Γεώργιος Λαβδάς.-
Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφερθούμε στην ανάλυση του ανδρικού ονόματος «Πρόδρομος», όπως ακριβώς αυτό προφέρεται στην «Μυσhιώτικη διάλεκτο»,[1] με τους εξής συνολικά τύπους: «Πρόϊμους ή Πρόοιμους» ή «Μποdής» ή «Μποdόσhης ή Μποdό’ης» ή «Μποdικάς ή Μποdίκης» ή «Ποπότσης» ή «Μποζής» (= Πρόδρομος), καθώς επίσης και «Μποδοσάκης» (= Προδρομάκης), που είναι το νεότερο υποκοριστικό αυτού.
Η ανάλυση που ακολουθεί αναφέρεται επίσης και στην παράγραφο 372,του υπό ολοκλήρωση Δ΄ Τόμου της εργασίας μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη).
Επεξηγήσεις φθόγγων που χρησιμοποιούνται στο παρόν άρθρο, οι οποίοι δεν υπάρχουν στην Ελληνική:
Στο παρόν άρθρο, για την γραπτή απόδοση λέξεων της Μυσhιώτικης γλώσσας (διαλέκτου), χρησιμοποιούνται φθόγγοι, οι οποίοι δεν υπάρχουν στην σημερινή Ελληνική γλώσσα. Όλοι αυτοί οι φθόγγοι αναφέρονται αναλυτικά στο σχετικό άρθρο της 13-6-2026, της παρούσας ιστοσελίδας μας «mistikappadokias.gr», με τίτλο: «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας». Ο αναγνώστης, επισκεπτόμενος τους φθόγγους του άρθρου, μπορεί να δει, να ακούσει και να κατανοήσει την προφορά και των 18 συνολικά επιπρόσθετων φθόγγων, (πέραν των 22 γραμμάτων της Ελληνικής), μέσα από σχετικά παραδείγματα λέξων.
Στους αναφερόμενους τύπους του υπόψη ονόματος υπάρχουν μόνον οι παρακάτω φθόγγοι «d» και «σh»:
(i). Ο φθόγγος «D, d» είναι η κύρια προφορά του Ελληνικού συμφώνου δέλτα, (Δ, δ). Προφέρεται όπως ακριβώς και το Γαλλικό ή Αγγλικό σύμφωνο «D, d». Είναι φθόγγος που ηχητικά διαφέρει από τον φθόγγο «ντ» και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αντικατασταθεί από αυτόν. Πρόκειται για την αρχαία Πελασγική προφορά του συμφώνου δέλτα, «Δ. δ».[2]
(ii). Ο φθόγγος «Σh, σh» είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο σίγμα, (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα). Προφέρεται, ως «σ» δασύ (παχύ), όπως στην συλλαβή «σιού», όπως το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch», στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).
Γενικά περί του υπόψη ονόματος
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το βαφτιστικό χριστιανικό όνομα «Πρόδρομος», ουδέποτε προφέρεται όπως αυτό προφέρεται στην Ελληνική. Από την στιγμμή της βάφτισης και εφ’εξής, το όνομα αυτό τρέπεται, στην ονομαστική ενικού, σε «Πρόϊμους ή Πρόοιμους» ή «Μποdής» ή «Μποdόσhης ή Μποdό’ης» ή «Μποdικάς ή Μποdίκης» ή «Ποπότσης» ή «Μποζής».
Στις άλλες πτώσεις του ενικού και στον πληθυντικό αριθμό, κλίνεται αντίστοιχα ως εξής:
Ενικός (γενική και αιτιατική): «Πρόϊμου ή Πρόοιμου», «Μποdή», «Μποdόσh’», «Μποdικά», «Μποdίκ’», «Ποπότσ’», «Μποζή».
Ενικός (κλητική): «Πρόϊμου», «Μπὀdη», «Μπόdοσh’», «Μπόdικα», «Μπόdικ’», «Πόποτσ’», «Μπόζη».
Πληθυντικός (ονομαστική και αιτιατική): «Πρόϊμουϊα ή Πρόοιμουϊα», «Μποdήα», «Μποdόσhια», «Μποdικάϊα», «Μποdίκια», «Ποπότσια», «Μποζήα»).
Είναι ένα από τα πάρα πολύ συνηθισμένα ονόματα των Ελλήνων της περιοχής Καππαδοκίας – Λυκαονίας, της ενδοχώρας του Πόντου, όπου υπάρχει ως «Ποτόσης» ή ως «Ποτός», ακόμη και της Πισιδίας, όπου αναφέρεται ως «Bodoz». Σε πολλές περιπτώσεις, το όνομα αυτό συνεχίζει μέχρι και σήμερα, στους απογόνους των προσφύγων από τις περιοχές αυτές.
Για παράδειγμα, από την Αξό της Καππαδοκίας καταγόταν ο «Κέλογλαν[3] Πρόjμος» (= ο Πρόδρομος το Φτωχόπαιδο), που μετά τον ξεριζωμό, εγκαταστάθηκε, με την τριμελή οικογένειά του, στα Φαραγγιανά της περιφέρειας Μονοφατσίου Ηρακλείου Κρήτης, με το νέο του Ελληνικό επίθετο «Παπαδόπουλος Πρόδρομος».[4]
Στο Αραβανί της Καππαδοκίας, το εν λόγω όνομα αναφέρεται ως «Μποdόσhης» (= Πρόδρομος),[5] στην δε Σύλλη (Σίλλη) της Λυκαονίας, ως «bοdé» και ως «bοdός» (= ὁ Πρόδρομος).[6]
Από τα Φάρασα, έλκει την καταγωγή του, ο σημερινός κάτοικος της Κόνιτσας, «Μποdόσhης», του οποίου το ονοματεπώνυμο είναι «Κορτσινόγλου Πρόδρομος».[7]
Στο Νέο Αγιονέρι του Κιλκίς, όπου εγκαταστάθηκε μεγαλύτερος αριθμός «Μυσhτηλήδων», απ’ ό,τι στο Θωμαή (σημερινή Μάνδρα) της Λάρισας, υπήρχαν πολλοί περισσότεροι άνδρες, με τους διάφορους τύπους του εν λόγω ονόματος. Όπως για παράδειγμα οι εξής: «γαρά-Πρόϊμους ή Μποdόσhης» (= Σεφερίδης Πρόδρομος), «Γαρeάβeαλη Μποdής» (= Καραβελίδης Πρόδρομος), «Γκιeαμούσh’ Μποdής» (= Τσαμτσίδης Πρόδρομος), «Ουζούνογλαν Μποdής» (= Ουζουνίδης Πρόδρομος) και πολλοί άλλοι.
Στην Κόνιτσα Ιωαννίνων, όπου εγκαταστάθηκε επίσης ένας μικρός αριθμός Μυσhτηλήδων, υπάρχει το εν λόγω όνομα, όπως για παράδειγμα: ο «Κυρτζόγλου Μποdής» (= Κυρτζόγλου Πρόδρομος), του οποίου μάλιστα οι απόγονοι είναι γνωστοί σήμερα ως «Mποdή Μαρία» (= Μαρία, η κόρη του «Μποdή», δηλαδή του Κυρτζόγλου Πρόδρομου), «Μποdή Ελίας» (= Ηλίας, ο γιός του «Μποdή», δηλαδή του Κυρτζόγλου Πρόδρομου), κ.λ.π.
Στον Βόλο, ο «Χριστοφορίδης Πρόδρομος», με προσφυγική καταγωγή από την Καρβάλη, ήταν γνωστός ως ο «Μποdόσhης Χριστοφορίδης».
Τέλος, υποκοριστικό του «Μποdόσhης», σε νεότερη όμως δημοτική έκδοση, είναι το «Μποδοσάκης», το όνομα του πασίγνωστου αείμνηστου πρόσφυγα Μικρασιάτη «Πρόδρομου Αθανασιάδη – Μποδοσάκη», που δημιούργησε και λειτούργησε, σε δύσκολες εποχές, το μεγαλύτερο βιομηχανικό συγκρότημα στην Ελλάδα.[19]
Το όνομα «Πρόδρομος» στην Μάνδρα (πρώην Θωμαή) της Λάρισας.
Στην Μάνδρα της Λάρισας, το εν λόγω όνομα υπήρχε, μέχρι πρότινος, με όλους τους τύπους αυτού, πλην το «Μποdόσhης», που υπήρχε στην γειτονική μας «Γώνιτσα» (= Γούνιτσα, Αμυγδαλέα Λάρισας). Σήμερα, ακούγεται περισσότερο το «Πρόδρομος», ενώ από εμάς τους παλαιότερους χρησιμοποιούνται μόνον οι τύποι «Πρόϊμους ή Πρόοιμους», «Μποdίκης» και «Μποζής», για τους λίγους εναπομείναντες, με το υπόψη όνομα.
Για παράδειγμα, αναφέρω τα ακόλουθα είκοσι μόνον ονόματα της Μάνδρας, που σημαίνουν «Πρόδρομος», με αλφαβητική σειρά και όπως ακριβώς οι ονομαζόμενοι ήσαν ή είναι γνωστοί, στους κατοίκους του χωριού μας. Όλα τα ονόματα είναι σε πτώση ονομαστική ενικού, δεξιά του οποίου αναφέρεται και το έτος γέννησης αυτών, για αποφυγή σύγχυσης. Από αυτούς, αυτονόητο είναι ότι οι πριν το 1924 ήταν γεννημένοι στην Μυσhτή. Όσοι γεννήθηκαν κατά τα έτη 1924 – 1927, στα δημοτολόγια φαίνονται ως γεννημένοι στο Θωμαή (Μάνδρα). Είναι τα έτη κατά την διαδρομή των μαύρων προσφυγικών χρόνων, καθώς επίσης και κατά την προσωρινή εγκατάστασή τους στην Μαζαρακιά Θεσπρωτίας, όπου έμειναν επί μία 2ετία. Από την ίδρυση του Θωμαή (Μάνδρα) και εφ’ εξής όλοι οι κάτοικοι είναι εγγεγραμμένοι στα δημοτολόγια του χωριού ή και του εκάστοτε Δήμου, όπου ανήκει:[8]
(i). -«Αρζουμάν’ Μποdής, 1915» (= Αρζουμανίδης Πρόδρομος).
