Γεώργιος Λαβδάς.
Στο σημερινό μας άρθρο θα αναφερθούμε στην ελληνικότητα της δημοτικής λέξης, το «τσαῒρι» (= λειμών, λιβάδι),[1] η οποία υπάρχει και σε άλλες περιοχές (Πόντος, Καππαδοκία, Κρήτη), συνήθως με την τοπική της προφορά.
Ετυμολογικά, το «τσαῒρι» θεωρείται από πολλούς ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «çayir» (= λιβάδι, βοσκότοπος, λειμώνας, χορταρότοπος).[2] Όμως, όπως θα δούμε πιο κάτω, αυτό δεν ισχύει, καθώς το «τσαῒρι» είναι λέξη Ελληνική.
Η απόδειξη της ελληνικότητας, του εν λόγω ουσιαστικού, βασίζεται στον «Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής»,[3] καθώς στην «Μυσhιώτικη»[4] διάλεκτο, (που είναι η μητρική μου γλώσσα και της οποίας είμαι φυσικός ομιλητής),[5] υπάρχει η ίδια αυτή λέξη, ως «τσhαΐρ’ ή τσheαῒρ’»,[6] που έχει την ίδια σημασία και την οποία θα αναλύσουμε, ετυμολογικά, πιο κάτω. Η ίδια ετυμολογική απόδειξη αναφέρεται επίσης και στην παράγραφο 26, του βιβλίου μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Α΄, (Α-Ε)».[7]
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το ουσιαστικό «τσαΐρι» υπάρχει ως «τσhαΐρ’ ή τσheαῒρ’» (γεν. = «τσhαϊρ-jιού ή τσheαϊρ-jιού», πληθ. = «τσhαΐρ-jια ή τσheαΐρ-jια»), όπου το ευφωνικό πρόσφυμα «j» προφέρεται εδώ ως «γ», καθώς προηγείται αυτού το σύμφωνο «ρ»,[8] η δε λέξη αντίστοιχα ως «τσhαϊρ-γιού ή τσheαϊρ-γιού» και «τσhαΐρ-για ή τσheαΐρ-για».
Το εν λόγω ουσιαστικό έχει τις εξής σημασίες:
(1). Είναι ένα συγκεκριμένο αυτοφυές αγριόχορτο, που μοιάζει με σιτηρό, είναι παράσιτο φυτό στα σιτηρά, που έχει παρόμοιο ύψος και μορφή με αυτά, φθάνοντας συχνά το μισό έως και το ένα μέτρο, ανάλογα με την υγρασία του εδάφους. Στην αρχαία Ελληνική, το φυτό αυτό λέγεται «αἶρα», ενώ στην δημοτική λέγεται «ἦρα».
Στην παρακάτω εικόνα από το διαδίκτυο φαίνεται μια συστάδα με το φυτό «αἶρα» (= ήρα), που στην Μυσhιώτικη διάλεκτο λέγεται «τσhαΐρ’ ή τσheαῒρ’»:[9]

(2). Λέγοντας «τσhαΐρ’ ή τσheαῒρ’» εννοούμε επίσης και το χόρτο βοσκής, την αυτοφυή εκείνη βλάστηση που είναι κατάλληλη για βοσκή. Στην βλάστηση αυτή, δεν ανήκει μόνον ένα είδος φυτού. Αντίθετα περιέχονται πολλά και διάφορα είδη αυτοφυών φυτών, ακόμη και πολλών ειδών αγκάθια, τα οποία κάποια ζώα τα βόσκουν. Μάλιστα, στην Μυσhτή υπήρχε ένα είδος αγκαθιού, που λεγόταν «τσhαϊρ-jιού α(ν)γκά’ι» (= αγκάθι του βοσκότοπου).[10]
(3). Πέραν των ανωτέρω, λέγοντας «τσhαΐρ’ ή τσheαῒρ’» συχνά εννοούμε επίσης και τον ίδιο τον βοσκότοπο, το χώρο, το μέρος, την περιοχή, το ελεύθερο εκείνο λιβάδι, με την αυτοφυή βλάστηση, που είναι κατάλληλη για βοσκή.
