Γεώργιος Λαβδάς.-
Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφερθούμε στην Ομηρική προέλευση του θέματος «dӧvüş-» του Τουρκικού ρήματος «dӧvüşmek» (= μάχομαι, πολεμώ, τσακώνομαι, καβγαδίζω, μαλώνω),[1] το οποίο προκύπτει από το ουσιαστικό «dӧvüş» (= καβγάς, μάλωμα, συμπλοκή),[2] με το οποίο σχηματίζονται και πολλές ακόμη άλλες Τουρκικές λέξεις. Η ελληνικότητα του εν λόγω θέματος, όπως θα δούμε πιο κάτω, αποδεικνύεται, με βάση τον «Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής».
Η ίδια απόδειξη αναφέρεται επίσης και στο βιβλίο μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Α’».[3]
Στην Μυσhιώτικη[4] διάλεκτο, που είναι η μητρική μου γλώσσα και της οποίας είμαι φυσικός ομιλητής,[5] υπάρχει το ενεργητικό μεταβατικό ρήμα «dοϊσhτήζου» (= μαλώνω, τσακώνομαι, πιάνομαι στα χέρια).[6] Ρηματικό παράγωγο αυτού είναι το ουσιαστικό «dοΐσhτημα» (γεν. = «dοϊσhτημάτ’», πληθ. = «dοϊσhτήμαdα») = μάλωμα, διαμάχη, τσακωμός, φιλονεικία. Η ετυμολογική ανάλυση του ρήματος αυτού μας οδηγεί στην Ελληνική προέλευση, τόσον των Τουρκικών λέξεων «dӧvüş» και «dӧvüşmek», όσον επίσης και του ουσιαστικού της δημοτικής, ο «νταής» (= ο παλληκαράς, κ.λ.π.), το οποίο στο μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου (1964), αναφέρεται ως λέξη Τουρκική.[7]
Άς δούμε, όμως, πρώτα τις παρακάτω τυχαίες φράσεις, της Μυσhιώτικης γλώσσας, στις οποίες αναφέρεται και το υπόψη ρήμα «dοïσhτήζου»:
i. -«μέ dοϊσhτή’ητ’, παιξέτ’ ‘γαπημένα!» = μην μαλώνετε, παίξ’τε αγαπημένα!
ii. -«Αττό, τσhι μη dου γηαυτό τ’, πάλ’, dοϊσhτήζh’!» = Αυτός,-ή,-ό και με το εαυτό του/της, ακόμη, μαλώνει!
iii. -«εμπέ, όξ’ ωρτά, ακούου γαυγά, ξέ΄α, ράνα τίς dοϊσhτήζh’νει» = πώ-πώ, προς (από) την έξω μεριά, ακούω καυγά, (για) βγές, (και) δες ποιοί μαλώνουν.
iv. -«έω, πάλ’ dοΐσhιεις, μ’ αττό dού τσhανό;»[8] = βρε σύ, πάλι τσακώθηκες μ’αυτόν τον άμυαλο;
v. -«μητ’ ‘ναίκα τ’, ότις dοϊσhτήσh’, dού μπελά τ’ να βρήξh’» = με την γυναίκα του, όποιος μαλώσει, τον μπελά του θα βρεί.
vi.-«Τσhι ‘ά djυό τ’νη, dίπ’ μ’ελό, dέν έχh’νει! Απ’ τα σκαμbίλια τσhι μόνου, πjιαστήχαν, dοϊσhτήζh’νει, κρού’ν απεναντ’ άλλου !» = και οι δυό τους, καθόλου μυαλό δεν έχουν. Εξ αιτίας (μόνο και μόνο) από τα χαρτιά (της τράπουλας), πιάστηκαν, (και) μαλώνουν, χτυπιούνται μεταξύ τους!
vii.-«αττούρα χeσéμια ‘νdι, να dοϊσhτήσh’νει τσhιόλας, σέ(ν)γκρα ‘γαπ-jιένdι, πάλ’» = αυτοί εκεί πέρα συγγενείς είναι, βεβαίως, θα μαλώσουνε κιόλας, (και), μετά αγαπιούνται, πάλι.
