Press ESC to close

Το Τουρκικό ρήμα «çabalamak» (= αγωνίζομαι, κοπιάζω, μάχομαι, παλεύω, πολεμώ, προσπαθώ) έχει προέλευση Ομηρική, σύμφωνα με τον Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής.

Γεώργιος Λαβδάς.-

Στο σημερινό μας άρθρο, θα αποδείξουμε την ελληνικότητα του Τουρκικού ρήματος «çabalamak» (= αγωνίζομαι, κοπιάζω, μάχομαι, παλεύω, πολεμώ, προσπαθώ).[1] Πιο συγκεκριμένα, θα αποδείξουμε ότι, σύμφωνα με τον Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής, το θέμα αυτού «çabala» έχει Ομηρική προέλευση.

Η ελληνική προέλευση της εν λόγω Τουρκικής λέξης αποδεικνύεται από την ετυμολογική ανάλυση του αντίστοιχου ρήματος της Μυσhιώτικης γλώσσας, που είναι  το «deαbeαλeανdήζου» ή «deαbeαλeανdώ» (= προσπαθώ με κόπο, προσπαθώ κοπιάζοντας, αγωνίζομαι με κόπο, βασανίζομαι, τυραννιέμαι, παλεύω με κόπο, ταλαιπωρούμαι για να κάνω, για να καταφέρω, για να επιτύχω με κόπο κάτι).

Σημειωτέον, ότι η ίδια αυτή απόδειξη αναφέρεται και στην παράγραφο 29, του βιβλίου μου με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Α΄ (Α-Ε)».[2]

Στο ρήμα αυτό, ο δεύτερος τύπος του, ήτοι, το «deαbeαλeανdώ» είναι ο συνηρημένος τύπος του πρώτου, του «deαbeαλeανdήζου».

Στους τύπους αυτούς, ο φθόγγος «D, d», (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα) είναι η Πελασγική προφορά του συμφώνου δέλτα, «Δ, δ», σύμφωνα με τον Ιάκωβο Θωμόπουλο[3] και προφέρεται όπως ακριβώς και στην Γαλλική ή την Αγγλική γλώσσα, ενώ διαφέρει ηχητικά από το σύμπλεγμα «ντ», από το οποίο δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντικαθίσταται. Ο φθόγγος «eΑ, eα», (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα), είναι το φωνήεν «άλφα μακρόν», που προφέρεται μεταξύ του «ε» και του «α», λίγο μακρόσυρτο. Ο φθόγγος «b» προφέρεται όπως ακριβώς και στην Γαλλική ή την Αγγλική γλώσσα και χρησιμοποιείται μόνον σε ενδιάμεση θέση της λέξης, ενώ όταν υπάρχει στην αρχή αυτής, τότε αντικαθίσταται από το σύμπλεγμα «Μπ, μπ», (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα).

Ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά των παραπάνω αυτών  φθόγγων, μέσα από σχετικά παραδείγματα λέξεων, επισκεπτόμενος το άρθρο της 13-6-2026, της παρούσας ιστοσελίδας μας, με θέμα «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας». Πρόκειται για τους υπ’ αριθμ. 5, 2 και 3 φθόγγους του άρθρου αυτού, αντίστοιχα.

Το α΄ ενικό πρόσωπο των πέντε κύριων χρόνων του ρήματος αυτού είναι οι εξής, αντίστοιχα:

Ενεστώς: deαbeαλeανdήζου ή deαbeαλeανdώ.

Παρατατικός: deαbeαλeάνdηζα ή deαbeαλeάνdανα ή deαbeαλeάνdηνα.

Μέλλων: να deαbeαλeανdήσου.

Αόριστος: deαbeαλeάν’τσια.

Υπερσυντέλικος: deαbeαλeάν’τσια ηdουν.

