Γεώργιος Λαβδάς.
Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφερθούμε στην ελληνικότητα του Τουρκικού ρήματος «düşünmek» (= σκέπτομαι, διαλογίζομαι, θεωρώ, στοχάζομαι, προβλέπω, σχεδιάζω, ανησυχώ).[1] Πιο συγκεκριμένα, θα δούμε ότι το θέμα αυτού «düşün–», σύμφωνα με τον Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής, έχει προέλευση Ομηρική.
Η ελληνικότητα της εν λόγω Τουρκικής λέξης αποδεικνύεται από την ετυμολογική ανάλυση του αντίστοιχου ρήματος της Μυσhιώτικης γλώσσας, που είναι «duσhιουνdήζου»[2] (= συλλογίζομαι, σκέφτομαι, στοχάζομαι, ζορίζω, πιέζω το μυαλό μου να σκεφτεί, να λογαριάσει, προβληματίζομαι, σκέφτομαι δύσκολα ή δυσάρεστα θέματα, κ.λ.π.).
Είναι ρήμα ενεργητικής φωνής αμετάβατο, που χρησιμοποιείται, στις εργασίες μου, με τους εξής συνολικά τύπους γραφής: «Duσhuνdήζου ή duσhιουνdήζου ή duσhιουνdώ». Η ορθογραφική διαφορά της δεύτερης συλλαβής, των τριών αυτών ρηματικών τύπων, οφείλεται στον τρόπο γραφής του φθόγγου «u», που είναι ίδιος με τον φθόγγο «ιού», όπως θα δούμε πιο κάτω, ενώ ο τρίτος είναι ο συνηρημένος τύπος των δύο πρώτων.[3]
Επισημαίνεται, ότι ετυμολογική ανάλυση του ρήματος, που παρουσιάζεται παρακάτω, αναφέρεται και στην παράγραφο 8β’ της σελίδας 145 του βιβλίου μου, με τίτλο «Η ΜΥΣΤΗ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ, η αποκατάσταση της αλήθειας, περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών».[4]
Παράγωγα του εν λόγω ρήματος είναι οι παρακάτω λέξεις:
-Το ουσιαστικό «duσhιούνdημα» = το να σκέφτεσαι, το να συλλογίζεσαι, η σκέψη, ο συλλογισμός.
-Το επίθετο «duσhιουνμούσh’»[5] = σκεπτικός, -ή, -ό, συλλογιζόμενος, -η, -ο.
-Το επίθετο «duσhκιουν’» = σκεπτικός, -ή, -ό, προβληματισμένος, -η, -ο.
-Το τροπικό επίρρημα «dúσhuνdηει – dúσhuνdηει» = με το να σκέφτεσαι (συλλογίζεσαι) συνεχώς, με την συνεχή σκέψη (συλλογισμό).
Γλωσσικές επεξηγήσεις
Στους παραπάνω ρηματικούς τύπους, παρατηρούμε τους εξής τρείς φθόγγους, οι οποίοι δεν υπάρχουν στην Ελληνική:
(i). Ο φθόγγος «D, d», (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα), είναι το σύμφωνο δέλτα, «Δ, δ», της Μυσhιώτικης γλώσσας, η οποία δεν μπορεί (αδυνατεί) να προφέρει δύο σύμφωνα της νεότερης Ελληνικής, που είναι το δέλτα και το θήτα.
Η προφορά του συμφώνου δέλτα, ως «d», είναι η αρχαία Πελασγική προφορά αυτού, σύμφωνα με τον Ιάκωβο Θωμόπουλο.[6] Προφέρεται δε όπως ακριβώς στην Γαλλική και στην Αγγλική γλώσσα, ενώ διαφέρει ηχητικά από το σύμπλεγμα «ντ» της Ελληνικής, από το οποίο δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντικαθίσταται, αφ’ ενός μεν, διότι έχουν διαφορετικό ήχο, αφ’ ετέρου δε, διότι δυσκολεύεται η ετυμολογία της λέξης.
(ii). Ο φθόγγος «u» είναι το φωνήεν ύψιλον βραχύ της Μυσhιώτικης γλώσσας. Βρίσκεται πάντοτε σε ενδιάμεση θέση της λέξης, γι’ αυτό και δεν υπάρχει κεφαλαίο σύμβολο αυτού. Προφέρεται, ως «ου» κλειστό και κοφτό, όπως το Γαλλικό φωνήεν «u». Σε περίπτωση τονισμού, τότε γίνεται εισαγωγή του συμβόλου «ú». Ο ίδιος αυτός φθόγγος ηχητικά αποδίδεται και με τον φθόγγο «ιού», όταν αυτός προφέρεται ενιαία, ως ένας ήχος κλειστός και κοφτός.[7]
(iii). Ο φθόγγος «σh» είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο σίγμα. Πρόκειται για φθόγγο της Μυσhιώτικης γλώσσας (διαλέκτου), ο οποίος δεν μπορεί να αποδοθεί γραπτώς, ούτε με το σ», ούτε και με τα δύο συνεχόμενα σίγμα, «σσ». Προφέρεται, όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στην λέξη «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), καθώς και όπως το παχύ Γαλλικό «ch» στην λέξη «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).
Ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά των παραπάνω τριών αυτών φθόγγων, μέσα από σχετικά παραδείγματα λέξεων, επισκεπτόμενος το άρθρο της 13-6-2026, της παρούσας ιστοσελίδας μας, με θέμα: «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας». Πρόκειται για τους υπ’ αριθμ. 5, 14 και 13 φθόγγους του άρθρου, αντίστοιχα.