Ετυμολόγηση
Για την ετυμολόγηση του «dοϊσhτήζου», σχετικές είναι οι ακόλουθες λέξεις:
-«δάης» = μάχης. Μεγάλης.[9]
– «δάϊς» = μάχη, σφαγή, πόλεμος.[10]
-«δαΐζων» = κατακόπτων.[11]
-«δαίμων» = δαήμων. Θερμόφρων.[12]
-«δαΐν» = μάχην. νίκην λαμπάδων.[13]
-«δαΐξας» = κατακόψας.[14]
-«δαις» = μάχη, κ.λ.π.[15]
-«δάϊος» = καταστρεπτικός, ολέθριος, φοβερός, εχθρικός.[16]
-«δαΐζω» (= διαχωρίζω, διχάζω, αμφιταλαντεύομαι, χωρίζω, τεμαχίζω κάτι, καταστρέφω, ερημώνω, διαρρήγνυμι, διασπῶ, καταβάλλω, φονεύω, κ.λ.π.). Το θέμα του ρήματος αυτού είναι «δαιγ-j–», από την ρίζα «δα-», από την οποία και «δαίω», «δαίς» (= τεμάχιον, μερίδιον).[17]
-«συνδαΐζω» = φονεύω ὁμοῦ.[18]
-«δηϊόω-ῶ» (ο Αττικός τύπος είναι «δῃόω-ῶ») = λεηλατῶ, καταστρέφω, αφανίζω, φονεύω, ερημώνω.[19]
Σχηματισμός
Το «dοϊσhτήζου» σχηματίζεται από το Ομηρικό ουσιαστικό «δάϊς» (= μάχη, σφαγή, πόλεμος),[20] καθώς και από το συνθετικό ρηματικής κατάληξης (επίθημα) ενεργητικής φωνής, της Μυσhιώτικης γλώσσας, «-σhτήζου», που συνήθως σημαίνει «στήνω» (αυτό που λέει το κυρίως θέμα), έχοντας ως χαρακτηριστικό γνώρισμα την διάρκεια της πράξης, προκύπτει δε από το ρήμα «σhτήζου».[21]
Η σύνθεση των δύο αυτών στοιχείων, «δάϊς + -σhτήζου», σημαίνει: «στήνω μάχη, στήνω πόλεμο».
Σχηματισμός: δάϊς + -στήζου, > δαϊσστήζου > δαϊσhτήζου, λόγω προφοράς των δύο συνεχόμενων «σσ», ως ένα «σh» δασύ (παχύ), > dαϊσhτήζου, λόγω προφοράς του «δ», ως «d», που είναι η αρχαία Πελασγική προφορά του συμφώνου «δέλτα»,[22] και > dοϊσhτήζου, λόγω τροπής του «α», σε «ο», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής.[23]
Σημειωτέον, ότι στην Μυσhιώτικη γλώσσα, έχουμε τροπή του «α» σε «ο», στον σχηματισμό και άλλων λέξεων, όπως, π.χ.: 1). Στην λέξη «όϊμα (= αίμα), που σχηματίζεται από την λέξη «αἷμα», λόγω διάσπασης (διαχωρισμού) της διφθόγγου «αι», στα φωνήεντα από τα οποία σχηματίζεται, ήτοι σε «α» και σε «ι», (αἷμα > άϊμα),[24] και ακολούθως λόγω τροπής του αρχικού «α», σε «ο», (αἷμα > άϊμα > όϊμα). 2). Στην λέξη «ροφάν’» (= ρεπάνι), που σχηματίζεται από την λέξη «ῥαφάνη» («ῥαφανίς, ῥάφανος», κατά τον Ησύχιο), ως εξής: ῤαφάνη > ραφάν’, λόγω απόρριψης (αποβολής) του άτονου καταληκτικού «η», με ταυτόχρονη τροπή του «α», της πρώτης συλλαβής, σε «ο».
