Γεώργιος Λαβδάς.-
Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφερθούμε στην ελληνικότητα της δημοτικής λέξης «τεμπέλης, -α, -ικο» (οκνηρός, φυγόπονος), η οποία στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται ως λέξη Τουρκικής προέλευσης.[1] Η ελληνική προέλευσή αυτής τεκμηριώνεται από την ετυμολογική ανάλυση της αντίστοιχης λέξης «τheαμbeάλ’» (= τεμπέλης, τεμπέλα, τεμπέλικο, ακαμάτης, οκνηρός, χασομέρης, φυγόπονος), της Μυσhιώτικης διαλέκτου. Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει βεβαίως η λέξη «tembel» (= τεμπέλης, ακαμάτης, οκνηρός, χασομέρης),[2] η οποία όπως θα δούμε πιο κάτω είναι λέξη «δάνειο», από την λέξη «τheαμbeάλ’» της Μυσhιώτικης γλώσσας.
Σημειωτέον ότι η εν λόγω τεκμηρίωση έχει ήδη παρουσιαστεί στην σελίδα 121, του βιβλίου μου με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμ. Β΄».[3]
Γλωσσικές επεξηγήσεις
Στην λέξη «τheαμbeάλ’» υπάρχουν οι εξής τρείς φθόγγοι, της Μυσhιώτικης γλώσσας, οι οποίοι δεν υπάρχουν στο φωνολογικό σύστημα της Ελληνικής:
(i). Ο φθόγγος «Τh, τh» είναι το μικρό και κεφαλαίο γράμμα αντίστοιχα του φθόγγου αυτού, που προφέρεται όπως το αρχικό «Th» του Γαλλικού ονόματος «Τhéodore» (= Θεόδωρος). Αντικαθιστά το σύμφωνο θήτα, «Θ, θ», της Ελληνικής, το οποίο δεν υπάρχει στην Μυσhιώτικη γλώσσα ως φθόγγος, ως γράμμα, καθώς αδυνατεί να το προφέρει ο Μυσhιώτης, όπως δεν μπορεί να προφέρει ούτε επίσης το σύμφωνο δέλτα, «Δ, δ», το οποίο προφέρει ως «d».
(ii). Ο φθόγγος «eΑ, eα» είναι το «άλφα μακρόν», για το μικρό και κεφαλαίο γράμμα, αντίστοιχα, της Μυσhιώτικης γλώσσας, που προφέρεται μεταξύ του «ε» και του «α», ελάχιστα μακρόσυρτο.
(iii). Ο φθόγγος «b» προφέρεται όπως ακριβώς και στην Αγγλική. Όταν ευρίσκεται στην αρχή της λέξης αντικαθίσταται με το σύμπλεγμα «Μπ, μπ», γι’ αυτό και δεν χρησιμοποιείται το κεφαλαίο γράμμα του φθόγγου αυτού.
Ο αναγνώστης μπορεί να δει περισσότερα για τους παραπάνω φθόγγους, όπως επίσης και να ακούσει την ακριβή προφορά αυτών, επισκεπτόμενος το άρθρο της 13-6-2026, που δημοσιεύτηκε στην παρούσα ιστοσελίδα μας, με θέμα: Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας. Πρόκειται για τους υπ’ αριθμ. 2, 3 και 7 φθόγγους, αντίστοιχα, του σχετικού Πίνακα.
Η λέξη «τheαμbeάλ’»
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το αντίστοιχο επίθετο του «τεμπέλης» είναι «τheαμbeάλ’» (πληθ.= «τheαμbeάλια») = τεμπέλης, τεμπέλα, τεμπέλικο, ακαμάτης, οκνηρός, χασομέρης, φυγόπονος.
Το εν λόγω επίθετο είναι το ίδιο και για τα τρία γένη. Είναι δηλαδή τριγενές και μονοκατάληκτο, καθώς στην γλώσσα αυτή, τριγενή και μονοκατάληκτα είναι όλα τα επίθετα και οι μετοχές. Είναι περίπου συνώνυμο με τα επίθετα, «οκνό» (= οκνός, τεμπέλης, νωθρός, αργοκίνητος, ακαμάτης) και «οκνιάρ’» (= οκνηρός, -ή, -ό, τεμπέλικος, -η, -α, νωθρός, ακαμάτης).
