Γεώργιος Λαβδάς.-
Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφερθούμε στην ελληνικότητα της Τουρκικής λέξης «yas» (πένθος).[1] Η ελληνική προέλευσή της λέξης αυτής τεκμηριώνεται από την ετυμολογική ανάλυση της αντίστοιχης λέξης «γιάζh’» (= πένθος), της Μυσhιώτικης διαλέκτου.
Σημειωτέον ότι η εν λόγω τεκμηρίωση έχει ήδη παρουσιαστεί στην σελίδα 44, του βιβλίου μου με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμ. Β΄».[2]
Γλωσσικές επεξηγήσεις
Στην λέξη «γιάζh’» ο φθόγγος «ζh», της Μυσhιώτικης γλώσσας, δεν υπάρχει στην Ελληνική. Είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο ζήτα, που προφέρεται όπως το Γαλλικό «j», στην φράση «j’ aime» ή στην υποθετική συλλαβή «ζιού».
Για την γραπτή απόδοση της προφορικής μέχρι τώρα Μυσhιώτικης γλώσσας, πέραν των άλλων χρησιμοποιούμενων φθόγγων και συμβόλων, χρησιμοποιείται και το σύμβολο «Ζh, ζh», που είναι το κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα, για το δασύ (παχύ ) φθόγγο του συμφώνου ζήτα.
Ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την ακριβή προφορά του φθόγγου αυτού, επισκεπτόμενος το άρθρο της 13-6-2026, που δημοσιεύτηκε στην παρούσα ιστοσελίδα μας «mistikappadokias.gr», με θέμα: Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας. Πρόκειται για τον υπ’ αριθμ. 6 φθόγγο του σχετικού Πίνακα.
Η λέξη «γιάζh’»
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, η λέξη «γιάζh’» είναι άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό, που σημαίνει «πένθος». Είναι ομόηχη και και έχει ίδια ορθογραφία με την λέξη «γιάζh’» (= η κλωστή ύφανσης, το νήμα από το στημόνι ύφανσης).
Η σημασία της λέξης συχνά επεκτείνεται και στο ίδιο σύμβολο του πένθους, που για μεν τους άνδρες είναι μαύρη ταινία ως περιβραχιόνιο, για τις δε γυναίκες, η συνολική μαύρη ενδυμασία και ειδικά η μαύρη μαντήλα κεφαλής.
Το «γιάζh’», κατά κύριο λόγο, συντάσσεται με τα εξής τέσσερα ρήματα, της Μυσhιώτικης γλώσσας, σε όλους τους χρόνους πρόσωπα και αριθμούς:
(a). Με το ρήμα «έχου» (= έχω).
(b). Με το ρήμα «βαστώ» (= κρατώ, βαστώ).
(c). Με το ρήμα «ταβρώ» (= τραβάω, σέρνω, σύρω). Το ρήμα αυτό, όταν έχει ως αντικείμενό του το «γιάζh’», αποκτά την σημασία του «συνεχίζω, διατηρώ, δίνω διάρκεια, παρατείνω, κ.λ.π.»
(d). Με το ρήμα «φορώνου» (= φοράω). Με το ρήμα αυτό, το «γιάζh’» αναφέρεται στην μαύρη ταινία, που φοριέται από τους άνδρες, σε ένδειξη πένθους, στον αριστερό βραχίονά τους, ως περιβραχιόνιο.
Το πένθος για τους Μυσhτηλήδες
Στην Μυσhτή, (όπως επίσης και μετά τον ξεριζωμό των Μυσhτηλήδων και την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα), το χρονικό διάστημα, για το τυπικό πένθος, διαρκούσε μέχρι και τρία χρόνια, ανάλογα με την ηλικία του θανόντος και την θέση του μέσα στην οικογένεια.[3] Δεν είναι λίγες όμως και εκείνες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες το πένθος διαρκούσε όσο και η ζωή του πενθούντος, (συνήθως η μάννα που έχανε τέκνο της, λόγω ατυχήματος ή άλλης αιφνίδιας αιτίας). Άλλωστε, ο πόνος για νέο ή για οικογενειάρχη, που αφήνει μικρά ορφανά παιδιά, έχει πάντοτε σαφώς μεγαλύτερη διάρκεια.
Ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται παραδοσιακά το πένθος στις ελληνικές ορθόδοξες κοινότητες παρουσιάζει, λίγο ή πολύ, κοινά χαρακτηριστικά. Ακολουθεί δε συγκεκριμένες διαδικασίες και ενέργειες, (τριήμερα, εννιάμερα, μνημόσυνα, κόλλυβα, άναμμα καντηλιού, κ.λ.π.), που γίνονται σε συνεργασία πάντοτε με τον ιερέα (τον παππά) του χωριού ή της ενορίας.
Παρακάτω, αναφέρουμε ενδεικτικά, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, μερικές μόνον από τις πλέον χαρακτηριστικές συμπεριφορές των Μυσhτηλήδων, αναφορικά με το «γιάζh’» (= πένθος). Τις περισσότερες από αυτές, τις συνεχίζουμε και εμείς οι απόγονοί τους, μέχρι και σήμερα, σε κάποιο βαθμό, χωρίς βέβαια να αποκλείεται να υπάρχουν ίδιες και σε πολλά άλλα μέρη Ελλήνων. Οι συμπεριφορές αυτές γίνονται αντιληπτές μέσα από τις ακόλουθες δέκα φράσεις, στην Μυσhιώτικη γλώσσα. Ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά τους, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, ανοίγοντας το σχετικό «video», που υπάρχει ξεχωριστά, για την κάθε μια από αυτές, χωρίς όμως την ερμηνεία της:
(i). -«’τούν χα’εί ένα τ’εμeάρ’ ιντσhιάνους, ούλα μας έχουμ’ γιάζh’, σ΄ού σπίτ’» = όταν πεθάνει ένας ημέτερος (δικός μας) άνθρωπος, όλοι μας έχουμε πένθος, στο σπίτι.
#
(ii). -«μόλις άλλου dώκ’ ψhυ’ή τ’,[4] χώρ-jια τἄλλα dα σhιάνουμ’, σκεπάνουμ’ τσhι σπιτ-jιού d’ αϊνά, μ’ένα άσπρου πhανί. Άμα αττό, dου χά’ην, dέ ‘νει γηορών, αφήνουμ’ d’αϊνά σκεπανού, ‘σεράνdα μέρεις» = μόλις πλέον παραδώσει την ψυχή του, εκτός από τα άλλα που κάνουμε, σκεπάζουμε (καλύπτουμε) και τον καθρέφτη του σπιτιού, με ένα άσπρο πανί. Εάν αυτός, που πέθανε, δεν είναι γέρος (ηλικιωμένος), αφήνουμε τον καθρέφτη σκεπασμένο σαράντα μέρες.
#
(iii). -«’τούν χαϊόdουν ένα, ούλα dά ‘ναίτσεις, απ’του σπίτι τ’, τσhι’απ’τα πολύ χeσéμια τ’, ούζ να περνάσh’ ένα χρόνους, βάσταναν γιάζh’. Φόρουναν μαύρα φορ’τσιές, τσhι μαύρου γιeαμeανί σ’ού τσhουφάλι τ’νη. Τσhειό’αν τσhι λί’α μαννά’εις, τάβραναν dού γιάζh’ ιτ’νη, ούζ να χα’ούν τσhι γηαυτοί τ’νη» = όταν πέθαινε ένας, όλες οι γυναίκες, από το σπίτι του, κι’ από τους πολύ (στενούς) συγγενείς του, μέχρι να περάσει ένας χρόνος, κρατούσαν πένθος. Φορούσαν μαύρα ρούχα, και μαύρη μαντήλα στο κεφάλι τους. Υπήρχαν και λίγες μαννάδες, (που) διατηρούσαν (βαστούσαν) το πένθος τους, μέχρι να πεθάνουν και οι ίδιες.