Οι χρόνοι του ρήματος
Το α΄ ενικό πρόσωπο της Οριστικής, των πέντε βασικών χρόνων, του ρήματος αυτού με τις διαφορετικές του γραφές, είναι αντίστοιχα:
Ενεστώς: Duσhuνdήζου (ή duσhιουνdήζου) ή duσhιουνdώ.[8] Προστακτική: ενικός: duσhιούνdα, πληθυντικός: duσhιουνdάτ’ ή duσhιουνdησέτ’.
Παρατατικός: duσhúνdηζα (ή duσhιούνdηζα) ή duσhιούνdανα (ή duσhúνdανα) ή duσhιούνdηνα (ή duσhúνdηνα).
Μέλλων: να duσhuνdήσου (ή να duσhιουνdήσου).
Αόριστος: duσhúν’τσια (ή duσhιούν’τσια).
Υπερσυντέλικος: duσhúν’τσια ηdουν (ή duσhιούν’τσια ηdουν).
Στο παρακάτω «video», ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά του παραπάνω ρήματος, στους αντίστοιχους χρόνους:
#
Για παράδειγμα, οι παρακάτω δέκα φράσεις, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, με την ερμηνεία τους. Στο τέλος της κάθε μιας υπάρχει «video», όπου ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την φράση στην Μυσhιώτικη γλώσσα, χωρίς όμως την ερμηνεία αυτής:
(i). -«σ’ού τσhουφάλ’ μας, ‘τούν έρτ’νει μπuρdeάν πολλά, τσhι dέ ξέρουμ’ πjοιό να ποίκουμ’, πjοιό να αφήκουμ’, τσhιό’η, dού μ’ελό μας μαναχό τ’ duσhιουνdήζh’, ούζ να ‘ά σέκ’ ούλα, σ’ ένα σeρά» = στο κεφάλι μας, όταν έρθουν ξαφνικά (ταυτόχρονα) πολλά, και δεν ξέρουμε ποιο να κάνουμε, (και) ποιο να αφήσουμε, τότε το μυαλό μας μόνο του συλλογίζεται (σκέφτεται), μέχρις ότου να τα βάλει, όλα σε μια σειρά.
#
(ii).-«τί είνει, πάππου! Σhήμερα, για’ΐ ‘σι ούτσhια duσhιουνμούσh’, τί έχh-εις; Ούλου μέρα ρανώ σοι duσhιουνdή’εις, για’ΐ duσhιουνdή’εις;» = τί συμβαίνει, παππού! Σήμερα, γιατί είσαι έτσι σκεπτικός, τί έχεις; Όλη μέρα σε βλέπω (να) συλλογίζεσαι, γιατί συλλογίζεσαι;
(iii). -«έλα παι’ί μ’, τσhώχ’τα, κάτσει τσhα’ά σ’ού χ’τeάρ΄ απάν’, σ’εμέ κουνdά, να σοι ειπώ, τί σhιέϊ ‘νει, dου duσhιουνdήζου» = έλα παιδί μου, θρονιάσου, κάθισε εδώ στην πέτρα επάνω, σ’εμένα κοντά, να σου πω, τι πράγμα είναι, αυτό που σκέφτομαι (που συλλογίζομαι).
#
(iv). -«το ‘μόν dού duσhιούνdημα, ένε σh’τέ ‘νει. Τουγά, τσhα’ά σ’ηττά μέγα πάπουλα μ’, μέσh’, είχα σπιτ-jιού μας, d’αναχτήρ’. Αρα’ΐζου ν’’ού βρήξου, dέν dου βρί’χου. Duσhιουνdήζου, μπeάλ’ να έρτ’ σ’ονούμ’, πhού ‘ρτα dου χέκα. Φο’ούμ’, ‘χάσα dου, μή!» = Ο δικός μου προβληματισμός, τίποτα δεν είναι. Να, εδώ σ’αυτήν την μεγάλη τσέπη μου μέσα, είχα του σπιτιού μας το ανοιχτήρι (το κλειδί). Ψἀχνω να το βρώ, (και) δεν το βρίσκω. Σκέφτομαι, μήπως έρθει στο νού μου, σε ποιο μέρος το έβαλα. Φοβάμαι, μήπως το έχασα!
#
(v).-«ούτσhια αν ‘εί, duσhúνdα άλλα λί’ου. Dúσhuνdηει – dúσhuνdηει, μπeάλ’ να έρτ’ σ’ονού σ’, πhού ‘ρτα dου σέκεις!» = έτσι εάν είναι, σκέψου, (κι) άλλο λίγο (ακόμη). Με την συνεχή σκέψη, μπορεί (ίσως) να έρθει στο νού σου (ίσως να θυμηθείς), σε ποιο μέρος το έβαλες!
#
(vi). -«ότις έχh’ μ’ελό, προτού να λαλήσh’, duσhιουνdήζh’ λί’ου!» = όποιος έχει μυαλό, προτού να μιλήσει, σκέφτεται λίγο!
#
(vii). -«αμάααν, τσhι’ ο’ώ απ’τού πρωΐ duσhιουνdώ, τί όργου να χειορήσου σάμπαχτα, ακούμας dέ ξέρου!» = ώχ μωρέ σύ, κι’εγώ από το πρωΐ σκέφτομαι, τι δουλειά θα κάνω αύριο πρωΐ, και ακόμα δεν ξέρω!
#
(viii). -«έω, ούτσhια πολύ μέν duσhιουνdή’εις. Dúσhuνdηει – dúσhuνdηει, φέγh’ τσhι ’ού μελό σ’, σαπτeρdήζεις του, τσhανίζεις!» = μωρέ συ, έτσι πολύ μην σκέφτεσαι. Με το να σκέφτεσαι συνέχεια, φεύγει και το μυαλό σου, χάνεις τα μυαλά σου, τρελαίνεσαι!