Για παράδειγμα, οι παρακάτω φράσεις, σε κάθε μία από τις οποίες ακολουθεί «video», όπου ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την φράση, στην Μυσhιώτικη γλώσσα:
(i).-«dού τheαμbeάλ’ ένα όργου dέ σhηκούdι, να ποίκ’. Όύλου κά’ηdι, αρα’ΐζh’ μαχανάϊα, ένα σhιέ’ να μη χειορήσh’» = ο τεμπέλης μια δουλειά δεν σηκώνεται να κάνει. Όλο κάθεται, (και) ψάχνει να βρεi αφορμές (μηχανισμούς), τίποτα να μην κάνει (να μην χειριστεί καμμία εργασία).
#
(ii). -«εμπέεε, είπεις σ’αττό dου τheαμbeάλ’, να ποίκ’ το σόν d’όργου, τσhι νου ‘ου τhελειώσh’ σhήμερα τσhιόλας. Σhήκου, σοι λέου, άμει γηαυτό’ σ’, πhάτσια – πhάτσια, χειώρ’σει d’όργου σ’, έλα παρέμ’α» = πώ, πώωω, είπες σ’ αυτόν τον τεμπέλη, να κάνει την δική σου την δουλειά, και να την τελειώσει σήμερα κιόλας. Σήκω, σου λέω, πήγαινε εσύ ο ίδιος, με καθαρό τρόπο κάνε την δουλειά σου, (και) έλα πίσω σπίτι.
#
(iii). -«κάκα μας λέϊσhκην μας, αχ’τσιά: dου τheαμbeάλ’ ούζ να σhηκώσh’ τὄνα τ’, dού π’τeάρ’, τἄλλου τ’, βρωμεί» = η γιαγιά μου μας έλεγε έτσι (ως εξής): ο τεμπέλης ώσπου να σηκώσει το ένα του το πόδι, το άλλο του βρωμάει.
#
(iv). -«μάννα μας πάλ’, για dού τheαμbeάλ’, λέηξην: ότις dέ κ’ρεύ’ να ζhυμώσh’, dέκα μέρεις σινιάζh’» = η μάννα μας επίσης, για τον τεμπέλη, έλεγε; Όποιος δεν θέλει να ζυμώσει, δέκα μέρες κοσκινίζει.
#
(v). -«τσhιαού σ’ού χωρ-jιό μας, τσhι να κ’ρεύηξεις να γενείς τheαμbeάλ’, dέ σ’ αφήνηξαν. Απ’ πολύ μικρά μαχαίνισhκαμ’ σ’άργαdα. Κανείς dέ καχόdουν, μικρά τσhι μεγάλα ούλα χειόρηναν άργαdα» = εδώ στο χωριό μας, και να ήθελες να γίνεις τεμπέλης, δεν σ’ άφηναν. Από πολύ μικροί μαθαίναμε στις δουλειές. Κανείς δεν καθόταν, μικροί και μεγάλοι έκαναν δουλειές.
#
(vi). -«Μυσhτής dα κορίτσια άνdρα τheαμbeάλ’ dέ κ’ρέ’ισhκαν, να πάρ’νει. Ένα κορίτσh’ είπην τουγά, σ’ού βαβά τ’: «ογώ, τσhι να μοι σκοτώ’εις πάλ’, άντρα τheαμbeάλ’ dέ π’αίρου!» = της Μυστής τα κορίτσια άνδρα τεμπέλη δεν ήθελαν να πάρουν (να παντρευτούν). Ένα κορίτσι είπε λοιπόν στον πατέρα της: εγώ, και να με σκοτώσεις ακόμη, τεμπέλη άνδρα δεν παίρνω (δεν παντρεύομαι).
#
(vii). -«εμπέ, γαμώ dου τheμbeάλ’ ισ’ dου πρόσουπου, ένα όργου dέ σhιάνεις!» = μπά που να, γαμώ την τεμπέλικη σου την προσωπικότητα, (γιατί) μια δουλειά δεν κάνεις!