(ii). -«Αρζουμάν’ Μποdίκης, 1937» (= Αρζουμανίδης Πρόδρομος).
iii). -«Γιeολμπασhή Μποdίκης, 1934» (= Ελμπασίδης Πρόδρομος).
iv). -«Γομάρα Πρόϊμους, 1923» (= Κελεσίδης Πρόδρομος).[9]
(v). -«Κhιeάλτζια Μποdίκης, 1942» (= Κελτσίδης Πρόδρομος).
(vi). -«Κhιeα(ν)γκιeαρίνας Μποdίκης, 1930» (= Λαβδάς Πρόδομος).[10]
(vii). -«Κουκούλα’ Μποdίκης, 1932» (= της Κουκούλας ο Πρόδρομος).[11]
(viii). -«Λαβdά Μποdίκης, 1925» (= Πρόδρομος Λαβδάς).[12]
(ix). -«Μeαμηλή Πρόϊμους, 1911» (= Μακρίδης Πρόδρομος).[13]
(x). -«Παγουμένου Πρόϊμους, 1949» (= Παπαδόπουλος Πρόδρομος).
(xi). -«Ποπότσhης, 1916» (= Πρόδρομος Νατσαρίδης).[14]
(xii). -«Σκιeανdeάρ’ Πρόϊμους» (= Σκεντερίδης Πρόδομος).[15]
(xiii). -«Σuμπúλ’ Μποdής, 1918» (= Ζουμπουλίδης Πρόδρομος).
(xiv). -«Σuσμeάν’ Μποζής, 1947» (= Σουσμανίδης Πρόδρομος).
(xv). -«Thουρσούν Μποdίκης, 1947» (= Τουρσουσίδης Πρόδρομος).
(xvi). -«Τhουρσούν Πρόϊμους, 1925» (= Τουρσουνίδης Πρόδρομος).
(xvii). -«Τρίβηνdη Πρόϊμους, 1902» (= Τριβεντίδης Πρόδρομος).[16]
(xviii). -«Τσhυνί Πρόϊμους, 1902» (= Τσινίδης Πρόδρομος).[17]
(xix). -«Τhuφeάν Πρόϊμους, 1907» (= Γρηγοριάδης Πρόδρομος).[18]
(xx). -«Χάριζμα Πρόϊμους, 1920» (= Χαρισμανίδης Πρόδρομος).
Στο παρακάτω «video», ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει τα παραπάνω 20 ονόματα της Μάνδρας, που σημαίνουν Πρόδρομος, στην Μυσhιώτικη γλώσσα μας, με την ίδια σειρά, δίχως όμως το έτος γέννησης και την ερμηνεία αυτών:
#
Παρακάτω αναφέρονται έξι παράγραφοι με φράσεις, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, με τους τύπους του εν λόγω ονόματος και με την σημασία αυτών «Πρόδρομος». Στο τέλος της κάθε μιάς από αυτές, υπάρχει σχετικό «video», όπου ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την φράση στην Μυσhιώτικη γλώσσα, δίχως όμως την μετάφραση αυτής:
(i).-«Σκιeανdeάρ’ Πρόϊμους καχόdουν σ’τ’εμeάρ’ dού μαχαλά. Γεννήχην σ’ού Μυσhτή σ’ά 1906. Dου βαβά τ’ λέϊσhκαν dου Απόστηλη τσhι dού μάννα τ’, Dέ’ποινα. Σ’ά 1924, ηττό Πρόϊμους τσhειό’ουν dέκα οχτώ χρονού. Τσhιαού σ’ού Τhουμαή, παντρεύτην dού Μακρίνα, Τhουρσούν’ Γιώρ’ κόρ’. Τσhι’εκείνου γεννήχην ηdουν, ζ’ Μυσhτή, σ’ά 1908. Ποίκαν τέσσ’ρα ‘φσhιάχα. Dού Τhόγωρη, dού Λεωνίdα, που dου λέϊσhκαμ’ τσhι Γουργόρ’, dου Συμ(ν)ιών, που χά’ην ηdουν μικρό, (dώ’εκα χρονού), τσhι dού Dέσπου».
Μετάφραση
«Ο Σκεντερίδης Πρόδρομος καθόταν στην δική μας γειτονιά. Γεννήθηκε στην Μυσhτή στα 1906. Τον πατέρα του τον έλεγαν Απόστολο και την μάννα του Δέσποινα. Στα 1924, ο Πρόδρομος ήταν δέκα οχτώ χρονών. Εδώ στην Θωμαή (σημερινή Μάνδρα), παντρεύτηκε την Μακρίνα, την κόρη του Τουρσουνίδη Γεωργίου. Κι’εκείνη είχε γεννηθεί στην Μυσhτή, στα 1908. Έκαναν τέσσερα παιδιά. Τον Θεόδωρο, τον Λεωνίδα, που τον λέγαμε και Γρηγόρη, τον Συμεών, που είχε πεθάνει μικρός, (δώδεκα χρονών) και την Δέσποινα».
#
(ii). -«Αρζουμάν’ Μποdής καχό’ουν σ’ Αρζουμάν’ dού μαχαλά. Τσhειό’ουν γεννημένου σ’ού Μυσhτή, σ’ά 1915. Βαβά είχh-ει dού Σταυρή τσhι μάννα dού Μαρίνα. ‘Τούν γέννην ‘κουσhιένα χρονού, παντρεύτην dου Τσhετσhή, Παπαλά’ρ’ Γιωβάνν’ κόρ’. Σ’ά 1939, ποίκαν ένα παι’ί, dού Βάσο. Σ’ά 1941, Τσhετσhής χά’ην, τσhι Μποdής ‘πόμην χήρους. ‘Τούν πέρνασαν djυό χρόνουϊα, Μποdής παντρεύτην πάλ’. ‘Ναίκα πήρην dού Dέποικα, Τheακιeά Αχανάσh’ κόρ’, τσh’ηττό γεννημένου ζ΄Μυσhτή, σ’ά 1921. Ποίκαν τέσσ’ρα ‘φσhιάχα. Dού Σταυρή, dού Βούλα, dού Μαγdέλ’ τσhι’ ού Κωστάκ(η)».
Μετάφραση
«Ο Αρζουμανίδης Πρόδρομος καθόταν, στων Αρζουμανιδαίων την γειτονιά. Ήταν γεννημένος στην Μυσhτή, στα 1915. Πατέρα είχε τον Σταύρο και μάννα την Μαρίνα. Εικοσι ενός ετών όταν έγινε, παντρεύτηκε την Κυριακή, κόρη του Παπαδόπουλου Ιωάννη. Στα 1939 έκαναν ένα γιό, τον Βάσο (= Βασίλη). Στα 1941, η Κυριακή πέθανε και ο Πρόδρομος απέμεινε χήρος. Όταν πέρασαν δύο χρόνια, ο Πρόδρομος παντρεύτηκε πάλι. Γυναίκα πήρε την Δέσποινα, κόρη του Τεκέδη Αθανασίου, και αυτή γεννημένη στην Μυσhτή, στα 1921. Έκαναν τέσσερα παιδιά. Τον Σταύρο, την Παρασκευούλα, την Μαγδαληνή και τον Κωστάκη».
#
(iii). -«Σuμπúλ’ Μποdής καχόdουν, απ’εμάς απ’κάτ’, απ΄dημόσιο στράdα κάτ’ ωρτα. Γεννήχην σ’ού Μυσhτή σ’ά 1918. Βαβά τ’ τσhειό’ουν Κυρ-jιάκους τσhι μάννα τ’ Τσhετσhής. Σ’ά 1939 παντρεύτην dού Τσhετσhή, Τheανικιeατζή Ανέσhτ’ κόρ’. Ποίκαν πένdη ‘φσhιά’α. Σ’ά 1940 γεννήχην Νίκος, (λέϊσhκαμ’ dου Ζeακhιeάρ’). Σ’ά 1942 γεννήχην Κατέρης, σ’ά 1945 Σταυρής, σ’ά 1946 Ανέσhτης τσhι σ’ά 1949 Λάμπρος».
Μετάφραση
«ο Ζουμπουλίδης Πρόδρομος καθόταν, από κάτω από εμάς, από τον δημόσιο δρόμο προς την κάτω μεριά. Γεννήθηκε στην Μυσhτή στα 1918. Πατέρας του ήταν ο Κυριάκος και μάννα του η Κυριακούλα. Στα 1939 παντρεύτηκε την Κυριακή, κόρη του Τσινίδη Ανέστη. Έκαναν πέντε παιδιά. Στα 1940 γεννήθηκε ο Νίκος, (τον λέγαμε «Ζeακhιeάρ’»). Στα 1942 γεννήθηκε η Αικατερίνη, στα 1945 ο Σταύρος, στα 1946 ο Ανέστης και στα 1949 ο Χαράλαμπος».
#
(iv). -«σ’ Αρζουμάν’ dού σόϊ, είχαν τσhι’ένα άλλου Πρόϊμου, λέϊσhκαμ’ dου Μποdίκ’, γεννήχην ηdουν, σ’ά 1937. Βα’ά τ’ τσhειό’ουν Dηρμήτης, τσhι μάννα τ’, Αγνή, Τheακιeά Γιωβάνν’ κόρ’, dά djυό τ’νη γεννημένα σ’ού Μυσhτή, σ’ά 1906.
Μετάφραση
«Στου Αρζουμάν’ το σόϊ, είχαν κι’έναν ἀλλον Πρόδρομο, (που) τον λέγαμε «Μποdίκ’», είχε γεννηθεί στα 1937. Πατέρας του ήταν ο Αρζουμανίδης Δημήτριος, και μάννα του η Αγνή, κόρη του Τεκέδη Ιωάννη, οι δυό τους γεννημένοι στην Μυσhτή, στα 1906.
#
(v). -«Σ’ού χωρ-jιό μας, έχουμ’ μόνου ένα, μη d’όνουμα Μποζής. ‘Τούν dου μ’άφ’σαν, ξέ’αλαν doυ Πρόϊμου. Κανείς dέν dου λέει Πρόϊμου, ούλα μας λέμ’ dου Μποζή. Γεννήχην τσhαού σ’ού Τhουμαή, σ’ά 1947. Βαβά τ’ τσhειό’ουν Σuσμeάν’ Μινίκα Γιωρικάς τσhι μάννα τ’, ’Μορφ-jιά. Είχh-ην τσhι djυό α’έλφ-jια, πjιό μεγάλα απ’ηττό, dού Γιορdάν τσhι ‘ού Τσhερεκά.