ΣΧΟΛΙΟ
Από την παραπάνω ανάλυση, καθώς και από την σχετική αναζήτηση περισσότερων πληροφοριών, για την εν λόγω λέξη, προέκυψαν τα ακόλουθα πέντε σημαντικά στοιχεία:
(1). Πρώτον, το ρἠμα «dοϊσhτήζου» είναι λέξη Μυσhιώτικη, δηλαδή Ελληνική, προερχόμενη από το Ομηρικό «δάϊς». Ως εκ τούτου, δεν έχει προέλευση Τουρκική, όπως πολλοί αναφέρουν, οι οποίοι μάλιστα, (όπως θα δούμε πιο κάτω), αναφέρουν ότι προέρχεται από το ρήμα «dӧvüşmek» (= μάχομαι, πολεμώ, τσακώνομαι, καβγαδίζω, μαλώνω).[25]
(2). Δεύτερον, Το ουσιαστικό της δημοτικής, ο «νταής» (= ο παλληκαράς, κ.λ.π.), είναι λέξη Ελληνική, παρ’ όλο που στο μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου 1964 αναφέρεται ως Τουρκική.[26] Τούτο δε διότι, στην σημερινή δημοτική, ο όρος «νταής» αναφέρεται, γενικά, σε επιθετικό ή αυταρχικό άνδρα, που επιδεικνύει προκλητική συμπεριφορά, που συχνά υποκρίνεται τον σκληρό, τον «μάγκα» ή τον προστάτη, με σκοπό να εκφοβίσει τους άλλους. Όμως, τα χαρακτηριστικά αυτά γνωρίσματα εμπεριέχουν την έννοια της «πρόθεσής για τσακωμό, για μάχη». Ως εκ τούτου, η λέξη «νταής» θεωρώ ότι προκύπτει από την ρίζα «δα-», (απ’ όπου και όλες οι παραπάνω αρχαιοελληνικές λέξεις, οι οποίες σημασιολογικά σχετίζονται με μάχη, με πόλεμο), καθώς και από την κατάληξη «-ης», που είναι για ουσιαστικά αρσενικού γένους. Σχηματισμός: ως εξής: δα- + -ης > dαής, λόγω προφοράς του «δ», ως «d».
Επισημαίνεται δε ότι η λέξη «νταής» ουδεμία σχέση, σημασιολογική ή ετυμολογική, έχει με την Τουρκική λέξη dayi» (= θείος, αδελφός της μητέρας, τολμηρός, μάγκας, νταής, μέσον, μπάρμπας). Η Τουρκική αυτή λέξη, όπως σε άλλο σχετικό άρθρο μας εξηγήσαμε (άρθρο της 1-2-2026), είναι λέξη «δάνειο», προερχόμενη από την Μυσhιώτικη λέξη «deαή’» (= θείος, αδελφός της μητέρας), που προκύπτει από το Ομηρικό «δαήρ» (= θείος, αδελφός του πατέρα).
(3). Τρίτον, η λέξη, της Τουρκικής γλώσσας, «dӧvüş» (= καβγάς, μάλωμα, συμπλοκή),[27] θεωρώ ότι είναι «δάνειο», από το θέμα «dοϊσh-», του υπόψη «dοϊσhτήζου», από το οποίο προκύπτει ως εξής: dοϊσh-, > dӧvüş», λόγω εμφάνισης του ευφωνικού προσφύματος «v» (= β), μεταξύ των συνεχόμενων φωνηέντων «ö» (< ο) και «ü» (< ι), που είναι το αντίστοιχο φαινόμενο της Ελληνικής γλώσσας, όπου, μεταξύ δύο συνεχόμενων φωνηέντων, εμφανίζεται το πρόσφυμα «γ».[28]
Χαρακτηριστική, μάλιστα, είναι η περίπτωση εμφάνισης του προσφύματος «v» (= β), μεταξύ δύο συνεχόμενων φωνηέντων, στην Τουρκική λέξη «tavus» (= παγώνι),[29] που προέρχεται από το αρχαίο Ελληνικό, ο «ταώς» (= παγώνι).[30] Είναι δηλαδή, «ταώς > ταβώς > tavus».
(4). Τέταρτον, το θέμα «dӧvüş-», του ρήματος «dӧvüşmek», είναι ίδιο με το ουσιαστικό «dӧvüş», που, όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει από το θέμα «dοϊσh-», του ρήματος «dοϊσhτήζου», της Μυσhιώτικης γλώσσας.
Σημειωτέον ότι το «dӧvüşmek» σχηματίζεται από το «dӧvüş-», καθώς και από την κατάληξη «-mek», το οποίο παραπέμπει στο ρήμα «make» (= κάνω, ποιώ), της Αγγλικής γλώσσας. Σχηματισμός: dӧvüş- + mek > dӧvüşmek.