#
(viii). -«dού τheμbeάλ’ dού σhκυλί, λες του, νά έρτ’ κουνdά σ’, dέν έρ’ηdι, σαλλαῒζh’ τράζα τ’!» = τον τεμπέλικο τον σκύλο, του λες να σηκωθεί, (για) να έρθει κοντά σου, δεν έρχεται, (αλλά) κουνάει την ουρά του! (Είναι φράση αντίστοιχη με την εξής παροιμία της δημοτικής: «Εγώ τὀ ‘πα του σκύλου μου κι ο σκύλος στην ουρά του!»).
#
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ
Ετυμολογικά, θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι το «τheαμbeάλ’» προκύπτει από το «τεμπέλης» της δημοτικής, που θεωρείται λέξη Τουρκική και το ζήτημα να λήξει εδώ. Στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε να αποδεχθούμε βεβαίως ότι και το «τheαμbeάλ’», της Μυσhιώτικης γλώσσας, προέρχεται από το Τουρκικό «tembel», όπως άλλωστε έχουν αποδεχθεί πολλοί άλλοι.
Όμως, ο αρχικός φθόγγος της αντίστοιχης λέξης «τheαμbeάλ’», είναι το «τh» και όχι το «τ», όπως είναι στην Τουρκική και στην Ελληνική. Με αφορμή την μικρή αυτή λεπτομέρεια και έχοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του τεμπέλη, ακολούθησε σχετική αναζήτηση, από την οποία βρέθηκαν οι ακόλουθες σχετικές λέξεις, οι οποίες μας οδηγούν στο έτυμον αυτής:
-«τεμπέλης» (= ὁ ὀκνηρός, ὁ φυγόπονος), η οποία μάλιστα αναφέρεται ότι είναι λέξη Τουρκική).[4]
-«θαμβεῖ» = ἐκπλήττει, < ἐκπλήττεται >.[5]
-«θάμβος» = θαῦμα, ἔκπληξις.[6]
-«θαμβέω, -ῶ» = εἶμαι ἔκθαμβος, ἐκπλήσσομαι, ἐκπλήσσομια δια κάτι. Το θέμα του εν λόγω ρήματος είναι «θαμβέ-», από το ουσιαστικό «θάμβος» = ἔκπληξις, θαυμασμός.[7]
-«θαμβόω, -ῶ» = καταπλήσσομαι, μένω ἐμβρόντητος.[8]
-«θαμβός, -ή, -όν» = ὁ πάσχων συσκότισιν, διατάραξιν τῆς ἀντιλήψεως καί τῆς κρίσεως ἤ ὁ φύσει ἀμβλύς.[9] Όμως, «ἀμβλύς» = ἀδύνατος, ἄτονος, εξασθενημένος, ο αδρανέστερος, ὁ ἧττον δραστήριος εἰς ἀνταπόδοσιν.[10]
-«παλαίω» = διεξάγω πάλην, ἀγῶνα, κοπιάζω, κ.λ.π. Το ρήμα αυτό έχει ως θέμα του το «παλαισ- > παλαί-, από την ρίζα «παλ-».[11]
Ετυμολογικά, το «τheαμbeάλ’» σχηματίζεται από το θέμα των εξής δύο αρχαίων Ελληνικών λέξεων:
(α). Από το «θαμβ-» του επιθέτου «θαμβός,-ή,-όν», με την σημασία αυτού «ἀμβλύς», δηλαδή, «ἀδύνατος, ἄτονος, ἐξασθενημένος, ὁ ἀδρανέστερος, ὁ ἧττον δραστήριος εἰς ἀνταπόδοσιν».[12]
(β). Από το «παλ-», που είναι η ρίζα του ρήματος «παλαίω»(= διεξάγω πάλην, ἀγῶνα, κοπιάζω, κ.λ.π.).[13]
Η σύνθεση των παραπάνω δύο αυτών στοιχείων, «θαμβ- + παλ-», σημαίνει, «ο φύσει αδρανέστερος, ο φύσει άτονος (αδύνατος), ο φύσει λιγότερο δραστήριος, ο φύσει λιγότερο δραστήριος στο να κοπιάζει, στο να διεξάγει αγώνα, στο να διεξάγει πάλη, στο να αγωνίζεται».