Μετάφραση
«Στο χωριό μας, έχουμε μόνον έναν με τ’όνομα «Μποζής». Ὀταν τον βάφτισαν, τον έβγαλαν Πρόδρομο. Κανείς δεν τον λέει Πρόδρομο, όλοι μας τον λέμε «Μποζή». Γενήθηκε εδώ στο Θωμαή (σημερινή Μάνδρα), στα 1947. Πατέρας του ήταν ο Σουσμανίδης Μικρόσωμος Γιώργος και μάννα του η Ευμορφία. Είχε δυό αδέλφια, πιο μεγάλα από αυτόν, τον Ιορδάνη και τον Κυριάκο.
#
(vi). -«Σ’ού χωρ-jιό μας, τσhειό’ουν τσhι Ποπότσhης. Ηττό, ‘τούν dου μάφ’τσιαν, ξέ’αλαν dου Πρόϊμου γιά, σέ(ν)γκρα ούλουν dού χωρ-jιό λέϊσhκην dου Ποπότσh’. Ποπότσhης τσhειό’ουν απ’ Νατσhάρ’ dού σόϊ. Πολλά απ’ηττό dού σόϊ έκατσαν σ’ού Βόλος ηdουν. Γεννήχην σ’ού Μυσhτή, σ’ά 1916. Παντρεύτην, τσhαού σ’ού Τhουμαή, dού Πακέ, τhοπάλ’ – Ευ’τάτ’ κόρ’. Ποίκαν τέσσ’ρα παι’ιά. Dού Νίκο, dου Κυρ-jιάκο, dού Τσhημητό τσhι ‘ού Γιώργο».
Μετάφραση
«Στο χωριό μας, υπήρχε και ο Ποπότσhης. Αυτόν, όταν τον βάφτισαν, τον έβγαλαν Πρόδρομο βεβαίως, (όμως) αργότερα όλο το χωριό τον έλεγε Ποπότσh’. Ο Ποπότσhης ήταν από το σόϊ των Νατσhάρ’, (των Νατσαριδαίων). Πολλοί από αυτό το σόϊ είχαν εγκατασταθεί στον Βόλο. Γεννήθηκε στην Μυσhτή, στα 1916. Παντρεύτηκε εδώ στην Θωμαή (σημερινή Μάνδρα), την Παρασκευή, κόρη του κουτσού – Ευσταθίου (του Τσινίδη Ευσταθίου). Έκαναν τέσσερεις γιούς. Τον Νίκο, τον Κυριάκο, τον Δημήτρη και τον Γιώργο».
#
Βασικά πληροφοριακά στοιχεία για τον τρόπο προφοράς του βαφτιστικού ονόματος
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, μέχρι σχεδόν και σήμερα, γενικά τα βαφτιστικά ονόματα, ανδρικά και γυναικεία, δεν προφέρονται όπως αυτά προφέρονται στην Ελληνική. Το κάθε όνομα έχει την δική του ιδιαίτερη Μυσhιώτικη προφορά, για τους εξής συνήθως λόγους:
(α). Λόγω της διαφορετικής προφοράς των γραμμάτων του ονόματος, που αυτό έχει στην Ελληνική, όπως για παράδειγμα: «Άντhιμους»(= Άνθιμος), «Αχανάσhης ή Αχανά’ης» (= Θανάσης), «Γιονύσης ή Γιονύ’ης» (= Διονύσης), «Ελίας» (= Ηλίας), «Ελένα» (= Ελένη), «Ευτύμης ή ‘Φτύμης» (= Ευθύμιος), «Τhόγωρης ή Τhό’ωρης» (= Θοδωρής), «Τhουμάς» (= Θωμάς», «Πανdελές» (= Παντελής), «Παρτhένης» (= Παρθένης), «Τσhύριλλης» (= Κύριλλος), «Σαβασhτή ή Σατσhής» (= Σεβαστή), «Χεοdόσhης ή Χιο’οdό’ης» (= Θεοδόσης), «Χιοχάνης» (= Θεοφάνης), κ.λ.π.
(β). Λόγω αλλαγής ενός ή περισσοτέρων γραμμάτων του ονόματος ή της θέσης αυτών, όπως για παράδειγμα: «Γουργόρης, ενίοτε Ληγόρης» (= Γρηγόρης), «Dηρμήτης, σπάνια και Τσhημητός» (= Δημήτρης, Τζίμης),[20] «Dευτέρης» (= Λευτέρης), «Dευτέρνα» (= Ελευθερία), «Στρατσhές» (= Στράτος), κ.λ.π.
(γ). Λόγω προφοράς του πνεύματος (δασεία, ψιλή), που είχε το όνομα με το πολυτονικό σύστημα γραφής, όπως για παράδειγμα: «Γεσήφης» (= Ἰωσήφ), «Γιορdάνης» (= Ἰορδάνης), «Γιωβάννης, ενίοτε και Γιωβαννικάς» (= Ἰωάννης), «Γιωνάς» (= Ἰωνᾶς), «Γιακώβης» (= Ἰακώβ), «Νιγνάτης» (= Ἰγνάτιος), κ.λ.π.
(δ). Λόγω αλλαγής (ή διαφορετικής προφοράς) του φωνήεντος της κατάληξης ή και του τονισμού του ονόματος, όπως για παράδειγμα: «Απόστηλης» (= Αποστόλης), «Κυρ-jιάκους» (= Κυριάκος), «Λάζαρης» (= Λάζαρος), «Παύλης» (= Παύλος), «Πέτρης» (= Πέτρος), «Σταυρής» (= Σταύρος), «Στέφανης» (= Στέφανος), «Χρήστης» (= Χρήστος), κ.λ.π.
(ε). Λόγω αποβολής κάποιου γράμματος του αρχικού ονόματος, όπως, για παράδειγμα: «Αναστά’ης» (= Αναστάσης), «Γιώρ’ης» (= Γιώργης, Γιώργος), «Ευ’τάτης» (= Εὐστάθιος), «Ερεμίας» (= Ἰερεμίας), κ.λ.π.
(στ). Λόγω τροποποίησης και προσαρμογής του ονόματος, στα δεδομένα της της μνήμης και των κανόνων της Μυσhιώτικης γλώσσας, ιδιαιτέρως δε όταν αυτό προέρχεται από την Παλαιά Διαθήκη, οπότε με την προσθήκη σχετικής κατάληξης ελληνοποιείται πλήρως το όνομα, όπως για παράδειγμα: «Αβουργάμης ή Αβeργάμης» (= Αβραάμ), «Βeατσής» (= Ἰωακείμ), «Γαρeαλeάμης» (= Χαράλαμπος), «Γεσήφης» (= Ἰωσήφ), «Ερεμίας» (= Ἰερεμίας), «Ελτσάης ή Ελτσάητ’ ή Ελσάφης ή Λισάβης» (= Ἐλισάβετ), «Κωσταΐνης ή Κώστης» (= Κωνσταντίνος, Κώστας), «Μεργκιούλης» (= Μερκούριος), «Μουχάλης ή Μουχαΐλης» (= Μιχαήλ, Μιχάλης), «Παρασκένα ή Πακές ή Πατσhές ή Πακούλα» (= Παρασκευή), «Σhυμωχός» (= Συμεών), «Τσhερεκάς» (= Κυριάκος), «Τσhετσής» (= Κυριακή), «Χούτος» (= Χρυσόστομος), κ.λ.π.
(ζ). Λόγω προσαρμογής του ονόματος στο αντίστοιχο αρχαίο Ελληνικό, όπως αυτό διατηρήθηκε στην μνήμη της γλώσσας. Πρόκειται για περίπτωση που αποτελεί προέκταση της αμέσως προηγούμενης. Για παράδειγμα, τα ακόλουθα ονόματα, της Μυσhιώτικης γλώσσας, στην ονομαστική ενικού:
-«Ελένα» (= Ελένη), που παραπέμπει, τόσον στην ωραία Ελένη της Σπάρτης, της οποίας το όνομα στην Δωρική διάλεκτο, (όπως ενθυμούμαι από τα γυμνασιακά μου χρόνια), είναι «Ἑλένα», που σύμφωνα με τον Ησύχιο σημαίνει «λαμπάς».[21] Παραπέμπει επίσης και στο ανδρικό όνομα της Τροίας «Ἕλενος», που ήταν γιός του Πριάμου, περίφημος μάντις και ένας από τους ανδρειότερους ήρωες της Τροίας.[22]
-«Παράσhης ή Παρά’ης» (= Παρασκευάς), που παραπέμπει στο αρχαίο Ελληνικό όνομα «Παρράσιος» (= 1. Επίθετο του Απόλλωνος, εν Αρκαδία, 2. Υιός του Λυκάονος, κτίστης της Παρρασίας, που ήταν Ομηρική πόλις της Αρκαδίας, 3. Ένας εκ των περιφημοτάτων ζωγράφων της αρχαιότητος, υιός του Ευήνορος.[23]
-«Μποdής» (= Πρόδρομος), που παραπέμπει στο Ομηρικό όνομα «Ποδῆς», που ήταν ηρωϊκός μαχητής της Τροίας, όπως θα δούμε αναλυτικά, πιο κάτω.
-«Σωτήρα» (= Σωτηρία). Ως «Σωτήρα» αποκαλούσαν, στην προχριστιανική περίοδο, τον θεό Δία, οι Μεγαλοπολίτες, οι Μεσσήνιοι, οι Μαντινείς, οι Επιδαύριοι, οι Αθηναίοι, και αλλού, όπου είχαν ιερά και αγάλματα αυτού. Για την ονομασία συνήργησαν διάφορα αίτια, όπως απαλλαγή από εχθρούς, από ασθένειες, κ.λ.π.[24] Πέραν αυτού, το όνομα «Σωτήρα» της Μυσhτής, εκτός από τον «Σωτήρα» Ιησού Χριστό, της σημερινής χριστιανικής μας θρησκείας, παραπέμπει επίσης και στις εξής θεότητες, της προηγούμενής μας θρησκείας: α). στην «Σώτειρα» (= ἡ Ἀθηνᾶ παρά τοῖς Ἕλλησιν),[25] β). -«Σώτειρα» ονόμαζαν την Περσεφόνη, στην Λακωνία και στην Αρκαδία,[26] γ). -«Σώτειρα» αποκαλούσαν την «Ῥέα». Ήταν ένα από τα 53 επίθετά της, μεταξύ των οποίων και το επίθετο «Θεητόκος»,[27] ως μητέρα θεών, διότι όπως γνωρίζουμε η Ρέα ήταν κόρη του Ουρανού και της Γής, ήταν γυναίκα του Κρόνου και μητέρα των θεών Πλούτωνα, Ποσειδώνα και Δία. Λατρευόταν με το όνομα της μεγάλης Μητρός και ταυτίζεται με την Κυβέλη της Φρυγίας,[28] που συχνά αναφέρεται και ως «Μα Ρέα». δ). -«Σώτειρα», χαρακτήριζαν σε ύμνο την «Προθυραία»,[29] που απευθυνόταν στις θεές Εκάτη, Αρτέμιδα και Ειλείθυια.