5). Πέμπτον, στην Τουρκική γλώσσα υπάρχουν οι ακόλουθες λέξεις, τις οποίες θεωρώ «δάνεια», καθώς έχουν ως πρώτο συνθετικό, άλλες μεν το «dӧvüş-», που προκύπτει από το παραπάνω «dοϊσh-», του «dοϊσhτήζου», άλλες δε το «dӧv–», που προκύπτει από το «dӧvüş-». Οι λέξεις αυτές φανερώνουν την έκταση του «μπολιάσματος» (της διείσδυσης), που κατάφερε η Μυσhιώτικη διάλεκτος στην Τουρκική, ή αλλιώς τον βαθμό συμβολής της Μυσhιώτικης γλώσσας, στην τελική διαμόρφωση του λεξιλογίου της Τουρκικής γλώσσας: «dӧvdürme» (= ξύλο, ξυλοδαρμός), «dӧvdürmek» (= βάζω κάποιον να δείρει άλλον), «dӧvdürülmek» (= τρώω ξύλο), «dӧvme» (= ξυλοδαρμός, δάρσιμο, κοπάνισμα), «dӧvmek» (= δέρνω, χτυπώ, ραβδίζω, χειροδικώ, πλακώνω, κοπανάω, κανονιοβολώ), «dӧvülme» (= ξυλοφόρτωμα), «dӧvülmek» (= ξυλοφορτώνομαι, τρώω ξύλο), «dӧvünmek» (= στηθοκοπιέμαι, χτυπιέμαι, οδύρομαι, θρηνώ), «dӧvüş» (= καβγάς, μάλωμα, συμπλοκή), «dӧvüşçü» (= καβγατζής), «dӧvüşken» (= πολεμοχαρής), «dӧvüşkenlik» (= μαχητικότητα), «dӧvüşme» (= μάχη, πάλεμα, πάλη), «dӧvüşmek» (= μάχομαι, πολεμώ, τσακώνομαι, καβγαδίζω, μαλώνω), «dӧvüştürme» (= πάλεμα, μάχη, πάλη), «dӧvüştürmek» (= βάζω άλλους να τσακωθούν).[31]
Σημειωτέον, ότι το δεύτερο συνθετικό «dür», των παραπάνω Τουρκικών λέξεων, «dӧvdürme», «dӧvdürmek» και «dӧvdürülmek», προκύπτει από το θέμα «δορ-», του Ομηρικού ρήματος «δέρω», με την νεότερη σημασία αυτού «δέρνω, ξυλοκοπώ», που σχηματίζεται κατά μετάπτωση από το αρχικό θέμα «δερ-» του ρήματος αυτού.[32]
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ρήμα «dοϊσhτήζου», στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:
(α). Στο Αραβανί, αναφέρεται ως «dӧγιuσhτúζω» (= μαλλώνω), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dӧvüşmek».[33]
(β). Στην Αξό, αναφέρεται ως «dεγισhτίζω ἤ döγιüσhτüζω» (= μαλώνω, τσακώνομαι), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dӧvüşmek».[34]
(γ). Στο Ουλάγατς, αναφέρεται ως «dö(γ)üστοῦ» (= μαλλώνω), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dӧvüşmek».[35]
(δ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΜΙCΤΙ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑC», αναφέρεται ως «ντοϊστίζου» (= μαλώνω), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dovusmek».[36]
(ε). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται ως «ντοϊστίζου» (= φιλονικώ, διαπληκτίζομαι με κάποιον, μαλώνω, αντιδικώ), καθώς και ότι προέρχεται από το Τουρκικό ρήμα «dovusmek»/ «dovusmαk» (= μαλώνω, καβγαδίζω, φιλονικώ, διαπληκτίζομαι).[37]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 193: Βλέπε την λ. «dӧvüşmek».
[2] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 193: Βλέπε τις λ. «dӧvüş» και «dӧvüşmek».
[3] Λαβδάς Γ., 2025, 75 – 77: Βλέπε την παράγραφο 19, όπου αναλύεται το ρήμα «dοϊσhτήζου».
[4] Ο φθόγγος «σh», όλων των λέξεων της «Μυσhιώτικης διαλέκτου», είναι το σίγμα δασύ (παχύ), που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Προφέρεται όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch», στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).
[5] Η δήλωσή μου ότι «είμαι φυσικός ομιλητής», της εν λόγω διαλέκτου, απευθύνεται, κατά κύριο λόγο, προς εκείνους οι οποίοι αμφισβητούν τά αναφερόμενά μου, με το επιχείρημά τους ότι αυτά δεν αναφέρονται σε βιβλιογραφικές πηγές. Αρνούνται προφανώς να κατανοήσουν ότι η μητρική μου γλώσσα διατηρήθηκε μόνον προφορικά και δεν υπάρχουν γραπτά κείμενα αυτής. Οι μόνες υπάρχουσες πηγές είμαστε όσοι ακόμη μιλούμε την γλώσσα αυτή. Όσοι δε από τους ερευνητές έχουν ασχοληθεί με την γλώσσα αυτή, ακόμη και εάν είναι καταξιωμένοι επιστήμονες γλωσσολόγοι, έχουν ένα αδύνατο σημείο, που είναι ότι δεν γνωρίζουν την Μυσhιώτικη γλώσσα μας. Τα επιστημονικά στοιχεία δε, που παρουσιάζουν, βασίζονται κατ’ ανάγκη σε πληροφορίες, που δεν είναι πάντοτε αξιολογημένες (διακριβωμένες), για τον βαθμό αξιοπιστίας τους, τόσον ως προς την προφορά, (καθώς πολλές λέξεις ή και φράσεις έχουν γραφεί μόνον με την Ελληνική αλφάβητο, που είναι ανεπαρκής για την ορθή και πιστή προφορά της Μυσhιώτικης γλώσσας μας), όσον και ως προς την ορθογραφία των λέξεων, με αποτέλεσμα πάρα πολλές λέξεις μας να ετυμολογούνται, ως Τουρκικές, ενώ, στις περισσότερες των περιπτώσεων, αποδεικνύεται ακριβώς το αντίστροφο.