#
(ix). -«ἐω, αλημπúκια, μαναχό’σ’ κhελλό ‘ρτα κά’ησι, duσhιουνdή’εις, τί κουρφάς όργου εχh-εις σ’ού μ’ελό σ’, να ποίκεις πάλ’;» = μωρή, αλεπού, μοναχός σου προς τα πέρα (απόμακρα) κάθεσαι, (και) συλλογίζεσαι, τί κρυφή (μυστική) δουλειά έχεις στο μυαλό σου, να κάνεις πάλι;
#
(x). –«dού τheαμbeάλ’, ένα όργου dέ λέ’ να ποίκ’, ούλου μέρα κά(χ)ηdι, duσhιουνdήζh’, μακάρ’ να ξέρισhκην τσhι γηαυτό τ’, τι duσhιουνdήζh’!» = ο τεμπέλης, μια δουλειά δεν λέει να κάνει, όλη μέρα κάθεται, (και) σκέφτεται, μακάρι να ήξερε και ο ίδιος τι σκέφτεται!
#
Ετυμολόγηση και ανάλυση συνθετικών μερών του εν λόγω ρήματος
Για την ετυμολόγηση του εν λόγω ρήματος, σχετικές είναι οι ακόλουθες πέντε λέξεις:
(1).-«δύσ-» = μόριον ἀχώριστον, σημαῖνον τό κακόν, μισητόν, δύσκολον, διό προτασσόμενον τῶν μέν καλήν ἐχόντων σημασίαν ὀνομάτων ἐκφράζει τοὐναντίον, τῶν δέ κακόν τι σημαινόντων ἐπιτείνει τήν κακότητα.[9]
(2).-«δύς» = κακῶς. ἐπίρρημα.[10]
(3).-«’ουνdήζου» = είναι ρηματικός τύπος του ρήματος, της Μυσhιώτικης γλώσσας, «νουνdήζου ή ‘ουνdήζου ή ον’νdήζου» (= σκέφτομαι, συλλογίζομαι, βάζω σε σκέψη το νού μου, έχω σκέψη στο μυαλό μου, φέρνω στο μυαλό μου, λειτουργώ το μυαλό μου, με την σκέψη μου αναμένω να συμβεί κάτι). Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το υπόψη ρήμα αντιστοιχεί με το ρήμα «νουγάω», των κατοίκων της Θεσσαλίας. Για παράδειγμα, λέμε: «αττό dέ νουνdήζh’» ή «αττό dέν ‘ουνdήζh’» = αυτός δεν νουγάει, (δεν λειτουργεί το μυαλό του).
Ετυμολογικά, το ρήμα «νουνdήζου ή ‘ουνdήζου ή ον’νdήζου» προκύπτει από το ουσιαστικό, της Μυσhιώτικης γλώσσας, «ονού’» (πληθ. = «ονού’ϊα») = νούς, σκέψη, μνήμη, μυαλό, υπό την έννοια της σκέψης ή της μνήμης.
Το ουσιαστικό «ονού’» σχηματίζεται από το Ομηρικό, ὁ «νόος» (= νοῦς, φρόνησις, σύνεσις, γνώση, ψυχή, καρδία, φρόνημα, ἦθος, ψυχική διάθεσις, γνώμη, σκοπός, ἀπόφασις).[11] Ο συνηρημένος τύπος αυτού είναι ὁ «νοῦς» (= η φρόνησις, η οξυδέρκεια, η ευφυΐα, διανόημα, σκέψις, ο λογισμός, η διανοητική ενέργεια, διάνοια, κ.λ.π.).[12]
Σχηματισμός του «ονού’»: ὁ νοῦς, > ονούς, λόγω συνεκφοράς του οριστικού άρθρου και του ουσιαστικού, ως μία λέξη, > ονού’, λόγω απόρριψης του τελικού «ς», οπότε το ουσιαστικό τρέπεται σε ουδετέρου γένους.
(5).-«-dήζου ή -νdήζου ή –dώ ή -νdώ»: Είναι ρηματική κατάληξη, (επίθημα και κατάληξη), ενεργητικής φωνής, η οποία προσδίδει στα αμετάβατα ρήματα, την σημασία του ότι: «υφίσταμαι, βρίσκομαι στην κατάσταση εκείνη που λέει το κυρίως θέμα», «δένομαι με κάτι ή σε κάτι, το οποίο ορίζεται από το κυρίως θέμα του ρήματος», «υφίσταμαι αδιάλειπτα αυτό ακριβώς που λέει το κυρίως θέμα του ρήματος», «υφίσταμαι έντονα και συνεχώς αυτό ακριβώς που λέει το κυρίως θέμα του ρήματος», «κάνω και μένω διαρκώς προσηλωμένος, προσκολλημένος, προσκολλώμαι, σε κάτι ή με κάτι, το οποίο ορίζεται από το κυρίως θέμα του ρήματος», «επίμονα κάνω και συνεχίζω διαρκώς να ενεργώ, να κάνω, αυτό που λέει το κυρίως θέμα του ρήματος», «εμμένοντας κάνω (ή υφίσταμαι) αυτό ακριβώς που λέει το κυρίως θέμα του ρήματος».
Οι τύποι της ρηματικής κατάληξης «-νdώ ή –dώ» είναι οι συνηρημένοι τύποι της κατάληξης αυτής.
Η εν λόγω κατάληξη, με τους τέσσερεις παραπάνω τύπους της, επειδή θεωρείται ως τουρκικής επίδρασης ή προέλευσης και επειδή αυτή δεν αναφέρθηκε στο προαναφερθέν βιβλίο μου, παρουσιάζεται λοιπόν εδώ, ώστε ο αναγνώστης να έχει σαφή και λεπτομερή εικόνα, για την συνολική ετυμολόγηση του υπόψη ρήματος.