(4). Η ονομασία «τσhαΐρ’ ή τσheαῒρ’» υπάρχει και ως τοπωνύμιο, που αποκτά την ονομασία αυτή, επειδή στο μέρος αυτό, υπάρχει αυτοφυής βλάστηση, επειδή στο μέρος αυτό υπάρχουν (φυτρώνουν) «τσhαΐρ-jια ή τσheαΐρ-jια», που είναι κατάλληλα για βοσκή. Κάποια τοπωνύμια, συχνά, αναφέρονται και σε πληθυντικό αριθμό, ως «τσhαΐρ-jια ή τσheαΐρ-jια», όταν πρόκειται για γειτονικές, για συνορεύουσες περιοχές με κάπως μεγάλη έκταση, που δεν καλλιεργούνται, και ως εκ τούτου καλύπτονται από αυτοφυή βλάστηση, δηλαδή από τσhαΐρ-jια ή τσheαΐρ-jια». Στην Μυσhτή υπήρχε συγκεκριμένη τοποθεσία, με την ονομασία «Τσhαΐρ’».[11]
Μερικές σχετικές φράσεις, στην Μυσhιώτικη γλώσσα
Παρακάτω αναφέρονται μερικές τυχαίες φράσεις, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, όπου περιέχεται και η εν λόγω λέξη:
i. -«τσheαΐρ-jια λέμ’ εκείνια dά χορτάρ-jια, dα φυτρών’νει μαναχά τ’νη, τσhι τρών’ dα, dά χτηνά, dά αλούγαdα, dά γαϊdούρ-jια, dά πρόγαdα, dά τσhηκίτσια» = τσαΐρια, λέμε εκείνα τα χόρτα, που φυτρώνουν μόνα τους, και τα τρώνε, οι αγελάδες, τα άλογα, τα πρόβατα, τα κατσίκια.
ii. -«τσheαΐρ-jια, λέμ’ τσhι’εκείνα dά τhόπουϊα, dά dέ νι-ούνdι χωράφ-jια, dέ λαζ-jιένdι, dέ σπερ-jιένdι, τσhι βγάλλ’νει χορτάρ-jια» = τσαΐρια, λέμε κι’ εκείνους τους τόπους (τα μέρη, τις τοποθεσίες), που δεν γίνονται χωράφια, δεν οργώνονται, δεν σπέρνονται και βγάζουν χορτάρια.
iii. -«’πί-ασ’ τα πρόγαdα σ’ά τσheαΐρ-jια, να βοσhκήσh’νει»= πήγαινε τα πρόβατα στα τσαΐρια, (για) να βοσκήσουνε.
iv. -«άμει, μη dού dερπάν’, κόψει λί’α τσhαΐρ-jια, φέρ’, παρέμασ’ τα, να φάν’ dα μανάρ-jια μας, μή ‘πομούν μησhτικά, κρίμα ‘νdι»= πήγαινε, με το δρεπάνι, κόψε λίγα αγριόχορτα, φέρ’ τα στο σπίτι, (για) να φάνε τα μανάρια (αρνιά) μας, (ώστε) να μην μείνουν νηστικά, κρίμα είναι.
v. -«έρ’ουμι απ’ τά τσhαΐρ-jια, κανείς άλλου dέ ηdουν d’ετσειού ‘ρτα» = έρχομαι από την περιοχή τσhαΐρια, κανείς άλλος δεν ήταν προς τα εκεί.