Ετυμολόγηση
Σημασιολογικά, όλοι οι παραπάνω τύποι του εν λόγω ονόματος σημαίνουν «Πρόδρομος», τα δε υποκοριστικά αυτού έχουν την σημασία του «Προδρομάκης». Η γενική ερμηνεία του ονόματος «Πρόδρομος», στην Ελληνική, είναι: 1). ο σπεύδων, ο τρέχων πρό τινος άλλου, ο προπορευόμενος, ο ανιχνευτής, ο έφιππος στο στρατό, (Αθηναϊκό ή Μακεδονικό), ο προηγούμενος κάποιου του οποίου η εμφάνιση προαγγέλλει την εμφάνιση κάποιου άλλου, ο προπαρασκευάζων την δράσιν άλλου τινός, 2). επίθετο του Ιωάννου του Βαπτιστού ως προπαρασκευάσαντος το έργον του Ιησού Χριστού, ο πρώϊμος, κ.λ.π.[30]
Ετυμολογικά, οι παραπάνω δέκα συνολικά τύποι του εν λόγω ονόματος σχηματίζονται, αντίστοιχα, ως εξής:
(1). Ο τύπος του ονόματος «Πρόϊμους»
Σχηματίζεται από το «πρόϊμος», που είναι ο Ιωνικός τύπος της λέξης «πρώϊμος» (= ὁ πρό τοῦ πρέποντος χρόνου ἐκδηλούμενος, ὁ πρόωρος),[31] ως εξής: πρόϊμος > πρόϊμους, λόγω τροπής του άτονου «ο» της κατάληξης σε «ου», που είναι γλωσσικός κανόνας της Ελληνικής,[32] καθώς επίσης και σημαντικός κανόνας και της Μυσhιώτικη γλώσσας.[33]
(2). Ο τύπος του ονόματος «Πρόοιμους»
Είναι σύνθετη λέξη, σχηματιζόμενη από την πρόθεση «πρό», καθώς και από την λέξη «οἶμος» (= δρόμος, οδός),[34] ως εξής: πρό + οἶμος > πρόοιμος, και > πρόοιμους, λόγω τροπής του άτονου «ο» της κατάληξης σε «ου», όπως και στον σχηματισμό του προηγούμενου τύπου.
(3). Ο τύπος του ονόματος «Μποdής»
Προκύπτει από το Ομηρικό ανδρικό όνομα, ο «Ποδῆς, -οῦ» (= υἰός τοῦ Ἠετίωνος,[35] εἷς τῶν ἐπισήμων και γενναίων Τρώων, φίλος τοῦ Ἕκτορος, φονευθείς ὑπό του Μενελάου).[36]
Το όνομα «Ποδῆς», που προκύπτει κατά συναίρεση από το «Ποδέας»,[37] αναφέρεται στην Ιλιάδα, στους εξής στίχους (Ρ/575 – 577): «ἔσκε δ’ἐνί Τρώεσσι Ποδῆς, υἱός Ἠετίωνος ἀφνειός τ’ ἀγαθός τε˙ μάλιστα δέ μιν τίεν Ἕκτωρ δήμου, ἐπεί οἱ ἐταῖρος ἔην φίλος εἰλαπιναστής˙» (= καί ἦταν στούς Τρῶες ἕνας Ποδῆς, γιός τοῦ Ἠετίωνος, πλούσιος καί γενναῖος˙ ὁ Ἕκτωρ περισσότερο ἀπό ὅλους τόν τιμοῦσε στόν δῆμο, ἐπειδή τοῦ ἦταν ἑταῖρος καί φίλος ὁμοτράπεζος).[38]
Σημειωτέον, ότι η ακριβής σημασία του «Ποδῆς» δεν μας είναι γνωστή. Όμως, ο ασυναίρετος τύπος αυτού, που είναι «Ποδέας», μας φανερώνει πολύ καθαρά ότι, ετυμολογικά, προκύπτει από το ουσιαστικό ο «ποῦς, γεν. του ποδός», το οποίο μεταξύ άλλων σημαίνει επίσης και το «ὄργανον δι’οὗ τις τρέχει», όπως επίσης και το «ὄργανον δι’ οὗ ἀπλῶς πορεύεται τις, βαδίζει».[39] Όμως, αυτός που «τρέχει» με τα πόδια, είναι «ο σπεύδων», (πιθανόν δε και ο «προπορευόμενος»), είναι ένας «Πρόδρομος», σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία αυτού, που προαναφέρθηκε.
Πέραν τούτου, η κατάληξη «-έας», του «Ποδέας > Ποδῆς», ουσιαστικά μας φανερώνει το όργανο, που εδώ είναι ο «ποῦς» (= το πόδι), στο οποίο οφείλεται η ξεχωριστή ιδιότητα που προφανώς είχε ο «Ποδῆς», ως μαχητής και ξεχωριστός φίλος του Ἐκτορος. Η ιδιότητα που έχει κανείς βασιζόμενος στα πόδια του, δεν είναι άλλη από το «να περπατά, να πηδά, να τρέχει», είτε το ένα από αυτά είτε και περισσότερα.
Ο Ποδῆς, στην μάχη, εκτιμώ πως, ως φίλος του μαχητή Έκτορα, ξεχώριζε με το να προπορεύεται, με το να είναι στην «πρώτη γραμμή μάχης», θα λέγαμε σήμερα. Με άλλα λόγια, στην μάχη προηγείτο κάποιων άλλων συμμαχητών του, ήταν ένας «Πρόδρομος» (= προπορευόμενος) στην μάχη. Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται και από την περιγραφή της συγκεκριμένης σκηνής μάχης, που μας εξιστορεί ο Όμηρος, στην Ιλιάδα του, στους στίχους «Ρ/567-581», η οποία εν συντομία και σε πολύ ελεύθερη μετάφραση είναι η εξής: Οι Αχαιοί ήσαν παρατεταγμένοι απέναντι της γραμμής των Τρώων. Κάποια στιγμή αποφασίζουν και ορμούν προς το μέρος των Τρώων. Ο Μενέλαος ρίχνει το δόρυ του (δόρυ με χάλκινη αιχμή), προς τον Ποδῆ, ο οποίος, ενώ ήταν μπροστά από την πρώτη γραμμή μάχης των Τρώων, γύρισε και πήδηξε εκείνη την στιγμή, για να φύγει προς τα πίσω, προς την γραμμή της δικής τους παράταξης μάχης, προκειμένου προφανώς να μην αντιμετωπίσει μόνος την έφοδο εκείνη των Αχαιών, αλλά μαζί με τους άλλους συμπολεμιστές του. Το δόρυ τον χτύπησε στον ζωστήρα του, τον διαπέρασε και τον έριξε κάτω νεκρό. Στην συνέχεια, ο Μενέλαος έπιασε και έσυρε τον νεκρό Ποδή, προς το μέρος των συμμαχητών του, των Αχαιών.[40] Όλη η παραπάνω περιγραφή, ουσιαστικά μας φανερώνει ότι ο Ποδής προπορευόταν πολλών συμμαχητών του, ήταν δηλαδή «πρόδρομος» στην μάχη.
Σχηματισμός του «Μποdής»: Ποδῆς > Μποdής, λόγω προφοράς του συμφώνου «δ», ως «d», που είναι η Πελασγική προφορά του συμφώνου αυτού,[41] με ταυτόχρονη τροπή του αρχικού «Π», ως «Μπ», που είναι σύνηθες γλωσσικό φαινόμενο της Μυσhιώτικης,[42] αλλά και της Ελληνικής γλώσσας.[43]
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1: Πέραν το ονόματος «Ποδῆς», από το οποίο προκύπτει το «Μποdής», αναφέρουμε και το ηχητικά παραπλήσιο όνομα «Ἱπποτίων», που ήταν από την Μυσία και πατέρας του ήρωα «Ἀσκάνιου».[44] Επίσης, αναφέρονται και τα εξής αρχαία Ελληνικά ονόματα, που και αυτά θα μπορούσαν να έχουν κάποια ετυμολογική συγγένεια με το «Μποdής», επειδή το αρχικό σύμφωνο αυτών «Β» μπορεί να τραπεί σε «Μπ», ως γλωσσικό φαινόμενο της Μυσhιώτικης γλώσσας,[45] αλλά και της δημοτικής:[46]
(α). -«Βοτιάειον» = πόλις Φρυγίας, ἔχουσα λίμνην Ἄτταιαν λεγομένην, τρέφουσαν ἅλας. τό ἐθνικόν Βοτιαεύς ὡς Δορυλαεύς.[47]
(β). -«Βοτίειον» (τό) = ποταμός της Φρυγίας.[48]
(γ). -«Βοττία» (ἡ) = ἐπαρχία τῆς Μακεδονίας, ἥν κατῲκουν οἱ Βοτιαῖοι, ἄποικοι τῶν Ἀθηνῶν.[49]
(4). Ο τύπος του ονόματος «Μποdόσhης»
Σχηματίζεται από το θέμα «Μποd–», του «Μποdής», και είτε από το επίθημα «-όσιος», όπως και το «Θεοδόσιος», είτε από την λέξη «ὅσιος» (= καθαρός, δίκαιος, εὐσεβής, εἰρηνικός, ἀγνός).[50]
Σχηματισμός του «Μποdόσhης»: Μποd- + όσιος > Μποdόσιος, > Μποdόσης, λόγω τροπής της κατάληξης «-όσιος», στην δημοτική του μορφή «-όσης», (όπως ακριβώς και «Θεοδόσιος > Θεοδόσης», «Αθανάσιος > Θανάσης > Αχανάσhης > Αχανά’ης», κ.λ.π.), και > Μποdόσhης, λόγω τροπής του συμφώνου «σ», σε «σh» δασύ (παχύ).