#
(iv). -«dά σερνιτσοί, βάσταναν τσhι’εκείνα γιάζh’. Τάβραναν dού γιάζh’ ‘σεράνdα μέρεις. Ούλα εκείνα dά μέρεις, dέ πλυνιόdαν, dέ ξουριζ-jιόdαν, φόρουναν γιάζh’, σ’ού σολλάχh’ ιτ’νη dού βρeαχeόν’. Ένα χρόνους φόρουναν μαύρα πουκάμισα» = οι άνδρες κρατούσαν κι’ εκείνοι πένθος. Συνέχιζαν το πένθος (για) σαράντα μέρεις. Όλες εκείνες τις μέρες, δεν πλενόντουσαν, δεν ξυριζόντουσαν, φορούσαν πένθος (ταινία μαύρη, μαύρο περιβραχιόνιο), στον αριστερό τους τον βραχίονα. Ένα χρόνο φορούσαν μαύρα πουκάμισα.
#
(v). ΕΡΩΤΗΣΗ: -«έω, αττά τήτ’νας ‘ναίκα, για’ΐ φορών’ μαύρου μανdήλα; τίς χά΄ην;» = ρε σύ, αυτή εκεί του τάδε η γυναίκα γιατί φορά μαύρη μαντήλα; Ποιος πέθανε;
#
(vi). ΑΠΑΝΤΗΣΗ: -«πέρ’τσh’, χά’ην ξά’ελφο τ’, τήdους. ‘Ναίκα ακούμας ταβρά γιάζh’, τσhειό’αν πολύ ‘γαπημένα χeσéμια!» = πέρυσι, πέθανε ο ξάδελφός της, ο τάδε. Η γυναίκα ακόμη διατηρεί πένθος, ήσαν πολύ αγαπημένοι συγγενείς.
#
(vii). -«dά ‘ναίτσεις, ‘τούν τάβραναν γιάζh’, σεράνdα μέρεις, όξου σ’ού μαχαλά τ’νη, dέ βγh-αίνισhκαν, ούτη π’αίνισhκαν σ’ά χeαλeασhιάϊα. Ούζ να περνάσh’ ένα χρόνους, σ’ά χόρουζ-jια τσhί σ’ά γάμουζ-jια dέ π’αίνισhκαν, ούτη ακούμ’ για να ρανήσh’νει. Dα πρώτα djυό χρόνια, dέ μπου’ιάϊζαν Μ’α’άλ’ Τσhερετσhής ωβγά» = οι γυναίκες, όταν βαστούσαν πένθος, σαράντα μέρες, έξω στην γειτονιά τους, δεν έβγαιναν, ούτε πήγαιναν στις γυναικείες συγκεντρώσεις της γειτονιάς. Μέχρι να περάσει ένας χρόνος, στους χορούς και στους γάμους δεν πήγαιναν, ούτε ακόμη για να παρακολουθήσουν. Τα πρώτα δυο χρόνια, δεν έβαφαν αυγά της Μεγάλης Κυριακής (της Λαμπρής, του Πάσχα).
#
(viii).-«dά φορ’τσιές, απ’εκείνου dου χά’ην, dέν dα σhαίρισhκαν. Μοίραζαν dα. Ούλα γίνισhκαν dα, για ση κα’είνα χωρ-jιανού τ’νη φουκαρἀ, για ση κα’είνα οφτωχό» = τα ρούχα (τις φορεσιές) εκείνου που πέθανε, δεν τα πετούσαν. Τα μοίραζαν. Όλα τα έδιναν, είτε σε κανέναν φουκαρά του χωριού τους, είτε σε κανέναν φτωχό.
