑπέρτιμος καί Ἔξαρχος πάσης Λυκαονίας και Δευτέρας Καππαδοκίας», με έδρα την Νίγδη, επειδή στην περιφέρεια Ικονίου δεν είχε πιά πολλούς Χριστιανούς.[24]

(β). Στην Αξό, αναφέρεται το ουσιαστικό, το «γαγιά» (= βραχότοπος, βράχος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «kaya».[25]

(γ). Στο Αραβανί, αναφέρεται το ουσιαστικό, το «γαγιά» (= βράχος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «kaya».[26]

(δ). Στο Ουλάγατς (Νασραdός ή Ἀσραdός), αναφέρεται το ουσιαστικό, dό «gαγιά» (= βράχος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «kaya».[27]

(ε). Στον Πόντο, κατά τον ξερριζωμό, υπήρχε το χωριό «Καγιάμπασι» (τουρκιστί, «kayabaşi»), με 15 οικογένειες Ελλήνων τουρκόφωνων. Βρίσκεται 12 χλμ. Ν-ΝΔ από το «Βεζίρκöπρü» και περί τα 85 χλμ. ΝΔ της Σαμψούντας.[28] Επίσης, στην Οινόη, αναφέρεται το ουσιαστικό η «καγιά» (= σκόπελος, ὕφαλος, βράχος), που στην Χαλδία λέγεται η «καγιά» ή η «γαγιά».[29]

(στ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΜΙΣΤΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται το τοπωνύμιο «Γαγιάbασhι» και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «kayabasi», ενώ σε άλλο σημείο αυτού αναφέρεται ότι «Γαγιάbασhι = Καγιάbασhι».[30]

(ζ). Στα Βουρλά της Σμύρνης, αναφέρεται το ουσιαστικό, «καγιᾶς» (= βράχος), καθώς και ότι είναι λέξη Τουρκική.[31]

(η). Στο Δυτικο-κρητικό γλωσσικό ιδίωμα (Κίσαμος, Χανιά), αναφέρονται οι εξής μάλλον σχετικές λέξεις, καθώς αναφέρονται στα πέταλα ιπποειδών, που είναι απαραίτητα για να βαδίζουν ή να τρἐχουν σε σκληρό, πετρώδες έδαφος:

καγιάρω» = επιδιορθώνω πέταλα παλιά, πεταλώνω ιπποειδές με παλιά πέταλα), καθώς και ότι το ρήμα αυτό προκύπτει από το «καγιάρι».

καγιάρι» (= πετάλωμα ιπποειδούς με παλιά πέταλα και καινούργιες πρόκες), καθώς και ότι η λέξη αυτή προκύπτει από το Τουρκικό «kayar» = πέταλο.[32]

(θ). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχουν οι λέξεις :

kaya» = βράχος, πέτρα, σκόπελος, αγκωνάρι, χαράκι.

baş» = κεφάλι, κεφαλή, καφάσι, κούτρα, αρχή, κορυφή, άκρη, βάση, κεφαλάρι, πλώρη, αρχι-, πρωτεύων, πρώτος, κυρίαρχος, ηγετικός, επικεφαλής.

kayali»  =  βραχώδης.

kayalik» = πετρότοπος, βραχώδης, βραχότοπος, πετρώδης.[33]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 395: Βλέπε την λ. «kaya».

[2] Ο φθόγγος «σh», της λέξης «Μυσhιώτικη», είναι το σίγμα δασύ (παχύ), που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Προφέρεται όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως  επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch», στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).