(5). Ο τύπος του ονόματος «Μποdό’ης»
Προκύπτει από το «Μποdόσhης», λόγω αποβολής του «σh», που είναι πολύ συχνό γλωσσικό φαινόμενο της Μυσhιώτικης γλώσσας, όπως συμβαίνει και στο όνομα «Θεοδόσης > Χιογοdόσhης ή Χιογοdό’ης ή Χιο’οdόσhης ή Χιο’οdό’ης». Η αποβολή του «σ» ή του «σh», που ευρίσκονται στην συλλαβή κατάληξης, του β’ ενικού και πληθυντικού προσώπου της Οριστικής Μέλλοντος, των ενεργητικών ρημάτων, αποτελεί σημαντικό γλωσσικό μας κανόνα, όπως για παράδειγμα: «θα πέσεις > να πέ’εις», «θα πέσετε > να πέ’ητ’», «θα θερίσεις > να χερί’εις», «θα θερίσετε > να χερί’ητ’», «θα ποτίσεις > να ποτί’εις», «θα ποτίσετε > να ποτί’ητ’», «θα ζυμώσεις > να ζhυμώ’εις», «θα ζυμώσετε > να ζhυμώ’ητ’», κ.λ.π.[51]
(6). Ο τύπος του ονόματος «Μποdικάς»
Προκύπτει από το θέμα «Μποd–», του τύπου «Μποdής», καθώς και από την υποκοριστική κατάληξη κυρίων ονομάτων «-ικάς» της Μυσhιώτικης γλώσσας,[52] ως εξής: Μποd- + -ικάς > Μποdικάς.
(7). Ο τύπος του ονόματος «Μποdίκης»
Προκύπτει από το θέμα «Μποd–», του τύπου «Μποdής», καθώς και από την υποκοριστική κατάληξη κυρίων ονομάτων «-ίκης»,[53] ως εξής: Μποd- + -ίκης > Μποdίκης.
(8). Ο τύπος του ονόματος «Μποζής»
Προκύπτει από το αρχικό όνομα «Ποδῆς», ως εξής: Ποδῆς > Ποζής, λόγω τροπής του «δ», σε «ζ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[54] και > Μποζής, λόγω τροπής του αρχικού «Π», σε «Μπ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της Ελληνικής, όπως προαναφέρθηκε.
(9). Ο τύπος του ονόματος «Ποπότσhης»[55]
Σχηματίζεται από το αρχικό όνομα «Ποδῆς», ως εξής: Ποδῆς > Ποζής, λόγω τροπής του «δ», σε «ζ», όπως και στον σχηματισμό του αμέσως προηγούμενου τύπου, > Ποπότζης, λόγω αναδιπλασιασμού της αρχικής συλλαβής «Πο», με ταυτόχρονη τροπή του «ζ», σε «τζ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[56] καθώς και λόγω αναβίβασης του τόνου στην παραλήγουσα συλλαβή, και > Ποπότσhης, λόγω τροπής του φθόγγου «τζ», σε «τσh», όπου ουσιαστικά έχουμε τροπή του «ζ» σε «σh» δασύ (παχύ), που δεν απέχει από το γλωσσικό φαινόμενο τροπής του «ζ» σε «σ» της Ελληνικής.[57]
(10). Ετυμολόγηση της ονομασίας «Μποδοσάκης»
Το όνομα «Μποδοσάκης», του οποίου το πλήρες όνομα είναι «Πρόδρομος Αθανασιάδης – Μποδοσάκης», όπως προαναφέρθηκε, είναι του αξέχαστου Έλληνα πρόσφυγα Μικρασιάτη, από το «Μπόρ’» (= Πόρος) της επαρχίας Νίγδης, ο οποίος τον περασμένο αιώνα δημιούργησε την τεράστια, για εκείνες της εποχές, βιομηχανική αυτοκρατορία στην Ελλάδα, (ΠΥΡΚΑΛ, Λιπάσματα Δραπετσώνας, ΛΑΡΚΟ, Λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας, Ελληνική Εριουργία Α.Ε., κ.λ.π.).
Το «Μποδοσάκης» είναι το υποκοριστικό του προαναφερθέντος τύπου «Μποdόσhης» (= Πρόδρομος), που σημαίνει «Προδρομάκης». Πρόκειται για νεοελληνική πολύ μεταγενέστερη δημοτική έκδοση, το οποίο είναι μοναδικό και δεν υπάρχει άλλο, τουλάχιστον στην Μυσhτή, στην Αξό, καθώς και στους έλκοντες την καταγωγή τους από τα δύο αυτά χωριά Ελλήνων Μυσhιωτών.
Ετυμολογικά, το «Μποδοσάκης» σχηματίζεται από το θέμα «Μποdοσh–» του παραπάνω τύπου «Μποdόσhης», που όπως αναφέρθηκε προέρχεται από το Ομηρικό όνομα «Ποδῆς», καθώς και από την υποκοριστική κατάληξη «-άκης» της δημοτικής,[58] ως εξής: Μποdόσh- + -άκης, > Μποδοσάκης, λόγω τροπής του μεν «d» σε «δ», (όπως είναι και το αρχικό αυτό σύμφωνο στο «Ποδῆς»), του δε «σh» σε «σ».
ΣΧΟΛΙΟ
Από την παραπάνω ανάλυση, προκύπτουν οι ακόλουθες τρείς διαπιστώσεις:
(a). Διαπιστώνεται η ελληνικότητα και των εννέα συνολικά τύπων του εν λόγω ονόματος, καθώς προέρχονται από λέξεις αρχαιοελληνικές.
(b). Η διατήρηση του Ομηρικού ονόματος «Ποδῆς», ως «Μποdής», σε ανδρικά ονόματα στην Μυσhτή, στο Αραβανί και στην Αξό της Καππαδοκίας, στην Σύλλη της Λυκαονίας, στον Πόντο, στην Πισιδία, (ίσως δε και σε άλλες περιοχές της Μ. Ασίας), για διάστημα 3.200 ετών περίπου, καταμαρτυρεί την ελληνική συνείδηση και συνέχεια των Ελλήνων της Μ. Ασίας, παρ’ όλο που η Εκκλησία, για τους δικούς της λόγους, συχνά επέμενε στο να δίδονται, σε νεοφώτιστους του ποιμνίου της, ονόματα πρωτίστως της Παλαιάς Διαθήκης, δηλαδή, Εβραϊκής προέλευσης, (π.χ. Αβραάμ, Ιακώβ, Μωϋσής, Σάρα, Ελισάβετ, κ.λ.π.).
(c). Η επιβίωση του ονόματος «Ποδῆς», που είχε πολεμιστής της Τροίας, ως «Μποdής» στους «Μυσhιώτες», αποτελεί σημαντικό και αδιαμφισβήτητο στοιχείο, το οποίο ενισχύει την προσωπική μου άποψή, για την πιθανή καταγωγή μας από τους «Μυσίους», την οποία εξέφρασα, για πρώτη φορά, στο πρώτο μου βιβλίο, με τίτλο «Η ΜΥΣΤΗ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ, η αποκατάσταση της αλήθειας περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών».[59]
Υπενθυμίζεται ότι οι «Μύσιοι» είναι αρχαίο Ελληνικό φύλο, με αρχική κοιτίδα την οροσειρά του Αίμου, μέρος του οποίου αποίκησε, κατά κύματα διάρκειας πολλών αιώνων, στην ΒΔ περιοχή της Μ. Ασίας.[60] Στον Τρωϊκό πόλεμο, πολέμησαν στο πλευρό της Τροίας,[61] ενώ η χώρα τους η «Μυσία», συμπεριελάμβανε την Τροία και τα περίχωρά της.
Το αρχικό σημαντικό στοιχείο, που αναφέρθηκε στο πρώτο μου βιβλίο και στο οποίο βασίζεται η πιθανή φυλετική μας σχέση με τους «Μυσίους», είναι η διασωθείσα ονομασία του γένους μας, της φυλής μας, ως «Μυσhιώτ’» (= Μυσhιώτες), του οποίου ο ενικός είναι «Μυσhιώτης», η δε γλώσσα την οποία μέχρι και σήμερα ομiλούμε είναι τα «Μυσhιώτικα».[62] Όμως ο «Μύσιος» στην δημοτική του μορφή είναι «Μυσιώτης», κατά το «Σάμιος > Σαμιώτης > Σαμιώτικα», «Χίιος > Χιώτης > Χιώτικα», «Ἰκάριος > Ικαριώτης > Ικαριώτικα», κ.λ.π.