Στο παρακάτω «video», ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει τις πέντε παραπάνω φράσεις, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, χωρίς όμως την ερμηνεία τους:
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ
Ετυμολογικά, πολλοί θεωρούν ότι η λέξη «τσhαΐρ’ ή τσheαῒρ’» προκύπτει από την Τουρκική λέξη «çayir» (= λιβάδι, βοσκότοπο, λειμώνας, χορταρότοπος).[12] Όμως, για την ετυμολόγηση αυτής, υπάρχουν οι εξής σχετικές λέξεις:
-«τσαΐρι» (= λειμών, λιβάδι). Είναι λέξη, που αναφέρεται ως Τουρκική,[13] το δε ουσιαστικό ο «λειμών» = πᾶς ὑγρός καί ἕνεκα τούτου πλήρης χλόης τόπος, κατάλληλος διά βοσκήν, λιβάδιον[14]
-«ἦρα» = τό φυτόν «αἶρα» ἡ μεθυστική.[15]
-«αἶρα» = τό ἐν τοῖς σιτηροῖς παράσιτον φυτόν, (κατά δέ τόν Αριστοτέλη «αἶρα ἡ ὑπνωτική»), γένος φυτῶν τῆς οἰκογενείας τῶν ἀγροστοειδῶν τῆς φυλῆς ἀβενοειδῶν περιλαμβάνον πολυετεῖς βοσκησίμους πόας, τό φυτόν ἀγριάδα.[16]
-«αἴρας» = ἀγρίας βοτάνας.[17]
-«αἷρα» = τό ἐν τοῖς σιτηροῖς παράσιτον, το φυτόν αγριάδα.[18]
Ετυμολογικά, ο τύπος της λέξης «τσhαΐρ’» σχηματίζεται από το θέμα «αἰρ-», των παραπάνω λέξεων, καθώς επίσης και από την κατάληξη «-ι», που είναι για ουδέτερα ουσιαστικά, ως εξής: αἰρ- + -ι > αἰρι, > τσαΐρι, λόγω προφοράς της ψιλής, αρχικά ως «σ» και ακολούθως ως «τσ»,[19] καθώς και λόγω διαχωρισμού της διφθόγγου «αι», στα φωνήεντα «α» και «ι», από τα οποία αποτελείται, που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[20] και > τσhαΐρ’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «-ι», που είναι σημαντικός κανόνας της Μυσhιώτικης γλώσσας, με ταυτόχρονο τροπή του αρχικού «τσ», σε «τσh» δασύ (παχύ).[21]
Σημειωτέον, ότι η διάσπαση (διαχωρισμός) της διφθόγγου είναι συχνό γλωσσικό φαινόμενο, γνωστό και από τον Όμηρο, όπως π.χ. οι λέξεις : «ἐΰσσελμος» (αντί «εΰσελμος» = καλοστρωμένος), «πάϊς», αντί «παῖς» (= παιδί), που υπάρχει στην φράση της Ιλιάδος Ζ/119, «Γλαῦκος δ’ Ἱππολόχιο πάϊς…», όπως επίσης και στις φράσεις της Οδύσσειας, «α/399» και «β/177»: «τόν δ’ αὖτ’ Εὐρύμαχος, Πολύβου πάϊς, ἀντίον ηὔδα» (= σ’αὐτόν πάλιν ὁ Εὐρύμαχος, τοῦ Πολύβου παιδί, ἀπάντησε). Το ίδιο αυτό γλωσσικό φαινόμενο υπάρχει και στην Μυσhιώτικης γλώσσα, όπως π.χ. στις λέξεις: «αἷμα > όϊμα», «παίω (χτυπώ) > φαΐνου», κ.λ.π.
Ο τύπος της λέξης «τσheαΐρ’» σχηματίζεται από τον τύπο «τσhαΐρ’», λόγω τροπής του «α», σε «eα» (άλφα μακρόν).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα του ουσιαστικού «τσhαΐρ’ ή τσheαῒρ’», της Μυσhιώτικης γλώσσας, καθώς προκύπτει από τις αρχαίες Ελληνικές λέξεις, «αἴρας» (= ἀγρίας βοτάνας)[22] και «αἷρα» (= τό ἐν τοῖς σιτηροῖς παράσιτον, το φυτόν αγριάδα).[23] Ως εκ τούτου, δεν ισχύει η άποψη που θεωρεί ότι αυτή προέρχεται από Τουρκική λέξη. Στην Τουρκική γλώσσα, όπως προαναφέρθηκε υπάρχει πράγματι η λέξη çayir» (= λιβάδι, βοσκότοπο, λειμώνας, χορταρότοπος),[24] την όμως οποία θεωρώ ως λέξη «δάνειο», από την εν λόγω Μυσhιώτικη λέξη, ως εξής: «τσhαΐρ’» > τσαγίρ’, λόγω εμφάνισης του ευφωνικού προσφύματος «γ», μεταξύ των συνεχόμενων φωνηέντων «αϊ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής, όπως π.χ. «κλαίω > κλαίγω», «καίω > καίγω», «ἀέρας > άγέρας, «ἄωρος > ἄγουρος», κ.λ.π., [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 2 ανάλυση του γράμματος «Γ, γ, γάμμα»].