Για την τηνετυμολόγηση της εν λόγω κατάληξης, σχετικές είναι οι ακόλουθες έξι λέξεις:
(i). –«dήζου» = δένω. Είναι ρήμα της Μυσhιώτικης γλώσσας, που σχηματίζεται από το θέμα «δη-» του Ομηρικού ρήματος, «δέω» ή «δέω, -ῶ» (= δένω κάτι ή κάποιο, δεσμεύω, δεσμεύω τινα εν χώρω τινι, δένω σε κάτι, φυλακίζω, δεσμεύω, δένω, εμποδίζω από κάποιον, συμπλέκω, δένω επ’εμού, προσδένω, κ.λ.π.),[13] καθώς επίσης και από την άτονη ρηματική κατάληξη ενεργητικής φωνής «-ζου», που αντιστοιχεί με την κατάληξη «-ζω» της Ελληνικής. Όταν χρησιμοποιείται ως συνθετικό ρηματικών καταλήξεων, ενίοτε τρέπεται και σε «-νdήζου», κυρίως δε όταν προηγείται αυτής το φωνήεν «α» ή το «eα» (άλφα μακρόν).
(ii). -«δάζω» (= ποιῶ). Είναι λέξη Ελληνο-καππαδοκική, κατά τον Παύλο Καρολίδη.[14]
(iii). -«δίζειν» = φροντίζειν, ἐρευνᾶν, ζητεῖν.[15]
(iv). -«δίζημαι» (= ἀναζητῶ, ἀποπειρῶμαι, χρειάζομαι, ἐπιθυμῶ νἀ πράξω τι, ἐπιζητῶ, προσπαθῶ, ζητῶ νά μάθω, ἐξετάζω, ζητῶ, γυρεύω, ζητῶ ἤ προσπαθῶ νά ἀποκτήσω, νά ἐπιτύχω). Το ρήμα αυτό έχει ως θέμα το «διζη-».[16]
(v). -«δίζησις, -εως» = ἐξέτασις, ἔρευνα, ζήτησις, ἀνάκρισις.[17]
(vi). -«δίζω» (= ἀμφιβάλλω, διστάζω). Η μέση φωνή αυτού είναι «δίζομαι ή δίζημαι» = ἐπιδιώκω, προσπαθῶ νά ἐπιτύχω.[18]
Σχηματισμός της ρηματικής κατάληξης
- Ο τύπος της ρηματικής κατάληξης «-dήζου» σχηματίζεται με τους εξής τρόπους:
(a). Από το ίδιο το παραπάνω ρήμα, της Μυσhιώτικης γλώσσας, «dήζου».
(b). Από την παραπάνω Ελληνοκαππαδοκική λέξη «δάζω», ως εξής: δάζω > dάζω, λόγω προφοράς του «δ», ως «d»,[19] > dάζου, λόγω προφοράς του άτονου καταληκτικού «ω» ως «ου», που είναι σημαντικός ρηματικός κανόνας της Μυσhιώτικης γλώσσας,[20] και > dήζου, λόγω τροπής του «α» σε «η», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ιωνικής διαλέκτου.[21]
(c). Από το «διζ-», του Ομηρικού ρήματος «δίζημαι», καθώς και από την ρηματική κατάληξη, ενεργητικής φωνής, «-ου», (που αντιστοιχεί με το άτονο καταληκτικό «ω» των ρημάτων της Ελληνικής), ως εξής: διζ- + -ου > δίζου, και > dίζου, λόγω προφοράς του «δ», ως «d».[22]
- Ο τύπος της ρηματικής κατάληξης «-νdήζου» είναι ο προηγούμενος τύπος «-dήζου», που τρέπεται σε «-νdήζου», λόγω τροπής του «d» σε έντονο «νd», με την εμφάνιση του ευφωνικού «ν», κυρίως όταν προηγείται αυτής το φωνήεν «α» ή το «eα» (άλφα μακρόν).
- Ο τύπος της ρηματικής κατάληξης «–dώ» είναι ο συνηρημένος τύπος του «–dήζου».
- Ο τύπος της ρηματικής κατάληξης «-νdώ» είναι επίσης συνηρημένος τύπος του «–dήζου», που σχηματίζεται από την παραπάνω κατάληξη «-dώ», λόγω εμφάνισης το ευφωνικού «ν» προ αυτής, κυρίως όταν προηγείται αυτής το φωνήεν «α» ή το «eα» (ἀλφα μακρόν).
Σχηματισμός των ρηματικών τύπων: «νουνdήζου», «‘ουνdήζου», «‘ονdήζου»
- Το «νουνdήζου» σχηματίζεται από το «ονού’» και από την ρηματική κατάληξη ενεργητικής φωνής «-dήζου», η οποία για τα αμετάβατα ρήματα, όπως προαναφέρθηκε, έχει δε την σημασία του ότι: «υφίσταμαι, βρίσκομαι στην κατάσταση εκείνη που λέει το κυρίως θέμα, επίμονα κάνω και συνεχίζω διαρκώς να ενεργώ, να κάνω, αυτό που λέει το κυρίως θέμα του ρήματος».
Σχηματισμός: ονού’ + -dήζου > ονουdήζου, > ‘νουνdήζου, λόγω απόρριψης του άτονου αρχικού «ο», με ταυτόχρονη εμφάνιση του ευφωνικού «ν», προ της κατάληξης «- dήζου».
- Το «’ουνdήζου» σχηματίζεται από τον τύπο «νουνdήζου», λόγω απόρριψης του αρχικού «ν» του ρήματος.
- Ο τρίτος ρηματικός τύπος «ον’νdήζου» σχηματίζεται από το ουσιαστικό «ονού’» και την κατάληξη «-dήζου», ως εξής: ονού + -dήζου, > ονουdήζου, και > ον’νdήζου, λόγω απόρριψης (αποβολής) του «ου», της δεύτερης συλλαβής, με ταυτόχρονη εμφάνιση του ευφωνικού «ν», προ της κατάληξης «- dήζου».