Σχηματισμός: θαμβ- + παλ- > τhαμπμπάλ’, λόγω προφοράς του συμφώνου «θ», ως «τh», που είναι η αρχαία ελληνική προφορά αυτού,[14] καθώς και λόγω τροπής, αφ’ ενός μεν, του «β» σε «μπ»,[15] (προφανώς διότι προηγείται αυτού το σύμφωνο «μ»), αφ’ ετέρου δε, λόγω τροπής του «π», σε «μπ», ως δεύτερο συνθετικό, που αρχίζει από «π»,[16] > τheαμbeάλ, λόγω συνεκφοράς των συνεχόμενων «μπμπ», ως «μb», με ταυτόχρονη τροπή και των δύο φωνηέντων «α» της λέξης, σε «eα» (άλφα μακρόν).
ΣΧΟΛΙΟ
Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «τheαμbeάλ’», μάλιστα δε και τα δύο συνθετικά αυτής, που είναι το «θάμβος» και το «παλαίω», είναι λέξεις Ομηρικές.[17]
Η εν λόγω λέξη αυτή θεωρώ ότι πέρασε στην Τουρκική, ως «δάνειο», όπου υπάρχει ως ««tembel». Βεβαίως, προκειμένου να αποδεχθεί κάποιος αυτό ως γεγονός, είναι εύλογο να ζητήσει, να αποδείξουμε εάν το «τheαμbeάλ’» υπάρχει σε γραπτά κείμενα, χρονικά προγενέστερα της εμφάνισης των Τούρκων, στην πατρίδα των προγόνων μας, την Μ. Ασία. Η απάντησή μας, σε ένα τέτοιο αίτημα, τόσο για την υπόψη λέξη, όσο και σε κάθε άλλη λέξη της Μυσhιώτικης γλώσσας μας, είναι η εξής: Η Μυσhιώτικη γλώσσα από τότε που άρχισε να μιλιέται, μέχρι σήμερα, διατηρήθηκε προφορικά, που σημαίνει ότι δεν υπάρχουν γραπτές πηγές.
Κατά τον τελευταίο αιώνα, υπάρχουν βεβαίως αναφορές, σε πάρα πολλές λέξεις της γλώσσας μας, από ερευνητές και συγγραφείς, που δεν ήσαν Μυσhιώτες και που δεν γνώριζαν την γλώσσα μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ακρίβεια των αναφερομένων τους, σχετικά με την προφορά, την σύνταξη και την ετυμολόγηση των λέξεων αυτών. Τελευταίως, εμφανίστηκαν βεβαίως και Μυσhιώτες συγγραφείς, οι οποίοι έχουν καταγράψει λέξεις της γλώσσας μας, σε λεξικά τους, χρησιμοποιώντας όμως μόνον τα 24 γράμματα της Ελληνικής, με αποτέλεσμα την παραποίηση όλων εκείνων των λέξεων, που για να γραφούν χρειάζονται και τους επιπρόσθετους φθόγγους της γλώσσας μας, η οποία έχει συνολικά 40 γράμματα.
Πέραν των ανωτέρω, δεν πρέπει να αγνοείται το γεγονός ότι οι Μυσhιώτες, από εμφανίσεώς τους ως Ελληνικό φύλο, είχαν και έχουν την δική τους γλώσσα, που σημαίνει ότι είχαν λέξη και για τον «τεμπέλη». Η λέξη αυτή, για εμάς τους Μυσhιώτες, ήταν και είναι «τheαμbeάλ’», με ξεκάθαρη σημασία και ετυμολόγηση, εκείνη που προαναφέρθηκε.
Η λέξη «τheαμbeάλ’» θεωρώ λοιπόν ότι πέρασε, ως «δάνειο», στην Τουρκική, όπου υπάρχει ως «tembel». Για τους εξής λόγους: α). Τα συνθετικά σχηματισμού του «τheαμbeάλ’» είναι προγενέστερα της εμφάνισης των Τούρκων, στην περιοχή, κατά δύο τουλάχιστον χιλιετηρίδες, καθ’ ό,τι είναι λέξεις Ομηρικές, β). Το «tembel» έχει την ίδια ακριβώς σημασία με το «τheαμbeάλ’», γ). Από την λέξη «τheαμbeάλ’» ο φθόγγος «τh», που είναι η αρχαία προφορά του συμφώνου θήτα, στην Τουρκική, έχει τραπεί σε «t», το δε «τh», (άλφα μακρόν), σε «e». Σημειωτέον ότι, στην Τουρκική, δεν υπάρχουν οι φθόγγοι «τh» και «τh», της Μυσhιώτικης γλώσσας, παρά μόνον οι αντίστοιχοι αυτών, που είναι το «t», και το «e».