[3] Η ετυμολόγηση των τοπωνυμίων, όλης της περιοχής, πέριξ της Μυσhτής, αποτελεί πραγματικά, μια ακόμη πρόκληση, όπως για παράδειγμα το τοπωνύμιο «Γαγιάμπασhι», που είναι και λέξη σύνθετη,  πλην όμως το συνολικό αυτό έργο είναι χρονοβόρο και ως εκ τούτου δεν θα το επιχειρήσω, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας μου. Θα σταθώ όμως επιλεκτικά σε μερικά, ώστε να αντιληφθεί ο αναγνώστης, και δη ο ειδικός,  την αξία της Μυσhιώτικης γλώσσας, για την ετυμολόγηση αυτών, πίσω από την οποία κρύβεται η ίδια η ελληνικότητα της ευρύτερης περιοχής και άς ήταν υπόδουλη, επί σειρά αιώνων, κι’ άς κατοικούσαν και άλλοι λαοί στον ίδιο χώρο. Τις ονομασίες τις έδινε ο Έλληνας πρόγονός μας. Αυτός ήταν ο μέγα «Νονός» τους. Για παράδειγμα, οι ονομασίες: 1).-«Αιρτζηές ή Αιρτζhηές» (= Αργαίος), 2).-«Ἅλυς», (που σύμφωνα με την γλώσσα μας, σημαίνει ο ποταμός που  γίνεται «κόκκινος με την βροχή», ενώ στα Τουρκικά, λέγεται  «kizil irmak», που σημαίνει «κόκκινος ποταμός»), 3).-«Ναναβασός» (που σύμφωνα με την γλώσσα μας, σημαίνει το σημείο όπου γίνεται Ανάβαση του ποταμού, ενώ στα τουρκικά, λέγεται «Avanos»), 4).-«Νέφσhεχυρ» (που σύμφωνα με την γλώσσα μας, σημαίνει Νέο Οχυρό, και κατ’ επέκταση Νεάπολις, καθώς στην αρχαιότητα κάθε πόλι αξιόλογη είχε περιφρούρηση με τείχη), 5).Γενικά, κάθε πόλη ή τοπωνύμιο, της Μ. Ασίας, που λήγει σε «-σhεχύρ’» (τουρκιστί, «-şehir»), προκύπτει από το αρχαίο Ελληνικό επίθετο «ὀχυρός ή ἐχυρός» (= ἰσχυρός, ἀσφαλής, κ.λ.π.), που αποτελεί το τελευταίο συνθετικό πόλεων.

[4] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. II), 590: Βλέπε την ονομασία «Γαγιάbασhι = Καγιάbασhι».

[5] Η εν λόγω τοποθεσία βρίσκεται Α-ΝΑ του κέντρου της Μυσhτής, μέσα στην κατοικήσιμη ζώνη και λίγο έξω από το Β-ΒΑ άκρο  του «Αρμπατζhαλού μαχαλά» και Δυτικότερα της αυλής του παπα-Πρόδρομου (ή πα’α-Πρόϊμου), όπου μάλιστα υπήρχαν και λίγα μνήματα. [Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 13: Βλέπε την εικόνα 4, όπου σημειώνεται και η θέση με τα πολλά αλώνια του χωριού].

[6] Λαβδάς Γ., 2026, 339-341: Βλέπε στην παράγραφο 238 β΄, την ανάλυση του τοπωνυμίου «Γαϊάμπασhι ή Γαγιάμπασhι».

[7] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999, επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ.»γαῖα».

[8] Σταματάκος Ι., (Λεξικό), 1972: Βλέπε τις λ. «γαῖα», «γαιάοχος», «γαιήοχος».

[9] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «γαιήοχος».

[10] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «γάϊος».

[11] Μάλιστα, στην Αξό, αναφέρεται το ουσιαστικό, το «γαγιά» (= βράχος), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «kaya», [Μαυροχαλυβίδης, 1990, (Τόμ. 2ος), 613: Βλέπε την λ. «γαγιά»].

[12] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του «γ» μεταξύ φωνηέντων, (όπως π.χ. «κλαίω > κλαίγω», «καίω > καίγω», «ἀέρας > άγέρας, «ἄωρος > ἄγουρος», κ.λ.π.), την υπ’ αριθμ. 2 ανάλυση του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».