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1: Το εν λόγω ρήμα, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:
(α). Στην Αξό, αναφέρεται το σχετικό ρήμα «ἀνdéζω» (= ἀναφέρω, μνημονεύω), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «anmak».[23]
(β). Στα Φάρασα, αναφέρεται το ρήμα «νανοῦμαι» (= σκέπτομαι), το οποίο στον μέλλοντα κλίνεται ως εξής: «’ά νανωστῶ», «’ά νανωστῆς», «‘ά νανωστῆ», «‘ά νανωστοῦμε», «‘ά νανωστῆτε», «‘ά μανωστοῦν».[24]
(γ). Στον Πόντο, αναφέρεται ως «νουνίζω» (= διανοοῦμαι, σκέπτομαι, υπολογίζω, λογαριάζω), καθώς και ότι προκύπτει από το «νοῦν», που είναι η αιτιατική του ουσιαστικού ο «νοῦς».[25]
Α. Σχηματισμός του ρηματικού τύπου «duσhιουνdήζου»
Ο ρηματικός τύπος «duσhιουνdήζου» είναι σύνθετη λέξη, που σχηματίζεται από τα εξής δύο συνθετικά μέρη:
(i). Πρώτο συνθετικό: Είναι το Ομηρικό προθεματικό μόριο «δυσ-» (= μόριον ἀχώριστον, σημαῖνον τι κακόν, μισητόν, δύσκολον, διό προτασσόμενον τῶν μέν καλήν ἐχόντων σημασίαν ὀνομάτων ἐκφράζει τοὐναντίον, τῶν δέ κακόν τι σημαινόντων ἐπιτείνει τήν κακότητα).[26]
Το εν λόγω μόριο, σύμφωνα με τον Ιάκωβο Θωμόπουλο, σχετίζεται με την Ινδογερμανική ρίζα «dao, du» και την αρχαία Ινδική «du» (= καίειν, ταλαιπωρεῖν).[27] Πέραν τούτου, υπάρχουν και οι σχετικές ελληνικές λέξεις του Ησυχίου, «δύη» (= δυστυχία, ταλαιπωρία), και «δύς» (= κακῶς).[28]
Στο υπόψη ρήμα, το εν λόγω μόριο προσδίδει την σημασία της δυσκολίας, όπως και στις λέξεις: «δύσκολος, δυσοίωνος, δυσάρεστος, δυσεύρετος, δύσπεπτος, δυστοκία, δυστυχής, δύστροπος, δυσμενής, δύσκαμπτος, κ.λ.π.».[29]
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το «δυσ-» προφέρεται ως «duσh-», όπου το μεν «u» είναι το βραχύ φωνήεν ύψιλον, το δε «σh» είναι το σίγμα δασύ (παχύ), τα οποία προαναφέραμε. Το ίδιο ακριβώς πρόθημα γνωρίσαμε στην λέξη «duσhμeάνους» (= ο εχθρός, ο αντίθετος, ο πολέμιος, ο εχθρικά διακείμενος, αυτός που έχει κακή διάθεση εναντίον μας), την οποία αναλύσαμε σε πρόσφατο άρθρο μας, που δημοσιεύτηκε στην παρούσα ιστοσελίδα, στις 30-7-2026. Επισημαίνεται δε ότι η λέξη «duσhμeάνους» προκύπτει από το Ομηρικό επίθετο, ὀ, ἡ «δυσμενής», το «δυσμενές», με την σημασία, «δυσμενής» (δυσ- + μένος) = κακόν μένος (διάθεσιν) ἔχων, δυσμενής, ἐχθρός.[30] Η τροπή του αρχικού «δυσ-», σε «dush-» και η σημασία αυτού ως «δύσκολο, δυσκολία, κ.λ.π.», συμφωνεί πλήρως και με το αντίστοιχο Σανσκρητικό πρόθεμα, το οποίο σε Αγγλική γραφή είναι, «dush» (= difficult).[31] Για την λέξη αυτή έχουμε αναφέρει ότι θεωρείται από πολλούς και συγκεκριμένους συγγραφείς, ως προερχόμενη από την Τουρκική λέξη «düşman» (= εχθρός, αντίθετος, πολέμιος),[32] η οποία όμως, όπως διαπιστώσαμε, είναι λέξη «δάνειο», από την Μυσhιώτικη γλώσσα.
(ii). Δεύτερο συνθετικό: Είναι ο ρηματικός τύπος «’ουνdήζου», του ρήματος της Μυσhιώτικης γλώσσας, «νουνdήζου ή ‘ουνdήζου ή ον’νdήζου», που αναφέραμε και αναλύσαμε πιο πάνω.
Η σύνθεση των δύο παραπάνω στοιχείων, «δυσ- + ‘ουνdήζου», σημαίνει: «βρίσκομαι σε δύσκολη σκέψη, σκέφτομαι ή συλλογίζομαι κάτι που είναι δύσκολο, κάτι που δεν είναι εύκολο, βάζω στο μυαλό μου σε δύσκολη σκέψη ή δύσκολο συλλογισμό», κ.λ.π.
ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ: δυσ- + ‘ουνdήζου > duσουνdήζου, λόγω προφοράς του μεν αρχικού «δ», ως «d», που όπως προαναφέραμε είναι προφορά Πελασγική, του δε «υ», ως κλειστό και κοφτό «u», και > duσhιουνdήζου, λόγω τροπής του «σ», σε «σh» δασύ (παχύ), με ταυτόχρονη εμφάνιση του ευφωνικού προσφύματος «ι», μεταξύ του «ου» και του συμφώνου «σh», που είναι σύνηθες γλωσσικό φαινόμενο της Μυσhιώτικης γλώσσας.[33]
Β. Σχηματισμός του ρηματικού τύπου «duσhuνdήζου»
Ο ρηματικός τύπος «duσhuνdήζου» σχηματίζεται από τον προηγούμενο τύπο «duσhιουνdήζου», λόγω γραφής του φθόγγου «ιου», ως «u», καθώς, όπως προαναφέρθηκε, έχουν την ίδια ακριβώς προφορά.
Γ. Σχηματισμός του ρηματικού τύπου «duσhιουνdώ»
Ο ρηματικός τύπος «duσhιουνdώ», που μπορεί να γράφεται και ως «duσhuνdώ», είναι ο συνηρημένος τύπος του «duσhιουνdήζου ή duσhuνdήζου».
ΣΧΟΛΙΟ
Από την παραπάνω ανάλυση, διαπιστώνεται η ελληνικότητα του ρήματος, της Μυσhιώτικης γλώσσας, «duσhuνdήζου ή duσhιουνdήζου ή duσhιουνdώ». Ως εκ τούτου, δεν ισχύει η άποψη πολλών, οι οποίοι θεωρούν ότι αυτό προκύπτει από το Τουρκικό ρήμα «düşünmek» (= σκέπτομαι, διαλογίζομαι, θεωρώ, στοχάζομαι, προβλέπω, σχεδιάζω, ανησυχώ).
Το Τουρκικό ρήμα «düşünmek» θεωρώ ότι σχηματίζεται από θέμα «düşün-» (= σκέψη), που είναι «δάνειο» από το θέμα «duσhuν-», του εν λόγω ρήματος της Μυσhιώτικης γλώσσας, καθώς και από την ρηματική κατάληξη «-mek», της Τουρκικής γλώσσας, που, όπως και αλλού έχει αναφερθεί, παραπέμπει στο ρήμα «make» (= κάνω, πράττω, ποιώ) της Αγγλικής γλώσσας.
Πέραν αυτού, με βάση το θέμα «düşün-» σχηματίζονται και πάρα πολλές άλλες Τουρκικές λέξεις, τις οποίες επίσης θεωρώ λέξεις «δάνεια», όπως για παράδειγμα: «düşün» (= σκέψη), «düşünce» ( = σκέψη, γνώμη, ιδέα, στοχασμός, ανησυχία, άποψη, προβληματισμός), «düşün–celli» (= σκεπτικός, συλλογισμένος), «düşüncelilik» (= στοχαστικότητα, διακριτικότητα), «düşüncesiz» (= ελαφρόμυαλος, απερίσκεπτος, αστόχαστος, ασυλλόγιστος, άφρων), «düşüncesizlik» (= ακρισία, ελαφρομυαλιά, απερισκεψία), «düşündeş» (= ομοϊδέτης), «düşündürmek» (= προβληματίζω, βάζω σε σκέψεις, ανησυχώ), düşündürücü» (= ανησυχητικός, προβληματικός), «düşünme» (= διαλογισμός, διανόηση, προβληματισμός, στοχασμός), «düşünsel» (= στοχαστικός, διανοητικός, ιδεατός), «düşünülmek» (= εξετάζομαι), «düşünür» (= στοχαστής, διανοητής), «düşünürluk» (= στοχασμός), «düşünüs» (= σκέψη).[34]
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: Το εν λόγω ρήμα, της Μυσhιώτικης γλώσσας, υπάρχει σε πολλά χωριά της Καππαδοκίας, στον Πόντο και στην Κρήτη, με πολύ μικρές έως καθόλου διαφορές, ως προς την προφορά του, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις θεωρείται ως λέξη Τουρκική. Πιο συγκεκριμένα:
(α). Στην Αξό, αναφέρεται ως «düσhüνdúζω» (= σκέφτομαι), καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «düşünmek».[35]
(β). Στο Αραβανί, αναφέρεται ως «düσhüνdúζω» (= σκέφτομαι), καθώς και ότι προέρχεται από το Τουρκικό «dӧşeme». Επίσης αναφέρεται και η εξής σχετική παροιμία: «σόν το dιλκίς μη düσhüνdüεις» = σαν την αλεπού μη σκέφτεσαι.[36]
(γ). Στο Ουλάγατς, αναφέρεται ως «düσüνdοῦ» (= σκέπτομαι), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «düşünmek».[37]
(δ). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως «düσüνdάγω» (= θεωρώ), καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «düşünmek»,[38] ενώ από άλλον συγγραφέα, αναφέρεται ως «τουσhουνdάω», ως «τουσhουντίζω» και ως «düσhüντίζω» (= σκέπτομαι), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «düşünmek».[39]
(ε). Στον Πόντο, (στην Οινόη), αναφέρεται ως «τουσhουνεύκομαι» (= σκέπτομαι, συλλογίζομαι), καθώς και ότι προκύπτει από το Τουρκικό «düşünmek».[40]
(στ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται ως «ντιουσιουντίζου» (= συλλογίζομαι, κάνω συλλογισμούς, φέρνω στην μνήμη μου κάτι, θυμάμαι), καθώς και ότι προέρχεται από το Τουρκικό ρήμα «dusunmak» = σκέπτομαι.[41]
(ζ). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται ως «ντουσιουντίζου» (= σκέφτομαι), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dusunmek».[42]
(η). Στην κεντροανατολική Κρήτη, αναφέρεται ως «dουχιουdίζω», ενώ στην δυτική Κρήτη, ως «dουσουdίζω» = σκέπτομαι, συλλογίζομαι.[43]
(θ). Στην Κρητική διάλεκτο, αναφέρονται τα ρήματα, «ντουσουντίζω» (= τρελαίνω), «ντουχιουγιάζω» (= απογοητεύω) και «ντουχιουντίζω» = σκέπτομαι.[44]
(ι). Στο Δυτικοκρητικό γλωσσικό ιδίωμα, αναφέρεται ως «ντουσουντίζομαι ή ντουσουντίζω και ντουσουντώ» (= διαλογίζομαι, σκέφτομαι), καθώς και ότι προκύπτει από τον αόριστο «düşündüm», του Τουρκικού ρήματος «düşünmek».[45]
(ια). Στο άρθρο, με τίτλο «Η ελληνική διάλεκτος της Καππαδοκίας Μικράς Ασίας», που δημοσιεύθηκε την 15-4-2024, στο ΠΑΡΑΘΥΡΟ, ο ομότιμος καθηγητής Αρχαίας και Μικρασιατικής Ελληνικής Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου της Γάνδης, κ. Mark Janse, θεωρεί ότι, το εν λόγω ρήμα της γλώσσας μας, το οποίο γράφει ως «ντüσüν-ντίζω», είναι δάνειο από το τουρκικό «düşün–mek».[46]
Σημειωτέον ότι το σύμφωνο «σ», της υπόψη λέξης του καθηγητού, έχει κι’ ένα πολύ μικρό «ν», επάνω του, που ισοδυναμεί ηχητικά με τον φθόγγο «σh». Πρόκειται για το σύνηθες σύμβολο, το οποίο χρησιμοποιούν σχεδόν όλοι οι μέχρι τώρα συγγραφείς, για να αποδώσουν τον φθόγγο «σh» δασύ (παχύ), της Μυσhιώτικης γλώσσας.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 199: Βλέπε την λ. «düşünmek».