Σημειωτέον ότι η παραπάνω λέξη «αἴρας», από την οποία προκύπτει η λέξη «τσhαΐρ’ ή τσheαῒρ’», όπως και η λέξη της δημοτικής «τσαΐρι», είναι γραμμένη στο Λεξικό του Ησυχίου, τουλάχιστον 5,5 αιώνες, προ της εμφάνισης των Τούρκων στην περιοχή της Μ. Ασίας.
Από τις ίδιες παραπάνω αρχαιοελληνικές λέξεις και με την ίδια διαδικασία προκύπτει επίσης και η λέξη της δημοτικής «τσαΐρι» (= λειμών, λιβάδι). Είναι δηλαδή: αἰρ- + -ι > τσαΐρι. Ως εκ τούτου, η λέξη αυτή δεν είναι Τουρκική, όπως αναφέρεται στο Λεξικό του Δ. Δημητράκου.
Το ίδιο ισχύει για τον Πόντο, τα Φάρασα, την Κρήτη, κ.λ.π., όπου η εν λόγω λέξη, που υπάρχει με την τοπική δική τους προφορά, ενώ έχει προέλευση από τις ίδιες παραπάνω αρχαιοελληνικές λέξεις, όμως θεωρείται ως λέξη Τουρκική.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Η εν λόγω λέξη, στις παρακάτω περιοχές ή και βιβλιογραφίες, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:
(α). Στο Αραβανί, αναφέρεται, στον πληθυντικό, ως «τσhαΐρjα» = λιβάδια.[25]
(β). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως το «τhσhαΐρι» και ως το «τhσhεΐρι» (= χόρτο), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «çayir».[26]
(γ). Στον Πόντο, στην Κερασούντα, αναφέρεται ως το «τσhαΐριν» (= λειμών χορτοβριθής, χορτολίβαδον, χόρτον λειμῶνος καί γενικώτερον πᾶν χόρτον). Η ίδια λέξη αναφέρεται ως το «τσhαΐρ’» στα Κοτύωρα, στην Σάντα, στα Σούρμενα, στην Τραπεζούντα και στην Χαλδία. Επίσης, αναφέρεται και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «çair».[27]
(δ). Στο Δυτικοκρητικό γλωσσικό ιδίωμα, (Σφακιά, Αποκόρωνας), η εν λόγω λέξη αναφέρεται ως τα «τσαΐρια» (= ξερά χόρτα στα χωράφια που τα τρώγουν τα ζώα). Επίσης, αναφέρεται και ότι αυτή σχετίζεται με την Τουρκική λέξη «çayir».[28]
(ε). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», η εν λόγω λέξη αναφέρεται, ως «τσιαΐρ» (= λιβάδι, αγριάδα), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη, «cayir».[29]
(στ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται, (με μη πλήρη ερμηνεία), ως «τσιαΐρ» (= λιβάδι), καθώς και ότι αυτή προέρχεται από την λέξη «τσιαΐρι», προφανώς επειδή το λιβάδι ήταν γεμάτο από χόρτο που λέγεται «τσιαΐρ».[30]
(ζ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΜΙΣΤΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται, ως «τσhαϊριοῦ dού ἀγκάι» και στον πληθυντικό ως τά «τσhαϊριοῦ ἀγκάια» (= αγκάθια του χωραφιού).[31]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[2] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 140: Βλέπε την λ. «çayir».
[3] Ο «Γλωσσικός Κώδικας της Μυστής» είναι το σύνολο των γλωσσικών κανόνων, που διέπουν την Μυσhιώτικη διάλεκτο, την οποία διέσωσαν προφορικά 24 από τα 86 χωριά της Καππαδοκίας. Από τα χωριά αυτά, σε καλύτερο βαθμό και με την λιγότερη Τουρκική επίδραση, διέσωσε την Ελληνική αυτή διάλεκτο η Μυσhτή και ακολουθούν, η Αξός, το Αραβανί, το Ουλάγατς, τα Φλογητά, κ.λ.π.. Το εν λόγω σύνολο γλωσσικών κανόνων, αναφέρεται και στα 10 μέρη του Λόγου. Μέχρι τώρα, έχουν δημοσιευτεί ήδη οι 2 πρώτοι Τόμοι, από τους συνολικά 5, που αναφέρονται αποκλειστικά στους Φθόγγους της γλώσσας, (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη). Μετά τους Φθόγγους, φιλοδοξία μας είναι να εκδοθούν τα Ρήματα, το Οριστικό άρθρο, οι Αντωνυμίες, οι Προθέσεις, τα Επιρρήματα, κ.λ.π.