[13] Στον Όμηρο, η διάσπαση διφθόγγων είναι αρκετά συχνό γλωσσικό φαινόμενο, μεταξύ των οποίων και της διφθόγγου «αι». Για παράδειγμα, το ουσιαστικό ο «παῖς», ενώ είναι μονοσύλλαβο, όμως απαντάται ως λέξη δισύλλαβη, ήτοι ως «πάϊς», στην φράση της Ιλιάδας, (Ζ/119): «Γλαῦκος δ’ Ἱππολόχιο πάϊς…». Επίσης και στην Οδύσσεια, στην φράση (α/399 και β/177): «τόν δ’ αὖτ’ Εὐρύμαχος, Πολύβου πάϊς, ἀντίον ηὔδα» = σ’ αὐτόν πάλιν ὁ Εὐρύμαχος, τοῦ Πολύβου παιδί, ἀπάντησε.

[14] Για παράδειγμα, η Μυσhιώτικη λέξη «όϊμα» (= αίμα), προκύπτει από την λέξη «αἷμα». Επίσης, η λέξη «φαΐνου» (= δέρνω),  σχηματίζεται από το θέμα «παι-», του ρήματος «παίω», (και όχι βέβαια από το ρήμα «ἀφανίζω», όπως άλλοι θεωρούν), καθώς και από την ρηματική κατάληξη, «-νου», ως εξής: παι- + νου > παΐνου, λόγω διάσπασης της διφθόγγου «αι», σε «αϊ», και > φαΐνου, λόγω τροπής του «π», σε «φ». Η διάσπαση διφθόγγου είναι συχνό αρχαίο Ελληνικό γλωσσικό φαινόμενο, που παρατηρείται, στα Ορφικά, όπως π.χ. στην λ. «εϋστεφάνου Διονύσου» (= καλλιστεφάνου Διονύσου), στον Όμηρο, όπως π.χ. στις λ. ἐΰκλωστος» (= καλοκλωσμένος), «ἐϋκτίμενος» (= καλοχτισμένος),  «ἐϋκλήις» (= εὔκλειστος), κ.λ.π.). Το εν λόγω φαινόμενο υπάρχει επίσης και στο Λεξικό του Ησυχίου, όπως π.χ. στην λ. «γαΐται» (= γεωργοί), όπου τα αρχικό «γαϊ-», προκύπτει από το «γαι-», της λ. «γαῖα», την οποία μάλιστα ο Ησύχιος την γράφει με τα διαλυτικά πάνω στο «ϊ» και με περισπωμένη, την οποία εγώ δεν μπορώ να θέσω, λόγω αδυναμίας του Ηλεκτρονικού Υπολογιστού (Η/Υ).

[15] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του «γ» μεταξύ φωνηέντων, όπως π.χ. «κλαίω > κλαίγω», «καίω > καίγω», «ἀέρας > άγέρας, «ἄωρος > ἄγουρος», κ.λ.π., την υπ’αριθμ. 2 ανάλυση  του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».

[16] Η τροπή του «γ», σε «κ», (και δη όταν αυτό είναι αρχικό), είναι συχνό γλωσσικό φαινόμενο, στην Μυσhιώτικη γλώσσα. Η τροπή αυτή δεν είναι κάτι το άγνωστο στην αρχαία Ελληνική, αφού εκεί έχουμε την περίπτωση τροπής του «γ» σε «κ», πρό του «ν», [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την Σημείωση 6, της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα»].Άλλωστε, ο φθόγγος «γ», στην αρχαία Ελληνική, είχε διαφορετική προφορά, από την σημερινή, ήταν δηλαδή, κλειστός ακαριαίος, όπως το σανσκρητικό  και λατινικό «g». Την προφορά αυτή διατήρησαν μέχρι σήμερα οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, όπου προφέρουν, «εgώ, gάλα, gράφω, κ.λ.π.», [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα»].

[17] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την προφορά του «β» ως «μπ», (π.χ., « βαρβαριά > μπαρμπαριά», «βαμβάκι > μπαμπάκι», «βακαλάος > μπακαλιάρος», κ.λ.π.), την Σημείωση 1, της ανάλυσης του γράμματος «Β, β, βῆτα».

[18] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[19] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ.