Στο παρακάτω «video», ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά του παραπάνω ρήματος, στους αντίστοιχους χρόνους:

#

Παρακάτω αναφέρονται τέσσερεις φράσεις, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, όπου υπάρχει το εν λόγω ρήμα, το παράγωγο ουσιαστικό αυτού που είναι dού «deαbeαλeάνdημα» (= η κοπιώδης προσπάθεια, η ταλαιπωρία), καθώς επίσης  και το Τροπικό Επίρρημα «deάbeαλeανdηει – deάbeαλeανdηει»  ή «deάbeαλeανdειdeάbeαλeανdει»   (= με την συνεχή κοπιώδη προσπάθεια, με συνεχόμενη βασανιστική ταλαιπωρία, με την επίμονη κοπιώδη και βασανιστική προσπάθεια), που επίσης είναι παράγωγο αυτού:[4]

Στο τέλος από κάθε φράση, υπάρχει σχετικό «video», όπου ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την ίδια φράση, στα «Μυσhιώτικα», χωρίς την μετάφραση αυτής:

i.-«Μάννα μ’ dού μακαριζμένου, ΄τούν ερ’ό’ουμι νου ‘ού ρανήσου, σeάdeα  λέϊσhκην μοι αχτσhιά:  ούλου μέρα, deαbeαλeανdήζου να ποίκου σπιτ-jιού μ’, d’ άργαdα, κανείς dέ ‘νει, να ποίκ’ ένα φαηdά. ‘Πόμα, μάν-μαναχό μ’, έφα’ην μοι dου deαbeαλeάνdημα!  Τί να ποίκου; Τί να γενώ ούτσhια; » = Η μάννα μου η μακαρίτισσα, όταν ερχόμουν να την δω, κάθε φορά  μου έλεγε έτσι (μου έλεγε τα εξής): όλη μέρα, βασανίζομαι να κάνω του σπιτιού μου τις δουλειές, κανείς δεν υπάρχει να κάνει μια αγαθοεργία (να βοηθήσει σε κάτι). Απόμεινα ολομόναχή μου, μ’ έφαγε η ταλαιπωρία ! Τί θα κάνω; Τί θα γίνω έτσι (τι θα γίνω στην κατάσταση αυτή);

   #

 ii. -«έω, deαbeαλeάνdα τσh΄ησhύνα λί’ου, ό,τ-jιαλα deαbeαλeανdήζουμ’ ούλα μας! Ησhύ τουχά βρίχh-εις τα, ούλα έτοιμα ‘ί,[5] λαλείς μας τσhιόλας για deαbeαλeάνdημα!» = μωρέ, ταλαιπωρήσου και εσύ προσωπικά λίγο, όπως ακριβώς βασανιζόμαστε όλοι μας! Εσύ που τα βρίσκεις όλα έτοιμα βέβαια, μας μιλάς κιόλας για ταλαιπωρία!

#

iii. -«deάbeαλeανdηει – deάbeαλeανdηει, αττό d’όργου τ’, μια ‘ορά ποίκην, τhέλειουσην dου! Ημείς ούλου μέρα deαbeαλeανdήζουμ’ τσhι’ένε σh’τέ σhιάνουμ’!» » = με συνεχή κόπο και προσπάθεια, την δουλειά του (την εργασία του) αυτός μια φορά (πάντως) την έκανε, την τελείωσε! Εμείς όλη μέρα βασανιζόμαστε και τίποτα δεν κάνουμε!

#

    iv.-«είχαμ’ ένα πολύ όμουρφου μέγα σhκυλί, απ’ εκείνα dα φυλάκ’νει πρόγαdα. Λέϊσhκαμ’ dου ¨Γκούφυ¨. Έζησην dάμα μας, ΄αν  ένα φσhιάχh” μας, dεκατεσσ’ρά-ημισh’ χρόνια. Είχαμ’ dου λυμένου, ζ’νeαυλή μας μέσh’. Μέγα ‘νει νeυαλή μας, γιόμ’ τσhαλλού’ια. Dού πέρνασαμ’ dού χειμό, dέ μπόρισhκην να πουρπα’ήσh’. Σοι’λάϊζαν πολύ dα π’τeάρ-jια τ’, πjιό πολύ dά πισ’νά τ’. Dού ζαβαλλού, deαbeαλeάνdηζην πολύ, να πάει τρι-έσσ’ρα ασκελήμεις κhελλό ‘ρτα. Ούτσhια deαbeαλeάνdημα !!! ‘Τούν dου ράνανα, deάbeαλeανdηει – deάbeαλeανdηει, να ποίκ’ γυό – τρία ασκελήμεις, να πάει σ’ού σκιeάφους ωρτά, dογρά’ιζην dά γκζeάρ-jια μ’!» = είχα ένα πολύ όμορφο μεγάλο σκυλί, από εκείνα που φυλάνε πρόβατα (ποιμενικός). Τον λέγαμε ¨Γκούφυ¨. Ἐζησε μαζί μας, σαν ένα παιδί μας, δεκατἐσσερα και μισό χρόνια. Τον είχαμε λυμένο, στην αυλή μας μέσα. Μεγάλη είναι η αυλή  μας, (και) γεμάτη δένδρα. Αυτόν τον χειμώνα που περάσαμε, δεν μπορούσε να περπατήσει. Πονούσαν πολύ τα πόδια του, πιο πολύ τα πισινά του. Ο καημένος, βασανιζόταν πολύ, (για) να πάει τρία-τέσσερα βήματα πιο πέρα. Τέτοια βασανιστική ταλαιπωρία (τραβούσε)!!! Όταν τον έβλεπα βασανιζόμενο,  να κάνει δυό -τρία βήματα, (για) να πάει στον ίσκιο μεριά, κομμάτιαζε τα σπλάχνα μου (έσφαζε τα σωθικά μου)!