[4] Ο φθόγγος «σh», όλων των λέξεων της «Μυσhιώτικης διαλέκτου», είναι το σίγμα δασύ (παχύ), που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Προφέρεται όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch», στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).Ο Αναγνώστης μπορεί να ακούσει ηχητικά την προφορά του φθόγγου «σh» δασύ (παχύ), που είναι ο 13ος φθόγγος, του Πίνακα των Επιπρόσθετων Φθόγγων της Μυσhιώτικης Διαλέκτου, που έχει δημοσιευθεί, στην παρούσα ιστοσελίδα «mistikappadokias.gr», στην Ανακοίνωση της 13-6-2026, με θέμα: «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας».
[5] Η δήλωσή μου ότι «είμαι φυσικός ομιλητής», της εν λόγω διαλέκτου, όπως και σε άλλα άρθρα μου έχω διευκρινίσει, απευθύνεται, κατά κύριο λόγο, προς εκείνους οι οποίοι αμφισβητούν τά αναφερόμενά μου, με το επιχείρημά τους ότι αυτά δεν αναφέρονται σε βιβλιογραφικές πηγές. Αρνούνται προφανώς να κατανοήσουν ότι η πλέον σημαντική και ζώσα ακόμη πηγή, για τα γραφόμενά μου, είναι η μητρική μου γλώσσα, η οποία διατηρήθηκε, στο πέρασμα των χιλιετηρίδων, μόνον προφορικά και δεν υπάρχουν γραπτά κείμενα αυτής. Οι μόνες υπάρχουσες πηγές είμαστε όσοι ακόμη ομιλούμε την γλώσσα αυτή. Όσοι δε από τους ερευνητές έχουν ασχοληθεί με την γλώσσα αυτή, ακόμη και εάν είναι καταξιωμένοι επιστήμονες γλωσσολόγοι, οι περισσότεροι εξ αυτών έχουν ένα αδύνατο σημείο, που είναι ότι «δεν γνωρίζουν την γλώσσα μας». Τα επιστημονικά στοιχεία δε, που παρουσιάζουν, βασίζονται κατ’ ανάγκη σε πληροφορίες, που δεν είναι πάντοτε αξιολογημένες (διακριβωμένες), για τον βαθμό αξιοπιστίας τους, τόσον ως προς την προφορά, (καθώς πολλές λέξεις ή και φράσεις έχουν γραφεί μόνον με την Ελληνική αλφάβητο, που είναι ανεπαρκής για την ορθή και πιστή προφορά της Μυσhιώτικης γλώσσας μας), όσον και ως προς την ορθογραφία των λέξεων, με αποτέλεσμα πάρα πολλές λέξεις μας να ετυμολογούνται, ως Τουρκικές, ενώ, στις περισσότερες των περιπτώσεων, αποδεικνύεται ακριβώς το αντίστροφο.
[6] Ο φθόγγος «τσh» έχει δασεία (παχειά) προφορά, σε σχέση με τον φθόγγο «τσ», λόγω του «σh», που είναι δασύ (παχύ).Ο δε φθόγγος «eα» είναι το άλφα μακρόν της διαλέκτου, μας. Ο Αναγνώστης μπορεί να ακούσει ηχητικά την προφορά των φθόγγων «σh» και «eα», που είναι αντίστοιχα ο 13ος και ο 2ος φθόγγος, του Πίνακα των Επιπρόσθετων Φθόγγων της Μυσhιώτικης Διαλέκτου, ο οποίος έχει δημοσιευθεί στην παρούσα ιστοσελίδα μας «mistikappadokias.gr», στην Ανακοίνωση της 13-6-2026, με θέμα: «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας».
[7] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 88: Βλέπε την υπ’ αριθμ. (iii) λέξη, της παραγρἀφου 26 ε΄.
[8] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 446: Βλέπε την παράγραφο 257.