Τέλος δε, η λέξη της δημοτικής «τεμπέλης» θεωρώ ότι προέκυψε, είτε από το Τουρκικό «tembel», ως «αντιδάνειο», είτε από το «τheαμbeάλ’», που είναι λέξη Ελληνική.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το εν λόγω επίθετο, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται, αντίστοιχα, ως εξής:
(α). Στο Αραβανί, αναφέρεται στην εξής παροιμία: «Τό τεμbέλ’ τό ναίκα ζάσh’ ὄργο τήν Κερεκή» = Ἡ τεμπέλα ἡ γυναίκα κάνει δουλειά την Κυριακή.[18]
(β). Στην Αξό, αναφέρεται ως «τεμbέλ’» (= τεμπέλης), στην παροιμία: «’Σ τό τεμbέλ’ ὅρ’σε ὄργο, ἄς σε μάj’ μελό» = στον τεμπέλη ὅρισε δουλειά, να σοῦ δώσει γνώμη.[19]
(γ). Στην Σύλλη (Σίλλη), αναφέρεται ως «τhεbέλης» = ὁ τεμπέλης».[20]
(δ). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως, «τhομπέλ(ης)» ή «τheαμπeάλ(ης)», [η «τhομπέλτhσα» ή η «τheαμπeάλτhσα», το «τhομπέλι» ή το «τheαμπeάλι»] = τεμπέλης. Επίσης αναφέρεται και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «tembel». Πέραν αυτής, αναφέρεται και το σχετικό ρήμα «τeαμπeαλ-λeαντίζω» (= τεμπελιάζω), καθώς και ότι αυτό προκύπτει από την Τουρκική λέξη «tembellnmek».[21]
(ε). Στον Πόντο, (στην Κερασούντα και Οινόη), αναφέρεται ως «τεμπέλης» (= ὀκνηρός, νωθρός), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «tenbel».[22]
(στ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται, (με μη ορθή Μυσhιώτικη προφορά), ως «τιαμπάλ» (= τεμπέλης). Επίσης αναφέρεται ότι προκύπτει από την λέξη «τεμπέλης», προερχόμενη από την Τουρκική λέξη «tembel», καθώς και ότι εξ αυτού προέρχεται και ο «τεμπελχανάς», ο υπερβολικά τεμπέλης, όπως και η λέξη «τεμπελχανιό», δηλαδή, το μέρος που συχνάζουν οι τεμπέληδες.[23]
(ζ). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχουν οι ακόλουθες λέξεις, τις οποίες θεωρώ «δάνεια», από την Μυσhιώτικη λέξη «τheαμbeάλ’»: «tembel» (= τεμπέλης, ακαμάτης, οκνηρός, χασομέρης), «tembelce» (= ράθυμα, τεμπέλικα), «tembelhane» (= τεμπελχανείο), «tembelleşme» (= τεμπέλιασμα, ραθυμία), «tembelleşmek» (= τεμπελιάζω, μουχλιάζω), «tembelleştirmek» (= κάνω κάποιον να τεμπελιάσει), «tembellik» (= τεμπελιά, νωθρότητα, οκνηρία, αραλίκι, καθισιό, ραστώνη).[24]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «τεμπέλης».
[2] Faruk Tuncay – Καρατζάς», (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 733: Βλέπε την λ. «tembel».
[3] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 121: Βλέπε την υπ’ αριθμ. (4) λέξη της παραγράφου 187.
[4] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «τεμπέλης».
[5] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[6] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[7] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962.
[8] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 6 ερμηνεία της λ., η οποία έχει μάλιστα μεταφορική σημασία.
[9] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 6 ερμηνεία της λ.
[10] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 2 ερμηνεία της λ. «ἀμβλύς».
[11] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962.
[12] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 2 ερμηνεία της λ. «ἀμβλύς».
[13] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρ. «παλαίω» και την ρίζα «παλ-» αυτού.