Το νέο στοιχείο που τώρα έρχεται στο φως, αναφορικά με την διατήρηση του ανδρικού ονόματος «Ποδῆς», στους «Μυσhιώτες» ως «Μποdής», για διάστημα 3.200 ετών και μάλιστα σε περιβάλλον απρόσφορο και μονίμως εχθρικό, λόγω της πρακτικής που ακολουθούσε τόσον η Εκκλησία μας, όσον και οι Τούρκοι κυρίως κατακτητές, εκτιμώ ότι θα ληφθεί σοβαρά υπόψη, από την Επιστημονική Κοινότητα, ώστε να προβεί σε επαναξιολόγηση, σε ό,τι αφορά την καταγωγή (το γένος) και την γλώσσα των Ελλήνων Μυσhιωτών της περιοχής Καππαδοκίας, της Λυκαονίας και της ενδοχώρας του Πόντου, και να μην συγχέει (ή ταυτίζει) εφ’ εξής εκείνους, αλλά και εμάς τους απογόνους τους, με τους Καππαδόκες, οι οποίοι ιστορικά ήσαν λαός ασιανός, (της Ασίας), ήσαν Σύροι ή Λευκόσυροι ή Ασσύριοι, οι οποίοι ουδεμία σχέση είχαν με το Ελληνικό γένος, ενώ σήμερα είναι όλοι τους Τούρκοι υπήκοοι.[63]
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2: Το εν λόγω όνομα, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:
(α). Στο Αραβανί, αναφέρεται ως «Μποdόσhης» = Πρόδρομος.[64]
(β). Στην Αξό, αναφέρεται ως «Πρόjομος» (= ο Πρόδρομος).[65] Πέραν αυτού αναφέρονται επίσης και τα εξής δύο ονόματα προσφύγων: 1). Ο «Κέλογλαν[66] Πρόjμος» (= ο Πρόδρομος το Φτωχόπαιδο), που μετά τον ξεριζωμό εγκαταστάθηκε, με την τριμελή οικογένειά του, στα Φαραγγιανά της περιφέρειας Μονοφατσίου Ηρακλείου Κρήτης, με το νέο του Ελληνικό επίθετο «Παπαδόπουλος Πρόδρομος». 2). Ο «Μερκούλ Μπόdης» (= Μερκουλίδης Πρόδρομος), ο οποίος μετά τον ξεριζωμό εγκαταστάθηκε, επίσης στα Φαραγγιανά, με την 4μελή οικογένειά του.[67]
(γ). Στην Σύλλη (Σίλλη), αναφέρεται ως «bοdé» και ως «bοdός» = ὁ Πρόδρομος.[68]
(δ). Στον Πόντο, (Τοκάτη), αναφέρεται ως «Ποτόσης» και «Ποτός».[69]
Σημειωτέον, ότι το «Ποτόσης» ετυμολογικά προκύπτει από το παραπάνω «Μποdόσhης», λόγω: 1). της τροπής του αρχικού «Μπ», σε «Π», που ουσιαστικά εδώ έχουμε διατήρηση του αρχικού «Π», του ονόματος «Ποδῆς», 2). της τροπής του «d» σε «τ», που ουσιαστικά εδώ έχουμε τροπή του «δ», του «Ποδῆς», σε «τ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[70] και 3). Της τροπής του «σh» σε «σ». Τέλος, ο τύπος «Ποτός» θεωρώ ότι είναι συντετμημένος τύπος του «Ποτόσης».
(ε). Στην Πισιδία, αναφέρεται το όνομα «Πρόδρομος» (τουρκιστί «Bodoz»), καθώς και ότι είναι όνομα πολύ διαδεδομένο σε όλη την Πισιδία, που παρά του ότι αποτελεί επιθετικό προσδιορισμό του Ιωάννη, απαντά και ως αυτοτελές όνομα, (Βογιατζόγλου Η. Β., 1998, 36: Βλέπε το όνομα «Πρόδρομος»).
Σημειωτέον, ότι στο ανά χείρας μου Τουρκο-ελληνικό Λεξικό, δεν αναφέρεται το όνομα «Bodoz». Θεωρώ ότι ο συγγραφέας εδώ πιθανόν να έχει επηρεαστεί, είτε επειδή και οι Τούρκοι αποκαλούσαν τον «Πρόδρομο» ως «Bodoz», όπως το άκουγαν από τους Έλληνες, είτε γιατί οι τυχόν εξισλαμισθέντες Έλληνες της περιοχής συνέχισαν να αποκαλούν τον «Πρόδρομο», ως «Μποdόσh’», όπως το γνώριζαν και από πριν την αλλαγή θρησκείας τους.
(στ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται ως «Μποντός -Πρόϋμους – Μποντικάς», καθώς και ότι είναι παραλλαγές του κυρίου ονόματος «Πρόδρομος».[71]
ΠΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Η «Μυσhιώτικη διάλεκτος» ή αλλιώς τα «Μυσhιώτικα» είναι μια ακόμη Ελληνική διάλεκτος, η οποία διατηρήθηκε, από γενέσεως της μέχρι και σήμερα, μόνον προφορικά και χωρίς να έχει δική της γραφή. Ο όρος «Μυσhιώτικα» αναφέρεται στην γλώσσα (στην διάλεκτο), όχι μόνον των Μυσhτηλήδων, αλλά και όλου του Ελληνικού γένους των «Μυσhιωτών», οι οποίοι ζούσαν σε χωριά και πόλεις της ευρύτερης περιοχής Καππαδοκίας – Λυκαονίας – ενδοχώρα του Πόντου. Με άλλα λόγια, τα «Μυσhιώτικα», σύμφωνα και με τον ισχυρισμό των ίδιων των προγόνων μας, ήταν η κοινή διάλεκτος του Ελληνικού πληθυσμού της κεντρικής αυτής περιοχής της Μ. Ασίας, πιθανόν δε κάποτε και των περιοχών της ανατολικής Κιλικίας – ΒΔ Συρίας. Στο παρελθόν, οι Έλληνες των περιοχών αυτών θεωρώ ότι μιλούσαν την ίδια κοινή γλώσσα, είχαν τα ίδια ήθη και έθιμα, την ίδια θρησκεία, (παλαιότερα την αρχαία Ελληνική και αργότερα την Χριστιανική), όπως επίσης είχαν και το ίδιο Ελληνικό αίμα. Είχαν δηλαδή την ίδια κοινή καταγωγή, την «Μυσhιώτικη», ασχέτως εάν τα περισσότερα χωριά, από κάποια χρονική στιγμή και μετά, κατέστησαν τουρκόφωνα, ενώ πολλά άλλα εξισλαμίσθηκαν, οπότε και έχασαν για πάντα γλώσσα και Ελληνική ιθαγένεια. Η «Ελληνική Μυσhιώτικη διάλεκτος», κατά το έτος του ξεριζωμού (1924), ομιλείτο μόνον από τα 24 χωριά, εκ των 86 συνολικά Ελληνικών της Καππαδοκίας, ενώ τα υπόλοιπα 62 είχαν ήδη τουρκοφωνήσει, ύστερα από τα σχετικά βάρβαρα μέτρα, που είχε εφαρμόσει επί τούτου ο Τούρκος κατακτητής, επί σειρά αιώνων.
[2] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.
[3] Το «Κέλογλαν» είναι με κάπως Τουρκική προφορά, ενώ στα Μυσhιώτικα, η ορθή προφορά και γραφή αυτού είναι «Κhιeάλλογλαν’» = φτωχόπαιδο.
[4] Μαυροχαλυβίδης Γ., 1990, (Τόμ. 2ος), 396: Βλέπε τον ως άνω Αξενό.
[5] ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1952, (Τόμ. 5ος), 158: Βλέπε το όνομα «Μποdόσhης».
[6] Κωστάκης, (ΣΙΛΛΗ), 1968, 157: Βλέπε τις λ. «bοdé» και «bοdός».
[7] Η πληροφορία αυτή είναι από τον αγαπητό Μυσhιώτη, διδάσκαλο της Αγγλικής γλώσσας, κ. Θανάση Φατέ.
[8] Από τις πρώτες οικογένειες προσφύγων, που εγκαταστάθηκαν στην Μάνδρα, υπάρχει και ένας σημαντικός αριθμός οικογενειών, που δεν αναφέρονται στα δημοτολόγια του χωριού, όπως για παράδειγμα η οικογένεια του παππού και του προπάππου μου, επειδή τα πρώτα δημοτολόγια του χωριού «κάηκαν». Πρόκειται για μια όχι και τόσο πρωτότυπη πρακτική συνήθως απόκρυψης στοιχείων ή ίσως και εξυπηρέτησης διάφορων σκοπών, πλην βεβαίως της Ιστορίας μας. Αργότερα, περίπου το 1956, ξαναγράφτηκε το δημοτολόγιο, αφήνοντας όμως εκτός καταλόγου πολλούς, που δεν ήσαν τότε εν ζωή, για λόγους που μέχρι σήμερα δεν γνωρίζουμε. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι να εμφανίζονται στα δημοτολόγια αρκετοί από την γενιά των γονέων μας, που γεννήθηκαν εδώ στο χωριό, χωρίς στοιχεία των δικών τους γονέων, είναι δηλαδή σαν να «φύτρωσαν», στο Θωμαή, (στην σημερινή Μάνδρα).
[9] Στα «Μυσhιώτικα» το «γομάρα» δεν σημαίνει τον θηλυκό όνο, όπως αυτό σημαίνει στην δημοτική. Ετυμολογικά, σχηματίζεται από το θέμα «γόμ-» του ουσιαστικού «γόμος» = φορτίον κτήνους, γομάρι, γομαριά, ὑλικόν (ἔριον, βάμβαξ, πτίλα, κ.λ.π.), πρός γόμωσιν τῶν στρωμάτων, κλινῶν και προσκεφαλαίων, [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’ αριθμ. 2 και 4 ερμηνείες της λ.], καθώς επίσης και από την μεγενθυτική κατάληξη, θηλυκών της δημοτικής «-άρα», ως εξής: γομ- + -άρα > γομάρα.
[10] Ήταν συγγενής μου, ξάδελφος του πατέρα μου, ήτοι του «Λαβdά Μποdϊκ’, 1925» και σώγαμπρος της «Κhιeα(ν)γκιeαρίνας» (= Κεγκέρογλου ή Κεγκερίδου), από όπου και το προσωνύμιό του, οπότε δεν δημιουργείτο σύγχυση μεταξύ των δύο ίδιων ονομάτων, στο χωριό.
[11] Δηλαδή, είναι ο σύζυγος της «Κουκούλας» (= της Ελευθερίας), που είναι κόρη του «Γαdόγλου Χούτου» (= του Καδόγλου Χρυσόστομου), το δε επώνυμο αυτού του «Μποdίκ’» είναι «Deαλή-Λευτέρ’» (= Ελευθεριάδης).
[12] Είναι ο πατέρας μου.
[13] Το «Μeαμηλής» (γεν. = «Μeαμηλή») είναι προσωνύμιο, που παρέμεινε στην οικογένεια και στους απογόνους του.
[14] Ήταν ο μοναδικός στο χωριό και δεν χρειαζόταν να αναφέρεται καθόλου το επώνυμό του, που είναι «Νατσhάρ’» (= Νατσαρίδης).
[15] Το «Σκιeανdeάρ’» προκύπτει από το Αραβικό «Iskandar» (= Αλέξανδρος), που υπάρχει και στην Τουρκική ως «Iskender» (= Αλέξανδρος).
[16] Ήταν παππούς μου, πατέρας της μητέρας μου.
[17] Ήταν ο δεύτερος σύζυγος της γιαγιάς μου Ελένας.
[18] Το «τhuφeάν», στα Μυσhιώτικα σημαίνει: 1).τυφώνας, πολύ μεγάλη βροχή, κατακλυσμός, 2).όπλο, τυφέκιον (τουφέκι), τουφεκιά. Η ίδια αυτή λέξη είναι και το προσωνύμιο του εν λόγω Πρόδρομου. Ετυμολογικά, προκύπτει από την λέξη «τυφών».