#

ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ

Ετυμολογικά, ο ρηματικός τύπος «deαbeαλeανdήζου» είναι λέξη σύνθετη, που σχηματίζεται από τα εξής τρία συνθετικά μέρη:

(a). Από το Ομηρικό πρόθεμα «δα-» = μόριον ἀχώριστον, ἀρκτικόν λέξεων, ἐπιτατικήν ἔχον σημασίαν, «ὅλως, πέρα καί πέρα».[6]

(b). Από το θέμα «παλαι-», του Ομηρικού ρήματος «παλαίω» = παλαίω, παλαίβω, διεξάγω πάλην, ἀγῶνα, κοπιάζω, ἀγωνίζομαι ἐναντίον τινός.[7]

(c). Από την ρηματική κατάληξη, της ενεργητικής φωνής, «-dήζου», της Μυσhιώτικης γλώσσας, που συνήθως είναι για αμετάβατα ρήματα και σημαίνει ότι: «εμμένοντας κάνω (ή υφίσταμαι) αυτό ακριβώς που λέει το κυρίως θέμα του ρήματος».[8]

Η σύνθεση των παραπάνω τριών στοιχείων, «δα- + παλαι- + –dήζου», σημαίνει «παλαίβω (παλεύω) πολύ, κοπιἀζω πολύ, αγωνίζομαι πολύ, τόσο πολύ που δεν παίρνει άλλο (ὅλως, πέρα για πέρα)».

Σχηματισμός: δα- + παλαι- + -dήζου > δα + παλαινdήζου, λόγω εμφάνισης του ευφωνικού προσφύματος «ν», μεταξύ θέματος και κατάληξης, > dα + παλαινdήζου, λόγω προφοράς του συμφώνου «δ», ως «d», που είναι προφορά Πελασγική,[9] > dαbαλeανdήζου, λόγω τροπής της διφθόγγου «αι», (που προφέρεται ως «ε»), σε «eα» (άλφα μακρόν),[10] με ταυτόχρονη τροπή του «π», σε «b» (= μπ), που είναι γλωσσικό φαινόμενο της δημοτικής,[11] και > deαbeαλeανdήζου, λόγω ταυτόχρονης τροπής και των δύο «α», των πρώτων δύο συλλαβών, σε «eα» (άλφα μακρόν), έχουμε δηλαδή αφομοίωση του «α», των δύο πρώτων συλλαβών, με το «eα», της μεσαίας συλλαβής.

● O ρηματικός τύπος «deαbeαλeανdήζου», όπως προαναφέρθηκε, είναι ο συνηρημένος τύπος του «deαbeαλeανdήζου».

ΣΧΟΛΙΑ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Από την παραπάνω ανάλυση αποδεικνύεται η ελληνικότητα του ρήματος «deαbeαλeανdήζου ή deαbeαλeανdώ», της Μυσhιώτικης γλώσσας. Κατόπιν τούτου, δεν ισχύει η άποψη εκείνων που θεωρούν ότι αυτό προκύπτει από ρήμα της Τουρκικής γλώσσας. Στην παρακάτω βιβλιογραφία, (όρα ΣΗΜΕΙΩΣΗ), παρατηρούμε ότι πολλοί συγγραφείς αναφέρουν το υπόψη ρήμα, ως Τουρκικής προέλευσης και μάλιστα ως προερχόμενο από το «capalamak» ή από το «çabalamak» ή από το «çapalamak».

Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει βεβαίως το ρήμα «çabalamak» (= αγωνίζομαι, κοπιάζω, μάχομαι, παλεύω, πολεμώ, προσπαθώ),[12] το οποίο όμως θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο», από την εν λόγω Μυσhιώτικη και ότι σχηματίζεται από τα εξής συνθετικά μέρη:

1). Από το αρχικό «ça, το οποίο προκύπτει από το Ομηρικό προθεματικό «ζα-», το οποίο σύμφωνα με το Ομηρικό Λεξικό του Πανταζίδη σημαίνει: «μόριον ἀχώριστον, ἐπιτατικόν». Το μόριο «ζα-» χρησιμοποιείται εδώ, αντί του «δα-», που σύμφωνα με το προηγούμενο Ομηρικό Λεξικό σημαίνει, «μόριον ἀχώριστον, ἐπιτατατικήν ἔχον σημασίαν, ὅλως, πέρα και πέρα). Το ίδιο όμως αυτό μόριο, στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου αναφέρεται ως «δά» (=  προτακτικόν ἀχώριστον μόριον πρός ἐπίτασιν τῆς σημασίας  τῆς μεθ’ ἧς συντίθεται λέξεως, ὡς τό «ζά», οἷον δάσκιος, δαφοινός, κττ).[13]

2). Από το συνθετικό «-bala-», που προέρχεται από το θέμα «παλαι-», του προαναφερθέντος Ομηρικού ρήματος «παλαίω».

3). Από την ρηματική κατάληξη «-mak», η οποία παραπέμπει στο Αγγλικό «make» (= κάνω, ποιώ, πράττω).

Σχηματισμός: ζα- + παλαι- + -mak, > ζαπαλαι-mak, > çabalamak, λόγω τροπής του μεν διπλού συμφώνου «ζ», σε «ç», δηλαδή σε «τσ», (όπου έχουμε την εξής αλληλουχία μεταβολών: ζ > σ,[14] και > τσ[15] ), της δε διφθόγγου «αι», σε «α», (ενώ, στο ρήμα της Μυσhιώτικης γλώσσας, η ίδια δίφθογγος τρέπεται σε «eα», άλφα μακρόν), καθώς επίσης και λόγω τροπής του συμφώνου «π», του δεύτερου συνθετικού, σε «b», όπως αυτό είδαμε να συμβαίνει και κατά την σύνθεση της Μυσhιώτικης λέξης.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Από την παραπάνω ανάλυση, διαπιστώνεται ότι το θέμα «çabala-», του Τουρκικού ρήματος «çabalamak», προκύπτει, είτε από την σύνθεση του Ομηρικού προθέματος  «ζα-» και από το θέμα «παλαι-», του Ομηρικού ρήματος «παλαίω», είτε από το «deαbeαλeανdήζου» ή «deαbeαλeανdώ», της Μυσhιώτικης γλώσσας.

Πέραν τούτου, από τα ίδια αυτά ρήματα σχηματίζονται οι εξής συνολικά Τουρκικές λέξεις, που θεωρώ επίσης ως λέξεις «δάνεια»: «çaba» (= προσπάθεια, ζήλος, μόχθος), «çabalama» (= προσπάθεια, πάλη, πάλεμα), «çabalanmak» (= αγωνίζομαι, κοπιάζω, μάχομαι), «çabalanmak» (= παλεύεται, πολεμιέται), «çabalamak» (= αγωνίζομαι, κοπιάζω, μάχομαι, παλεύω, πολεμώ, προσπαθώ), «çabalatmak» (= κινητοποιώ).[16]

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, το εν λόγω ρήμα αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:

(α). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται, με μη ακριβή Μυσhιώτικη προφορά, ως «ντιαπαλαντίζου» (= προσπαθώ), καθώς και ότι αυτό προέρχεται από το Τουρκικό ρήμα «capalamak» (= προσπαθώ).[17]

(β). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται, με μη ακριβή Μυσhιώτικη προφορά, ως «ντεπελαντίζου» (= αγωνίζομαι), καθώς και ότι αυτό προκύπτει από την Τουρκική λέξη «capalamak».[18]