[14] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την αρχική προφορά του αρχαίου Ελληνικού «θ», ως «τh», και ότι αυτό συμβολιζόταν ως «ΘΗ», την σημείωση 1 της ανάλυσης του γράμματος «Θ, θ, θῆτα».
[15] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την προφορά του «β» ως «μπ», (π.χ. βαρβαριά > μπαρμπαριά, βαμβάκι > μπαμπάκι, κ.λ.π.), την Σημείωση 1, της ανάλυσης του γράμματος «Β, β, βῆτα».
[16] Στην δημοτική, κατά την σύνθεση λέξεων, όπου το δεύτερο συνθετικό αρχίζει από «π», αυτό ενίοτε τρέπεται σε «μπ», όπως π.χ. από το ρήμα «διαπερνώ» προκύπτει το ουσιαστικό «διαμπερές». Το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται και στην Μυσhιώτικη γλώσσα. Για για παράδειγμα, το ρήμα «γκιeαμπeαρdήζου ή γκιeαμπeαρdώ» (= καταρρέω, πεθαίνω λόγω έλλειψης (κυρίως, νερού ή τροφής), καταστρέφομαι, αφανίζομαι πέρα για πέρα, εξαντλούμαι, εξοντώνομαι, ξελιγώνομαι). Ο Αόριστος αυτού είναι «γκιeαμπeάρ’τσια ή γκιeαμπeάρ’σα», το δε γ΄ ενικό πρόσωπο είναι «γκιeαμπeάρ’τσει ή γκιeαμπeάρ’σει ή γκιeαμπeάρ’τσην ή γκιeαμπeάρ’σην». Ετυμολογικά, το εν λόγω ρήμα σχηματίζεται από την σύνθεση των εξής τριών στοιχείων: (1). Από την πρόθεση «διά», (2). Από το θέμα «περθ-» του Ομηρικού ρήματος «πέρθω» (= καταστρέφω, ερημώνω, λεηλατώ, άφανίζω διά καταστροφῆς, περί προσώπων θανατώνω, άφανίζω), ο αόριστος του οποίου είναι «ἔπερσα», που αναφέρεται στην εισαγωγή του προοιμίου της Οδύσσειας: «Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μούσα, πολύτροπον, ὅς μάλα πολλά πλάγχθη, ἐπεί Τροίης ἱερόν πτολίεθρον ἔπερσεν….», και (3). Από την ρηματική κατάληξη, ενεργητικής φωνής, «-dήζου», που στα αμετάβατα ρήματα, όπως εδώ, σημαίνει ότι «υφίσταμαι έντονα αυτό ακριβώς που λέει το κυρίως θέμα του ρήματος». Σχηματισμός: δια + περθ- + -dήζου > γιαπερθdήζου > γκιαπερθdήζου > γκιαπερτdήζου > γκιeαμπeαρdήζου.
[17] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό). 1999: Βλέπε τις λ. «ΘΑΜΒΟΣ» και «ΠΑΛΑΙΩ».
[18] Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 95: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 190, παροιμία, στην σελ. 95.
[19] Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 177: Βλέπε την λ. «τεμbέλ’», στην υπ’ αριθμ. 73 παροιμία, της σελ. 177.
[20] Κωστάκης, (ΣΙΛΛΗ), 1968, 196 : Βλέπε την λ. «τhεbέλης».
[21] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκιτυο), 1979, 96, 111: Βλέπε την λ. «τhομπέλ(ης)» στην σελ. 96, καθώς και το ρήμα «τeαμπeαλ-λeαντίζω» στην σελ. 111.
[22] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1961, (Τόμ. 2ος), 367: Βλέπε την λ. «τεμπέλης».
[23] Κοτσανίδης, 2004, 204: Βλέπε την λ. «Τεμπέλης».
[24] Faruk Tuncay –Καρατζάς», (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 733: Βλέπε όλες τις ως άνω λέξεις.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί: Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Κωστάκης Π. Θαν., 1968. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Σίλλης, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Λαβδάς Γ., 2026. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Β΄ (Ζ-j). Λάρισα.
Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι. Ι., 1960. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Αξού, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Μ – Ω), Αθήνα: Τυπογραφείον Μυρτίδη.
Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.
Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.
***