[19] Ο «Μποδοσάκης» καταγόταν από το «Μπόρ’» (= Πόρος, τουρκιστί «Bor») της επαρχίας Νίγδης. Βρίσκεται 7,5 χλμ. ΒΒΔ από τα αρχαία Τύανα και 12-13 χλμ ΝΔ της Νίγδης, μέσα στον ομώνυμο κάμπο, («Μπόρ οβασhί»). Στα Βόρεια του Πόρου (2-3 χλμ.), αρχίζουν οι υπώρειες του ανατολικού όρους «Μελενdίζ’», (τουρκιστί, «Melendiz daǧ»), από το ουδέτερο επίθετο, του Ησυχίου, «μελανθές» (= μέλαν), το οποίο ανήκει στο ορεινό συγκρότημα «Χασάν dάγ – Μελενdίζ dαγλαρί». Πριν το 1919 είχε 2.600 κατοίκους από τους οποίους οι 2.000 ήσαν Έλληνες και οι 600 Αρμένιοι, (Κοντογιάννης Π., 1921, 155). Το 1924 το χωριό είχε μόνον 1.184 Έλληνες, (316 οικογένειες), όλοι τους τουρκόφωνοι, καθώς επίσης και 6.907 Τούρκους. Εκκλησιαστικά, το Ελληνικό τμήμα του χωριού ανήκε στην μητρόπολη Ικονίου, της οποίας ο Δεσπότης είχε έδρα την Νίγδη, [Κ.Μ.Σ., «Η ΕΞΟΔΟΣ», 1982, (Τόμ. Β΄), 233]. Το «Μπόρ’» βρισκόταν σε θέση στρατηγικής σημασίας, στην καμπύλη οδική γραμμή, Καισάρεια – Νίγδη – Πόρος – Αρχελαΐς, παρακάμπτοντας όλο το ορεινό συγκρότημα «Χασάν dάγ – Μελενdίζ dαγλαρί».
Ετυμολογικά, το «Μπόρ» σχηματίζεται από το ουσιαστικό, ο «πόρος» = ὁδός, πέρασμα, διάβασις, [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 6 ερμηνεία της λ.], ως εξής: πόρος > μπόρ’, λόγω απόρριψης της άτονης κατάληξης «-ος», προφανώς για την ουδετεροποίηση του ουσιαστικού, με ταυτόχρονη τροπή του αρχικού «π», σε «μπ» (= b), συχνό γλωσσικό φαινόμενο και της δημοτικής.
[20] Το ανδρικό όνομα «Τσhημητός» είναι ἀσχετο, σημασιολογικά και ετυμολογικά, με το επίθετο «’τσhυμυτό» (πληθ. = ‘τσhυμυτά) = μυτερός,-ή,-ό, στενόμακρος,-η,-ο, μακρόστενος,-η,-ο, σουβλερός,-ή,-ό, αιχμηρός,-ή,-ό, «ὀξύρρυγχος» (= μυτερός).
[21] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε την λ. «ἑλένη» = λαμπάς.
[22] Ο Ἕλενος αιχμαλωτίστηκε από τον Πύρρο και ήλθε στην Ήπειρο, όπου νυμφεύθηκε την Ανδρομάχη και έγινε ηγεμών ενός μέρους της χώρας των Μολοσσών. [Κωνσταντινίδης, (Λεξικό Κυρίων Ονομάτων, Μυθολογικό –Ιιστορικό – Γεωγραφικό), 1900, 171].
[23] Κωνσταντινίδης Αν., (Λεξικό Κυρίων Ονομάτων, Μυθολογικό –Ιστορικό – Γεωγραφικό), 1900, 392.
[24] Σταγειρίτης Αθ. 1994, (Τόμ. Γ΄), 95-96: Βλέπε το επίθετο «Σωτῆρα».
[25] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε την λ. «Σώτειρα».
[26] Σταγειρίτης Αθ. 1994, (Τόμ. Γ΄), 338: Βλέπε για την ονομασία της Περσεφόνης, ως «Σώτειρα».
[27] Σταγειρίτης Αθ. 1994, (Τόμ. Γ΄), 289: Βλέπε τα επίθετα «Σώτειρα» και «Θεητόκος».
[28] Κωνσταντινίδης Αν., 1900, 430: Βλέπε την λ. «Ῥέα».
[29] Πασσάς Ι., (ΤΑ ΟΡΦΙΚΑ), 199: Βλέπε τον Ύμνο της «ΠΡΟΘΥΡΑΙΑΣ», και την μετάφραση αυτού.
[30] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’ αριθμ. 1, 2, 3, 4 και 6 ερμηνείες της λ.
[31] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Bλέπε την λ. «πρώϊμος», καθώς και την υπ’ αριθμ. 2 ερμηνεία αυτής.
[32] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε για την τροπή του «ο» σε «ου», την Σημείωση 1 και 4, στην ανάλυση του γράμματος «Ο, ο, ὁ μικρόν».
[33] Βλέπε την παράγραφο 344, του παρόντος Τόμου.
[34] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’αριθμ. 1 ερμηνεία της λ. Επίσης και Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε την λ. «οἶμοι» = ὁδοί.
[35] Κωνσταντινίδης Αν., 1900, 213: Βλέπε ότι ο ‘Ηετίων ήταν Τρωαδίτης και γιός του ο «Ποδῆς».
[36] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.
[37] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε το όνομα «Ποδῆς», όπου αναφέρεται ο ασυναίρετος τύπος αυτού «Ποδέας».
[38] Όμηρος, «ΙΛΙΑΣ», Ρ/575-577: Βλέπε κείμενο και μετάφραση του Κ. Δούκα, στην σελ. 604-605.
[39] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 4 ερμηνεία της λ. «ποῦς».
[40] Όμηρος, «ΙΛΙΑΣ», Ρ/567-581: Βλέπε το αρχαίο κείμενο και την μετάφραση του Κ. Δούκα, όλης της σκηνής αυτής, στις σελ. 604-607.
[41] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.
[42] Βλέπε την παράγραφο 370, ανωτέρω.
[43] Η τροπή του αρχικού «π», σε «μπ» (= b), είναι γλωσσικό φαινόμενο, που το συναντούμε και στο Δυτικοκρητικό γλωσσικό ιδίωμα, όπου αναφέρονται, για παράδειγμα, οι λέξεις: «μπέμπω» (= πέμπω, στέλνω), «μπομπές» (= πομπές), «μποντικός» (= ποντικός), «παστός ή μπαστός» και «παστό ή μπαστό» (= το δωμάτιο με το νυφικό κρεβάτι, στο οποίο πηγαίνει η νύφη όταν πρωτομπεί στο σπίτι του γαμπρού). Βλέπε τις λέξεις αυτές, αντίστοιχα, στις σελ. 416, 422, 423 και 525, στο «ΛΕΞΙΚΟ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ & ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΟ του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος», του Αντωνίου Ξανθινάκη, Δ΄ Έκδοση, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2009.
[44] Σκαλιέρης Κλ. Γ., 1922, 353: Βλέπε το όνομα «Ἱπποτίων».
[45] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 136: Βλέπε την παράγραφο 51.
[46] Η τροπή του «β», σε «μπ» (= b), είναι γλωσσικό φαινόμενο επίσης και της δημοτικής, όπως π.χ.: «βαμβάκι > μπαμπάκι», «βαρβαριά > μπαρμπαριά», κ.λ.π.,
[47] Στεφάνου Βυζαντίου (Λεξικό, εκ των Εθνικών), 1849, 179: Βλέπε την λ. «Βοτιάειον».
[48] Κωνσταντινίδης Αν., (Λεξικό), 1900, 119: Βλέπε την λ. «Βοτίειον».
[49] Κωνσταντινίδης Αν., (Λεξικό), 1900, 119: Βλέπε την λ. «Βοττία».
[50] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[51] Στον εν λόγω γλωσσικό κανόνα, αναφερόμαστε αναλυτικά, κατά την εξέταση του συμφώνου σίγμα, στον υπό ολοκλήρωση Τόμο Δ΄ περί των Φθόγγων, του Γλωσσικού Κώδικα της Μυστής.
[52] Την κατάληξη «-ικάς» έχουμε και σε άλλα ονόματα, όπως: «Γιώργος > Γιώργης > Γιώρ’ης > Γιωρικάς», «Ιωάννης > Γιωβάννης > Γιωβαννικάς», «Φώτιος > Φωτικάς», «Μάϊος > Μαϊκάς», κ.λ.π.
[53] Την κατάληξη «-ίκης» την συναντούμε επίσης και στο υποκοριστικό όνομα «Γιώργος > Γιώργης > Γιώρ’ης > Γιωρικάς > Γιωρίκης».
[54] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «δ», σε «ζ», στην Ηλειακή διάλεκτο, καθώς και όταν αυτό βρίσκεται, είτε μαζί με το ημίφωνο «j», ως «δj», είτε προ του «σ», ως «δσ», αντίστοιχα, την Σημείωση 4 και 5, στην ανάλυση του γράμματος «Δ, δ, δέλτα».
[55] Ο «Ποπότσης» ήταν πάμφτωχος βιοπαλαιστής και οικογενειάρχης, με ξεχωριστό πηγαίο χιούμορ. Κάθε του κουβέντα, έκανε όσους τον ακούγανε να λύνονται στα γέλια. Σε ελάχιστο χρόνο, η αστεία του φράση κυκλοφορούσε ως νέο, σε όλο το χωριό, που για μέρες τους έκανε όλους να γελάνε. «Ποπότσης είπην αχτσιά» (= ο Ποπότσης είπε έτσι), «Ποπόστης ποίκην εκείνου» (= ο Ποπότσης έκανε εκείνο), κ.λ.π. Αξιοπερίεργο είναι το γεγονός ότι ο βιοπαλαιστής «Ποπότσhης» ήταν χαρακτηρισμένος, στα επίσημα αρχεία του χωριού, (προφανώς και της τότε Νομαρχίας), ως «εύπορος», για λόγους που μόνον οι τότε διοικούντες το χωριό γνώριζαν.
[56] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε για την προφορά του «ζ», ως «τζ», σε μερικές αρχαίες διαλέκτους, ιδίως των Δωδεκανήσων, της Χίου, κ.λ.π., την Σημείωση 2, της ανάλυσης του γράμματος «Ζ, ζ, ζῆτα».