(γ). Στο Αραβανί, αναφέρεται ως «τσhαπαλαdéζω» (= προσπαθῶ), καθώς και ότι αυτό προκύπτει από την Τουρκική λέξη «çabalamak».[19]

(δ). Στο Ουλάγατς, αναφέρεται ως «τσαπαλαdοῦ» (= προσπαθῶ), καθώς και ότι αυτό προκύπτει από την Τουρκική λέξη «çabalamak».[20]

(ε). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως «τσhαπαλατίζω» ἠ «τσhαπαλατῶ» (= προσπαθῶ), καθώς και ότι αυτό προκύπτει από την Τουρκική λέξη «çapalamak» ή «cabalamak».[21]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 133: Βλέπε την λ. «çabalamak».

[2] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 94: Βλέπε στην παράγραφο 29, την υπ’ αριθμ. ii ανάλυση.

[3] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, (Β’ έκδοση), 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.

[4] Το Τροπικό Επίρρημα «deάbeαλeανdηει – deάbeαλeανdηει» τονίζεται στην πρώτη συλλαβή, κατά παράβαση του κανόνα της τρισυλλαβίας, (λήγουσα, παραλήγουσα, πρό-παραλήγουσα). Πρόκειται για γλωσσικό κανόνα της Μυσhιώτικης γλώσσας, που συναντούμε, στην Κλητική ενικού και πληθυντικού των ουσιαστικών ονομάτων, καθώς επίσης και στο α΄ και β’ πληθυντικό πρόσωπο του Παρατατικού, των μεσοπαθητικών μας ρημάτων.

[5] Το συγκεκριμένο «’ί» προκύπτει από το αρχαίο βεβαιωτικό μόριο «γέ», ως εξής: γέ > ‘ί, λόγω αποβολής του αρχικού «γ», με ταυτόχρονη τροπή του «ε», σε «ι», που είναι γλωσσικά φαινόμενα της Ελληνικής.

[6] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.

[7] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης και Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962: Βλέπε το ρήμα «παλαίω».

[8] Βλέπε περισσότερα, στο υπό συμπλήρωση «Λεξικό της Μυσhιώτικης Γλώσσας», στον φθόγγο «D», το λήμμα «-dήζου ή –νdήζου ή dώ ή dώ».

[9] Θωμόπουλος, 2007, (Β’ έκδοση), 357:  Βλέπε στην λέξη «Ἀδρί», όπου χαρακτηρίζεται η  προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), ως προφορά Πελασγική.

[10] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ε» σε «α», την υπ’ αριθμ. 1 και 9 Σημείωση, της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[11] Στην δημοτική, κατά την σύνθεση λέξεων, όπου το δεύτερο συνθετικό αρχίζει από «π», αυτό ενίοτε τρέπεται σε «μπ», όπως π.χ. από το «διαπερνώ» προκύπτει το «διαμπερές».

[12] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 133: Βλέπε την λ. «çabalanmak».

[13] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[14] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ζ», σε «σ», την Σημείωση 4 και 5 στην ανάλυση του γράμματος «Ζ, ζ, ζῆτα».

[15] Η τροπή του «σ», σε «τσ», είναι γλωσσικό φαινόμενο, που παρατηρείται στην δημοτική, όπως π.χ. στην λέξη «συμπόσιον > τσυμπούσι ή τσιμπούσι», «σιγάρο >  τσιγάρο», κ.λ.π.

[16] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 133: Βλέπε τις ως άνω λέξεις.

[17] Κοτσανίδης, 2004, 180: Βλέπε την λ. «Προσπαθώ».

[18] Κοιμισόγλου, 2006, 214: Βλέπε την λ. «ντεπελαντίζου = αγωνίζομαι < τουρκ. capalamak».

[19] Φωστέρης Δ.  – Ι. Κεσισόγλου, 1960, 57.

[20] Κεσισόγλου Ι., 1951, 113.

[21] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 101.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:

https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/kommissionen/vanishinglanguages/Collections/Greek_varieties/Cappadocian_Greek/Bibliography_pdfs/Anastasiadis_1980_-_Turkikes_farasiotika.pdf

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα:  Εκδόσεις Πελεκάνος.

Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.

Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις        «ναῦς», ILP productions.

Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί: Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.

Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.

Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».

Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.

Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.

Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

***