#
(ix).-«Ρώτ’σεις μοι για’ΐ φορώνου γιάζh’. Φορώνου dου, για’ΐ χά’ην μάννα μ’. Ηττό dου ρανάς dού γιάζh’, φορώνουμ’ dου σ’ού χέρ’, ‘σεράνdα μέρεις. Ούτσhια ‘νει τουγά d’eαdeάτ’ μας!» = Με ρώτησες γιατί φοράω πένθος. Το φοράω γιατί πέθανε η μάννα μου. Αυτό το πένθος που βλέπεις, το φοράμε στο χέρι, σαράντα μέρες. Έτσι (τέτοιο) είναι λοιπόν το έθιμό μας!
#
(x). -«dε χορεύ’ αττό, για’ΐ ακούμ’ ταβρά γιάζh’. Πέρ’τσh’ χά’ην ηdουν, βα’ά τ’!» = δεν χορεύει αυτός, γιατί ακόμη βαστά (συνεχίζει) πένθος. Πέρυσι είχε πεθάνει ο πατέρας του!
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ
Ετυμολογικά, η λέξη «γιάζh’» θεωρείται από πολλούς ότι προέρχεται από το Τουρκικό «yas» (= πένθος, πένθιμος), ενώ υπάρχουν οι ακόλουθες σχετικές λέξεις, οι οποίες μας οδηγούν στο «ἔτυμον» αυτής:
-«ἆζειν» = στενάζειν.[5]
-«ἄζω» = στενάζω.[6]
-«ἄζομαι» = σέβομαι, εὐλαβοῦμαι (τιμῶ),[7] αἰδοῦμαι, ἐντρέπομαι, μόνον περί τῆς εὐσεβοῦς ἐκείνης αἰδοῦς τῆς πρός τούς θεούς καί σεβασμίους άνθρώπους.[8]
-«ἄζω» (μέση φωνή «ἅζομαι») = φοβοῦμαι, ἔχω φόβον, σέβομαι. Το θέμα του ρήματος αυτού είναι «ἀγ-j-», ἐξ οὗ ἄγιος.[9]
Σχηματισμός
Το «γιάζh’» σχηματίζεται με τους εξής δύο τρόπους:
Πρώτος τρόπος σχηματισμού
Σχηματίζεται από το «ἀζ-», του παραπάνω ρήματος «ἄζω» και «ἄζομαι», καθώς και από την κατάληξη «-ι», που που χρησιμοποιείται για ουσιαστικά ουδετέρου γένους.
Η σύνθεση των στοιχείων αυτών, «ἀζ- + -ι», σημαίνει: «αυτό για το οποίο στενάζω», «αυτό που σέβομαι, που τιμώ».
Σχηματισμός: ἀζ- + -ι > γιάζι, λόγω προφοράς της ψιλής ως «γ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[10] με ταυτόχρονη εμφάνιση του ευφωνικού προσφύματος «ι»,[11] και > γιάζh’, απόρριψης του άτονου καταληκτικού «ι», με ταυτόχρονη τροπή του συμφώνου «ζ», σε «ζh» δασύ (παχύ), που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Μυσhιώτικης γλώσσας.[12]
Δεύτερος τρόπος σχηματισμού
Το «γιάζh’» σχηματίζεται από το θέμα «ἁγ-j–», του παραπάνω ρήματος «ἅζομαι», καθώς και από την κατάληξη «ι», που είναι για ουσιαστικά ουδετέρου γένους.
Η σύνθεση των στοιχείων αυτών, «ἀγ-j- + -ι», σημαίνει: «αυτό που σέβομαι, που τιμώ».
Σχηματισμός: ἁγ-j- + -ι > ἀγji > ἀζι, λόγω τροπής του φθογγικού συνδυασμού «γj», σε «ζ», που είναι γλωσσικός κανόνας της Ελληνικής,[13] > γιάζι, λόγω προφοράς της δασείας ως «γι»,[14] (όπου το «ι» είναι ευφωνικό πρόσφυμα, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω), και > γιάζh’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «ι», με ταυτόχρονη τροπή του «ζ», σε «ζh» δασύ (παχύ), όπως και στον προηγούμενο σχηματισμό.