[20] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ.

[21] Σταματάκος Ι., (λεξικό), 1972: Βλέπε την λ. «βασιλεύς».

[22]  Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’ αριθμ. 7,  11  και 13, ερμηνείες της λ.

[23] Από τα συνολικά 86 χωριά Ελλήνων της περιοχής τουρκοφώνησαν τα 62, ύστερα από τις σχετικές προγραμματισμένες και επιβληθείσες τακτικές του Τούρκου κατακτητή, καθώς και λόγω τέλεσης της Θείας Λειτουργίας στην Τουρκική γλώσσα, προφανώς για να την κατανοούν οι πιστοί. Το μόνο χωριό που είχε την μικρότερη επίδραση, μέχρι το 1924, ήταν η Μυσhτή, ακολουθούσε η Αξός, το Αραβανί, τα Φλογητά, κ.λ.π.

[24] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 3: Βλέπε την συνοικία «Καγιάbασhι» της Νίγδης, στην σελ. 3, καθώς και την Σημείωση 2 αυτής.

[25] Μαυροχαλυβίδης Γ., 1990, (Τόμ. 1ος και 2ος), 45, 613: Βλέπε την λ. «Γαγιά» στην σελ. 45, του 1ου Τόμου, καθώς και την «γαγιά» στην σελ. 613, του 2ου Τόμου.

[26] Φωστέρης Δ. –  Κεσισόγλου Ι., 1960, 49: Βλέπε την λ. «γαγιά».

[27] Κεσισόγλου Ι., 1951, 101: Βλέπε την λ. «gαγιά».

[28] Κ.Μ.Σ., 1982, (Τόμ. Γ΄), 56: Βλέπε το ΚΑΓΙΑΜΠΑΣΙ στην σελ. 56, καθώς και στον ένθετο χάρτη.

[29] Παπαδόπουλος Α., 1958, (Τόμ. 1ος), 370: Βλέπε την λ. «καγιά».

[30] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I και II), 6, 590: Βλέπε την λ. «Γαγιάbασhι» και την Σημείωση 3 στην σελ. 6, του Τόμου I, καθώς και την λ. «Γαγιάbασhι = Καγιάbασhι» στην σελ. 590, του Τόμου II.

[31] ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1972, (Τόμ. 15ος), 264: Βλέπε την λ. «καγιᾶς».

[32] Ξανθινάκης Α., (Λεξικό), 2009, 247: Βλέπε τις λ. «καγιάρω» και «καγιάρι».

[33] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 72, 395, 396: Βλέπε την λ. «baş» στην σελ. 72, την λ. «kaya» στην σελ. 395, καθώς και τις λ. «kayali» και «kayalik» στην σελ. 396.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (Κ.Μ.Σ.), 2013. Η ΕΞΟΔΟΣ, Τόμ. Γ΄, Πασχ. Μ. Κιτρομηλίδης, (εποπτεία), Αθήνα: Έκδοση Κ.Μ.Σ.

Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.

Κωστάκης Π. Θαν., 1977. Το Μιστί της Καππαδοκίας, (Τόμ. I και II), Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.

Λαβδάς Γ., 2026. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Β΄ (Ζ-j). Λάρισα.

Μαυροχαλυβίδης Π. Γ., 1990. Η Αξό Καππαδοκίας, Τόμ. 1ος και 2ος, (Μονογραφία), Αθήνα: Έκδοση Ορέστης, Πρόδρομος και Ανθούλα Μαυροχαλυβίδη.

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1972. ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ, Τόμ. 15ος Αθήνα: Έκδοση του Τμήματος Μικρασιατικών Μελετών της Ενώσεως Σμυρναίων. Το ενδιαφέρον τμήμα αυτού αναφέρεται στο «Γλωσσικό Ιδίωμα των Βούρλων της Μ. Ασίας», το οποίο επιμελήθηκε ο Νίκος Ε. Μηλιώρης.

Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1958. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 1ος (Α – Λ), Αθήνα:  Τυπογραφείον Μυρτίδη.

Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.

Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

***