[9] https://flora-of-cyprus.eu/cdm_dataportal/taxon/8cf18b81-f3d9-4541-b3b2-6909865da8e9
[10] Τα λεγόμενα «τσhαϊρ-jιού α(ν)γκάϊα», που φύτρωναν στα χωράφια, είχαν μεγάλες ρίζες που έφταναν ως ένα μέτρο βάθος. Τα αγκάθια αυτά τα έτρωγαν οι καμήλες, που περνούσαν από το χωριό. Μάλιστα, οι παππούδες μας έλεγαν ότι «dού τσhαϊρ-jιού d’α(ν)γκά’ι φυτρών’ d’ετσειού, που τσhακονdά dού καμπύλ’» (= του τσαϊριού το αγκάθι φυτρώνει εκεί που κατουράει η καμήλα, [Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 516].
[11] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 27: Βλέπε την τοποθεσία «τσhαΐρ’», Ανατολικά του χωριού, (στο μέσον του χάρτη τοπωνυμιών).
[12] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό λεξικό), 2000, 140: Βλέπε την λ. «çayir».
[13] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[14] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964:Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λέξης.
[15] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[16] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’ αριθμ. 1 και 2 ερμηνείες της λέξης.
[17] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[18] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[19] Απλό παράδειγμα, της αρχικής προφοράς της ψιλής, ως «σ», στην αρχαία Ελληνική, αποτελεί το αρχικό θέμα «σεχ-», του ρήματος «ἔχω», από το οποίο αποβλήθηκε το «σ» και έγινε τελικώς «ἐχ-», ψιλούμενο, [Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «ἔχω»]. Ακολούθως, το αρχικό αυτό πλέον «σ» τρέπεται σε «τσ», που αντιστοιχεί με το λατινικό «c», το οποίο υιοθέτησαν και οι Τούρκοι, οι οποίοι έχουν το σύμφωνο «ç». Άλλωστε, η τροπή του «σ», σε «τσ», είναι γλωσσικό φαινόμενο, που παρατηρείται και στην δημοτική, όπως π.χ. στην λέξη «συμπόσιον > τσυμπούσι ή τσιμπούσι», «σιγάρο > τσιγάρο», κ.λ.π.
[20] Στον Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 86: Βλέπε την παράγραφο 26, που αναφέρεται αναλυτικά στον διαχωρισμό της διφθόγγου «αι», στα φωνήεντα «α» και «ι», από τα οποία αποτελείται.
[21] Για την προφορά της ψιλής, αρχικά ως «σ», που στη συνέχεια τρέπεται σε «τσ» ή σε «τσh», όπως δηλαδή ο λατινικό «c», γίνεται αναλυτική αναφορά, σε σχετικό κεφάλαιο της περί των φθόγγων εργασίας μου, όπου αναφέρονται όλες οι προφορές των πνευμάτων, (ψιλή και δασεία), στην Μυσhιώτικη γλώσσα.
[22] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[23] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[24] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό λεξικό), 2000, 140: Βλέπε την λ. «çayir».
[25] Φωστέρης Δ.- Κεσισόγλου Ι., 1960, 104: Βλέπε την λ. «τσhαΐρjα».
[26] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 48 : Βλέπε την λ. «τhσhαΐρι».
[27] Παπαδόπουλος Α., (Λεξικό), 1961, (Τόμ. 2ος), 427: Βλέπε την λ. «τσhαΐριν».
[28] Ξανθινάκης, (Λεξικό), 2009, 666: Βλέπε την λ. τα «τσαΐρια».
[29] Κοιμισόγλου, 2006, 218: Βλέπε την λ. «τσιαΐρ = λιβάδι, αγριάδα < τουρκ. cayir».
[30] Κοτσανίδης, 2004, 131: Βλέπε την λ. «Λιβάδι».
[31] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. II), 516: Βλέπε τις φράσεις, «τσhαϊριοῦ dού ἀγκάι» και τα «τσhαϊριοῦ ἀγκάια».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί: Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Κωστάκης Π. Θαν., 1977. Το Μιστί της Καππαδοκίας, (Τόμ. I και II), Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.
Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄, (Α – Ε). Λάρισα.
Λαβδάς Γ., 2026. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Β΄ (Ζ-j). Λάρισα.
Ξανθινάκης, Αντ.. 2009. Λεξικό Ερμηνευτικό & Ετυμολογικό του Δυτικο-κρητικού Ιδιώματος, (Έκδοση Δ΄), Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Μ – Ω), Αθήνα: Τυπογραφείον Μυρτίδη.
Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.
Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.
Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