ΣΧΟΛΙΟ
Από την παραπάνω ανάλυση αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «γιαζh’». Κατόπιν τούτου, η άποψη εκείνων που θεωρούν ότι αυτή είναι λέξη Τουρκική δεν μπορεί να έχει ισχύ. Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει βεβαίως η ίδια αυτή λέξη, ως «yas» (= πένθος, πένθιμος), που θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο» από την Μυσhιώτικη γλώσσα. Άλλωστε, οι Ελληνικές λέξεις, από τις οποίες προκύπτει το «γιάζh’», είναι σαφώς προγενέστερες της Τουρκικής.
Ωστόσο, είναι λογικό να αναζητά κανείς και τις γραπτές πηγές, με βάση τις οποίες να αποδεικνύεται ότι η λέξη «γιαζh’» προϋπήρχε του Τουρκικού «yas». Για το θέμα αυτό, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι οι Μυσhτηλήδες, όπως επίσης και οι Έλληνες κάτοικοι όλων των άλλων Ελληνικών χωριών της κεντρικής Μ. Ασίας (Καππαδοκία, Λυκαονία, κ.λ.π.), διατήρησαν την μητρική τους γλώσσα, στο πέρασμα των αιώνων μέχρι και σήμερα, μόνον προφορικά. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν γραπτά στοιχεία, για να αποδείξουμε το πως έλεγαν το πένθος, πριν την εμφάνιση των Τούρκων. Το γεγονός όμως της έλλειψης γραπτών κειμένων δεν επιβάλλει να δεχθούμε απαραίτητα τον δανεισμό της υπόψη λέξης από την Τουρκική γλώσσα, όταν μάλιστα υπάρχουν αρχαίες Ελληνικές λέξεις, από τις οποίες αυτή σχηματίζεται, όπως εξηγήσαμε πιο πάνω.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η εν λόγω λέξη, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:
(α). Στο Ουλάγατς, αναφέρεται ως dό «γιάς» (= πένθος) και θεωρείται ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «yas».[15]
(β). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως το «γιάσι» (= πένθος) και θεωρείται ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «yas».[16]
(γ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται ως «γιάζ» (= πένθος, μεγάλη θλίψη ένεκα απώλειας προσφιλούς προσώπου), καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «yas» (= πένθος). Επίσης, αναφέρεται η φράση: «σαράντα μέρες πενθούσαμε = σαράντα μέρεις τάβραναμ’ν του γιάζ».[17]
(δ). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχουν οι λέξεις: «yas» (= πένθος, πένθιμος) και «yasli» (= πένθιμος).[18]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 819: Βλέπε την λ. «yas».
[2] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Β΄), 44: Βλέπε την υπ’ αριθμ. (3) λέξη της παραγρ. 160 δ’.
[3] Κωστάκης, 1977, 243: Βλέπε την παράγραφο για το «Πένθος».