[2] Το φωνήεν «u», στην Μυσhιώτικη γλώσσα, προφέρεται ως «ου» κλειστό και κοφτό, όπως και το Γαλλικό φωνήεν «u».
[3] Το «duσhιουνdώ» μπορεί να γράφεται επίσης και ως «duσhuνdώ».
[4] Λαβδάς Γ., 2025, 145: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 4 λέξη.
[5] Το «duσhιουνμούσh’» προκύπτει από τα εξής στοιχεία: duσhιουν- + με (μ’) + ουσία.
[6] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, (Β’ έκδοση), 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.
[7] Το φωνήεν ύψιλον, «υ», στην μεν Ελληνική είναι δίχρονο, στην δε Μυσhιώτικη γλώσσα έχει συνολικά τρείς προφορές, ως εξής: 1). Ως «υ», που προφέρεται όπως και το «ι», π.χ. «λύκους» (= λύκος), 2). Ως «u» κλειστό και κοφτό, που προφέρεται όπως και το Γαλλικό αυτό φωνήεν, π.χ. «duσhμeάνους» (= ο εχθρός, ο αντίθετος, ο πολέμιος, ο εχθρικά διακείμενος, αυτός που έχει κακή διάθεση εναντίον μας), που προκύπτει από το Ομηρικό «δυσμενής» (δυσ- + μένος) = κακόν μένος (διάθεσιν) ἔχων, δυσμενής, ἐχθρός, και 3). Ως «ου», όπως π.χ. «ρούπους» (= ῥύπος). Στην πράξη το εν λόγω «u» (το ύψιλον βραχύ) συχνά αποδίδεται και με τον φθόγγο «-ιου», όταν όμως αυτός προφέρεται επίσης κλειστά και κοφτά, όπως για παράδειγμα στην λέξη «γιούφτης» (από το «γύφτος»). Άλλωστε, η αρχική προφορά του «υ» συνέπιπτε με την προφορά της διφθόγγου «ου», (του Γερμανικού «u» ή του Αγγλικού «οο»), αργότερα εκλεπτύνθη και κατέστη παρόμοια με το Γερμανικό «ü» και το Γαλλικό «u», ενώ μεταγενέστερα συνέπεσε τελικά με εκείνη του «ι», [Σταματάκος, (Λεξικό), 1972: Βλέπε την ανάλυση του γράματος «Υ, ι, ὗ ψιλόν»]. Τέλος, το φαινόμενο προφοράς του «υ», ως «ου», είναι πολύ σύνηθες στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το συναντούμε επίσης και στην δημοτική, όπου το δίχρονο φωνήεν ύψιλον, «υ», προφέρεται, είτε ως «ι», όπως π.χ. στην λέξη «λύκος», είτε ως «ου», όπως π.χ. στις λέξεις: «τύμβος > τούμπα», «τύμπανο > τούμπανο», «Γαρυφαλιά > Γαρουφαλιά», «κυτίον > κουτί», «ξυράφι > ξουράφι», «πίτυρα > πίτουρα», «τρύπα > τρούπα», «τρυπώνω > τρουπώνω», κ.λ.π.
[8] Η Οριστική Ενεστώτος κλίνεται ως εξής: Ενικός: duσhιουνdήζου, duσhιουνdήζεις, duσhιουνdήζh’, Πληθυντικός: duσhιουνdήζουμ’, duσhιουνdήζητ’ ή duσhιουνdή΄ητ’, duσhιουνdήζουν ή duσhιουνdήζh’νει.
[9] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[10] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό). 1975.
[11] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό, 1999.
[12] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις 11 συνολικά ερμηνείες της λέξης «νοῦς».
[13] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης, Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962, καθώς επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[14] Καρολίδης Π., 1886, 47.
[15] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[16] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης, Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’ αριθμ. 1, 2, 3 και 4 ερμηνείες της λ.
[17] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[18] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[19] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.
[20] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ω» σε «ου», στα βόρεια νεοελληνικά ιδιώματα, στην αρχαία Λακωνική, καθώς και στην Τσακωνική, την Σημείωση 7, στην ανάλυση του γράμματος «Ω, ω, ὦ μέγα ή ὠμέγα».