[57] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε για την τροπή του «ζ», σε «σ», την Σημείωση 4 και 5 στην ανάλυση του γράμματος «Ζ, ζ, ζῆτα».
[58] Τριανταφυλλίδης Μ., (Γραμματική), 1941, 124: Βλέπε την υποκοριστική κατάληξη «-άκης», στην παράγραφο 268.
[59] Λαβδάς Γ΄, 2025, 80: Βλέπε για την πιθανή φυλετική σχέση «Μυσίων» και «Μυσhιωτών».
[60] Λαβδάς Γ΄, 2025, 73: Βλέπε την παράγραφο 4, «οι Μύσιοι».
[61] Όμηρος, ΙΛΙΑΣ, Β-858.
[62] Οι νεότεροι όροι της δημοτικής «Μιστιώτης» και «Μιστιώτικα» ουδεμία σχέση έχουν με το γένος και την γλώσσα μας. Είναι όροι που σχετίζονται με την ονομασία του χωριού, το οποίο αναφέρεται λανθασμένα ως «το Μιστί». Για περισσότερα επί του θέματος αυτού βλέπε το βιβλίο μου, με τίτλο «Η ΜΥΣΤΗ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ, η αποκατάσταση της αλήθειας περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών».
[63] Σημειωτέον, ότι είναι αρκετοί εκείνοι οι οποίοι, στις διάφορες εκδηλώσεις των απογόνων των Ελλήνων της Καππαδοκίας, αναφέρουν τόσον τους προγόνους μας, όσον και εμάς τους απογόνους τους, ως «Καππαδόκες» και όχι ως «Έλληνες της Καππαδοκίας». Πρόκειται για παράλειψη που δεν φαίνεται να είναι πάντοτε και από όλους τόσο αθώα, όταν μάλιστα συνδυαστεί και με την επιμονή να παρουσιάζουν τα τραγούδια των παραδοσιακών Ελληνικών μας χορών, σε γλώσσα Τουρκική και όχι μεταγλωττισμένα στην Μυσhιώτικη ή έστω στην Ελληνική. Είναι τραγούδια που τραγουδούσαν οι πρόγονοί μας στην υπόδουλη πατρίδα τους, στην τουρκική γλώσσα, γιατί ήσαν εξαναγκασμένοι τότε από τους Τούρκους κατακτητές, των οποίων απόφαση ήταν να επιβάλουν την τουρκοφωνία στους Έλληνες, την οποία τελικά και κατάφεραν σε 62 από τα 86 συνολικά χωριά της Καππαδοκίας και σε όλη σχεδόν την υπόλοιπη Μ. Ασία, με μικρή εξαίρεση πολλές πόλεις του Πόντου, την Σμύρνη, κ.λ.π.. Όμως, οι Έλληνες της Μ. Ασίας, τουρκόφωνοι και ελληνόφωνοι, τραγουδούσαν τα τραγούδια τους, στην μητρική τους ελληνική γλώσσα, χιλιετηρίδες πριν την εμφάνιση των Τούρκων. Ως εκ τούτου, η τουρκοφωνία στα τραγούδια τους δεν ήταν επιλογή τους, ήταν βάρβαρος εξαναγκασμός, με την ποινή κοπής της γλώσσας των παραβατών να αιωρείται. Δεν μπορεί λοιπόν σήμερα τα τουρκικά τραγούδια να θεωρούνται ως παράδοσή μας. Είναι τραγούδια που πρέπει να μεταγλωττιστούν, είτε στην μητρική μας Μυσhιώτικη γλώσσα είτε στην Ελληνική. Άλλως θα πρέπει να διαγραφούν τα λόγια και να παραμείνει η μουσική των τραγουδιών, που είναι ελληνικότατη, όπως άλλωστε ελληνικότατοι είναι και οι τελετουργικοί χοροί μας. Το Υπουργείο Πολιτισμού, που συνήθως χρηματοδοτεί τις εκδηλώσεις αυτές, των οποίων το γενικό χρώμα μάλλον υπερτονίζει τον Τουρκικό και όχι τον Ελληνικό χαρακτήρα της Καππαδοκίας, θεωρώ ότι οφείλει να καθοδηγεί, να ελέγχει και να επεμβαίνει, όπου απαιτείται. Ας παραδειγματιστούμε από τους απογόνους των τουρκόφωνων Ελλήνων του Πόντου, οι οποίοι ούτε καν διανοούνται να παρουσιάσουν τους Ποντιακούς χορούς τους, με τραγούδια στην γλώσσα του γενοκτόνου Τούρκου κατακτητή, όπως τα τραγουδούσαν υποχρεωτικά (εξαναγκαστικά) οι πρόγονοί τους, στον Πόντο. Όλα τα τραγούδια του Πόντου είναι στην μητρική τους ελληνική γλώσσα, που διαλαλούν την εθνική τους ελληνική υπερηφάνεια, κάθε φορά που ακούγονται.
[64] ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1952, (Τόμ. 5ος), 158: Βλέπε το όνομα «Μποdόσhης».
[65] Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 32: Βλέπε την λ. «Πρόδρομος».
[66] Το «Κέλογλαν» είναι με κάπως Τουρκική προφορά, ενώ στα Μυσhιώτικα προφέρεται και γράφεται ως «Κhιeάλλογλαν’» = φτωχόπαιδο, (βλέπε την λ. στον φθόγγο «Κh», στο υπό συμπλήρωση «Λεξικό της Μυσhιώτικης Γλώσσας»).
[67] Μαυροχαλυβίδης Γ., 1990, (Τόμ. 2ος), 396: Βλέπε τα ως άνω ονόματα Αξενών.
[68] Κωστάκης, (ΣΙΛΛΗ), 1968, 157: Βλέπε τις λ. «bοdé» και «bοdός».
[69] Σταμπουλίδης Λ. Α., 2018, 214, 312, 329: Βλέπε στην σελ. 214, όπου αναφέρονται τα εξής: «Από την Τοκάτη καταγόταν ο καπετάν Ποτόσης, (Ποτός αγάς, Πρόδρομος)». Επίσης, στην σελ. 329, το ίδιο πρόσωπο αναφέρεται ως «καπετάν Ποτόσης (Τοκατλής Πρόδρομος)», ενώ στην σελ. 312, ως «Ντελή Ποτός». Πρόκειται για τον Τοκατλή Πρόδρομο, τον καπετάνιο των Ελληνικών αντάρτικων ομάδων, του 1920, της περιοχής «Τοκάτ» (Τοκάτη) του Πόντου. Η πόλις «Τοκάτη» είναι η «Εὐδοκιάς» των Βυζαντινών και είναι στην ίδια θέση, όπου βρισκόταν η αρχαία, «Δαζιμωνῖτις», ονομασία η οποία αναφέρεται κατά τον 4ον αιώνα, στις επιστολές του αγίου Βασιλείου, [Οικονομίδης Η. Δ., 1920, 90-91: Βλέπε, για την Τοκάτη, την σελ. 90-91].
[70] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «δ» σε «τ», την Σημείωση 4, της ανάλυσης του γράμματος «Δ, δ, δέλτα».
[71] Κοτσανίδης, 2004, 179: Βλέπε την λ. «Πρόδρομος».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βογιατζόγλου Η. Β., 1998. ΤΑ ΠΙΣΙΔΙΚΑ (ΒΑΦΤΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΠΩΝΥΜΑ), Αθήνα: Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα: Εκδόσεις Πελεκάνος.
Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών (Κ.Μ.Σ.), 1982. Η ΕΞΟΔΟΣ, Τόμ. Β΄, Μουρέλος Γιάν., (επιμέλεια), Αθήνα: Έκδοση Κ.Μ.Σ.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί: Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Κωστάκης Π. Θαν., 1968. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Σίλλης, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Κωνσταντινίδης, Ανέστ. Λεξικό Κυρίων Ονομάτων Μυθολογικό Ιστορικό Γεωγραφικό, (Α’ Έκδοση 1900), Νέα Ερυθραία: Εκδόσεις ΕΚΑΤΗ.
Λαβδάς Γ., 2025. Η Μυστή της Καππαδοκίας, η αποκατάσταση της αλήθειας, περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών. Λάρισα.
Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.
Λαβδάς Γ., 2026. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Β΄ (Ζ-j). Λάρισα.
Μαυροχαλυβίδης Π. Γ., 1990. Η Αξό Καππαδοκίας, Τόμ. 1ος και 2ος, (Μονογραφία), Αθήνα: Έκδοση Ορέστης, Πρόδρομος και Ανθούλα Μαυροχαλυβίδη.
Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι. Ι., 1960. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Αξού, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1952. ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ, Τόμ. Ε΄, Αθήνα: Έκδοση του Τμήματος Μικρασιατικών Μελετών της Ενώσεως Σμυρναίων.
Ξανθινάκης, Αντ.. 2009. Λεξικό Ερμηνευτικό & Ετυμολογικό του Δυτικο-κρητικού Ιδιώματος, (Έκδοση Δ΄), Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Όμηρος: ΙΛΙΑΣ, (μτφ. Κώστας Δούκας), 1998, Αθήνα: Εκδόσεις ΙΔΕΟΘΕ-ΑΤΡΟΝ – ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Πασσάς Δ. Ι. ΤΑ ΟΡΦΙΚΑ, Αθῆναι: Εκδόσεις Εγκυκλοπαδείας του «ΗΛΙΟΥ».
Σκαλιέρης Κλ. Γ., 1922. Λαοί και Φυλαί της Μ. Ασίας, (Β’ Έκδοση 1990), Αθήνα : Εκδόσεις «ΡΗΣΟΣ».
Σταγειρίτης Αθ., 1994. Ωγυγία ή Αρχαιολογία, Τόμ. Γ’, Αθήνα : Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Σταμπουλίδης Λ. Α., 2018. «ΠΟΝΤΟΣ ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΜΑΣ – ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ», Αθήνα: Εκδόσεις «ινφογνώμων».
Στεφάνου Βυζαντίου (Λεξικό, εκ των Εθνικών), 1849, Βερολίνο: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ.
Τριανταφυλλίδης Μ., 1941. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ, Θεσσαλονίκη: Έκδοση Α.Π.Θ., Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, (Ανατύπωση 1996).
***