[4] Για εκείνον που «ξεψυχά», η πλέον δόκιμη φράση, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, είναι «κρούει ψhυ’ή τ’», που κατά λέξη σημαίνει «χτυπά την ψυχή του». Ο αόριστος του ρήματος «κρούου» (= χτυπώ) είναι «dώκα», ηχητικά και ορθογραφικά, είναι ίδιος με τον αόριστο του ρήματος «γίνου» (= δίνω, παραδίνω). Οπότε η φράση, σε αόριστο χρόνο, «dώκην ψhυ’ή τ’» μπορεί να ερμηνευτεί, είτε ως «έδωσε (παρέδωσε) την ψυχή του», είτε ως «χτύπησε την ψυχή του». Όμως, το «κρούει ψhυ’ή τ’» (= χτυπά την ψυχή του) > αόριστος, «dώκην ψhυ’ή τ’» (= χτύπησε την ψυχή του), είναι σε τρίτο πρόσωπο και θεωρώ ότι έχει ιδιαίτερο ιστορικό, λαογραφικό και θρησκευτικό ενδιαφέρον, όπως άλλωστε και πάρα πολλά άλλα τέτοια στοιχεία, αναφορικά με τις ακολουθούμενες διαδικασίες και ενέργειες, λίγο πριν να ξεψυχήσει ο μελλοθάνατος, αφού ξεψυχήσει, κατά την κηδεία του, κ.λ.π. Η συγκεκριμένη φράση δεν αποκλείεται να αναφέρεται στον «Θάνατο», ο οποίος φαίνεται να χτυπά, με το σπαθί του, την ψυχή του μελλοθάνατου για να βγει. Αυτό όμως δεν συμφωνεί με όσα μέχρι τώρα μας είναι γνωστά, αφού ο «Θάνατος» δεν χτυπούσε την ψυχή με το σπαθί του, αλλά έκοβε μια τούφα από τα μαλλιά του μελλοθάνατου. Σημειωτέον, ότι η πράξη αυτή αποτελούσε μια μορφή «θυσίας» και αφιέρωσης του νεκρού στους θεούς του Κάτω Κόσμου (στον Άδη και την Περσεφόνη). Μόλις κοβόταν η τρίχα, η ψυχή απελευθερωνόταν οριστικά από το σώμα, την οποία περίμενε ο Ερμής, με την ιδιότητα του Ψυχοπομπού (ή Νεκροπομπού), για να την οδηγήσει στις όχθες του Αχέροντα ποταμού και να την παραδώσει στον Χάροντα, για τα περαιτέρω.
[5] Ησυχίου Αλεξανδρέως (Λεξικό), 1975.
[6] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[7] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 5 ερμηνεία της λ. «εὐλαβοῦμαι», που σημαίνει «τιμῶ».
[8] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.
[9] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962.
[10] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, την υπ’ αριθμ. 2 ανάλυση του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[11] Λαβδάς Γ., (οι φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 183: Βλέπε την παράγραφο 68, η οποία εξετάζει την προφορά του πνεύματος της ψιλής ή της δασείας, ως «γ» ή ως «γι», ανάλογα το φωνήεν που ακολουθεί, για τον σχηματισμό της αρχικής συλλαβής της λέξης.
[12] Λαβδάς Γ., (οι φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 37: Βλέπε την παράγραφο 160, όπου αναλύεται το εν λόγω γλωσσικό φαινόμενο.
[13] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την δημιουργία του «ζ» από το «γ» μετά του ημιφώνου «ι», την Σημείωση 1, της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[14] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, όπως για παράδειγμα οι λέξεις : «γαῖα αντί αἶα», «γαῖμα αντί αἷμα», «γήλιος αντί «ἥλιος», κ.λ.π., την υπ’ αριθμ. 2 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[15] Κεσισόγλου Ι., 1951, 101: Βλέπε την λ. «γιάς».
[16] Ανδριώτης Ν. Π. 1948, 76: Βλέπε την λ. «γιάσι».
[17] Κοτσανίδης, 2004, 167: Βλέπε την λ. «Πένθος».
[18] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 819, 820: Βλέπε την λ. «yas» στην σελ. 819, καθώς και την λ. «yasli» στην σελ. 820.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ανδριώτης Π. Ν., 1948. Το Γλωσσικό Ιδίωμα των Φαράσων, Αθήνα: COLLECTION DE L’ INSTITUT FRANCAIS D’ ATHÈNES, ΜΟΥΣΙΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ, ΑΡΧΕΙΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΕΛΠΩΣ ΜΕΡΛΙΕ, Τόμος 4, ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ.
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί: Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Κωστάκης Π. Θαν., 1977. Το Μιστί της Καππαδοκίας, (Τόμ. I και II), Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.
Λαβδάς Γ., 2026. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Β΄ (Ζ-j). Λάρισα.
Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.
Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