[21] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «α» σε «η» στην Ιωνική διάλεκτο, την Σημείωση 1, στην ανάλυση – αλλοιώσεις, του γράμματος «Α, α, ἄλφα», της αλφαβήτου.
[22] Στην τελευταία παραπάνω περίπτωση, η εν λόγω ρηματική κατάληξη, θα πρέπει να γράφεται με «ι», αντί «η», με το οποίο γράφονται οι προηγούμενες δύο περιπτώσεις. Όμως, λόγω του ότι, σημασιολογικά, δεν μπορεί να αποκλειστούν οι προηγούμενες δύο εκδοχές σχηματισμού του «dήζου», θα γράφεται και η τελευταία αυτή περίπτωση, με «η», για λόγους τυποποίησης και μόνον, όσο και εάν αυτό δεν συμφωνεί απόλυτα με την ορθογραφία των εις «-ίζω», ρημάτων της αρχαίας Ελληνικής.
[23] Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 133: Βλέπε την λ. «ἀνdéζω».
[24] Ανδριώτης Π. Ν., 1948, 45: Βλέπε το παράδειγμα κλίσης μέσων ρημάτων στην Οριστική.
[25] Παπαδόπουλος Α., 1961,9Τόμ. 2ος), 83: Βλέπε την λ. «νουνίζω».
[26] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999, 174: Βλέπε την λ. «ΔΥΣ-».
[27] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, 179.
[28] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[29] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «δυσ-».
[30] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999, 174: Βλέπε την λ. «Δυσμενής».
[31] M. MONIER – WILLIAMS, (SANSKRIT ENGLISH DICTIONARY), 1997, 487: Βλ. το πρόθεμα «Dush-».
[32] Faruk Tunkay – Καρατζάς Λ., (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 198: Βλέπε την λ. «düşman».
[33] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 253: Βλέπε την παράγραφο 220.
[34] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 199: Βλέπε στην σελ. 199 όλες τις παρα-πάνω λέξεις.
[35] Μαυροχαλυβίδης – Ι. Κεσισόγλου, 1960, 137.
[36] Φωστέρης – Ι. Κεσισόγλου, 1960, 52, 86: Βλέπε την λ. «düσhüνdúζω» στην σελ. 52, καθώς και την υπ’ αριθμ. 124 παροιμία στην σελ. 86.
[37] Κεσισόγλου Ι., 1951, 112.
[38] Ανδριώτης, 1948, 79.
[39] Αναστασιάδης, 1979, 104.
[40] Παπαδόπουλος, (Λεξικό Ποντικής Διαλέκτου, Τόμ. 2ος), 1961, 403.
[41] Κοτσανίδης, 2004, 200 : Βλέπε την λ. «Συλλογίζομαι»
[42] Κοιμισόγλου, 2006, 214.
[43] Κοντοσόπουλος, 2015, 39, 52.
[44] Ροδάκης, (το Κρητικό Λαλολόγιο), 103.
[45] Ξανθινάκης, (Λεξικό), 2009, 448.
[46] Mark Janse, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 2024, (ανάκτηση 17-9-2026): Βλέπε το άρθρο, με τίτλο «Η ελληνική διάλεκτος της Καππαδοκίας Μικράς Ασίας», της 15-4-2024.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:
Ανδριώτης Π. Ν., 1948. Το Γλωσσικό Ιδίωμα των Φαράσων, Αθήνα: COLLECTION DE L’ INSTITUT FRANCAIS D’ ATHÈNES, ΜΟΥΣΙΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ, ΑΡΧΕΙΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΕΛΠΩΣ ΜΕΡΛΙΕ, Τόμος 4, ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ.
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα: Εκδόσεις Πελεκάνος.
Καρολίδης Π., 1886. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΙΝΕΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΝΗΣ ΑΡΙΑΣ ΟΜΟΦΥΛΙΑΣ, ΑΘΗΝΑΙ. Τυπογραφείον των αδελφών Πέρρη.
Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.
Κοντοσόπουλος Γ. Νικ., 2015. Η Κρητική Διάλεκτος, Αθήνα: Εκδόσεις «Βιβλιοεπιλογή», Γ. Χ. Αναστασάκης.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί: Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Λαβδάς Γ., 2025. Η Μυστή της Καππαδοκίας, η αποκατάσταση της αλήθειας, περί της ονομασίας αυτής.Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών. Λάρισα.
Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.
Λαβδάς Γ., 2026. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Β΄ (Ζ-j). Λάρισα.
Mark Janse, 2024: Η ελληνική διάλεκτος της Καππαδοκίας Μικράς Ασίας: άρθρο του Ομότιμου καθηγητού Αρχαίας και Μικρασιατικής Ελληνικής Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου της Γάνδης, κ. Mark Janse, που δημοσιεύθηκε την 15-4-2024, στην εξής ιστοσελίδα: https://parathyro.politis.com.cy/774314/article
Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι. Ι., 1960. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Αξού, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ
MONIER – WILLIAMS, 1997: «A SANSKRIT ENGLISH DICTIONARY» INDIA: First Edition Published by Oxford University Press 1899. Reprint Delhi 1997.
Ξανθινάκης, Αντ.. 2009. Λεξικό Ερμηνευτικό & Ετυμολογικό του Δυτικο-κρητικού Ιδιώματος, (Έκδοση Δ΄), Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Μ – Ω), Αθήνα: Τυπογραφείον Μυρτίδη.
Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.
Ροδάκης, Ι., Θ., Το Κρητικό Λαλολόγιο, ΟΪ ΑΛΛΗ ΑΚΑΤΕΧΙΑ (ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΑΓΝΟΙΑ).
Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.
***