[6] Οι χρόνοι του ρήματος αυτού είναι οι εξής: Ενεστώς = dοϊσhτήζου, Παρατατικός = dοΐσhτηζα ή dοΐσhτηνα, Μέλλων = να dοϊσhτήσου, Αόριστος = dοΐσhτησα ή dοΐσhια, Παρατατικός Στιγμιαίος = dοΐσhτηζα ηdουν ή dοΐσhτηνα ηdουν, Δυνητική Οριστική = να dοϊσhτήσου ηdουν, Υπερσυντέλικος = dοΐσhτησα ηdουν ή dοΐσhια ηdουν. Προστακτική Ενεστώτος, (β΄ πρόσωπο): ενικός= dοΐσhτα ή dοΐσhτ’ ή dοΐσh’, πληθυντικός = dοϊσhτησέτ’ ή dοϊσhτάτ’, (όπου, το μεν «dοΐσhτ’» σχηματίζεται από το «dοΐστησει», ύστερα από την απόρριψη του καταληκτικού, «-ησει», το δε «dοΐσh’» σχηματίζεται από το προηγούμενο «dοΐσhτ’», λόγω απόρριψης του καταληκτικού «τ», καθώς η γλώσσα αποφεύγει γενικώς τα συμπλέγματα συμφώνων, ως καταληκτικά λέξεών της).
[7] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[8] To επίθετο «τσhανό» (= άμυαλος, άνοος), προκύπτει από το ουδέτερο του Ομηρικού «ἄνοος», ως εξής: ἄνοος, ἄνοο > τσανόο, λόγω προφοράς της ψιλής ως «τσ»
[9] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[10] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[11] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[12] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[13] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[14] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[15] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[16] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[17] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης, Δημητράκος, (Λεξικό), 1964, καθώς και Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962.
[18] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962.
[19] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962.
[20] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[21] Το «σhτήζου» είναι τύπος του ρήματος, της Μυσhιώτικης διαλέκτου, με τους εξής συνολικά τύπους: «Σhτήγου ή στήγου ή στήζου ή σhτήζου ή στύγου» = στήνω, στήνω όρθιο, πακτώνω κάτι σε όρθια θέση, στήνω κάτι όρθιο κατά τρόπον που αυτό να έχει διάρκεια, ορθώνω, εγκαθιστώ. Ο τύπος του ρήματος «στύγου» σημαίνει προκαλώ στύση και αναφέρεται μόνον στο στύσιμο, στον υπερερεθισμό, των γεννητικών οργάνων (ανδρών και γυναικών).
[22] Θωμόπουλος, 2007, 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.
[23] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «α», σε «ο», την Σημείωση 2 και 4 της ανάλυσης του γράμματος «Α, α, ἄλφα».
[24] Η διάσπαση της διφθόγγου είναι γλωσσικό φαινόμενο γνωστό ήδη από τα Ορφικά (π.χ. «εϋστεφάνου Διονύσου», αντί «εὐστεφάνου Διονύσου», επίσης και από τα Ομηρικά έπη, (π.χ. «πάϊς», αντί «παῖς»).
[25] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 193: Βλέπε την λ. «dӧvüşmek».
[26] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[27] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 193: Βλέπε τις λ. «dӧvüş» και «dӧvüşmek».
[28] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του «γ» μεταξύ φωνηέντων, (όπως π.χ. «κλαίω > κλαίγω», «καίω > καίγω», «ἀέρας > άγέρας, «ἄωρος > ἄγουρος», κ.λ.π.), την υπ’αριθμ. 2 ανάλυση του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[29] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 721: Βλέπε την λ. «tavus».
[30] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «ταώς».
[31] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 192, 193: Βλέπε τις παραπάνω λέξεις, στις σελ. 192-193.
[32] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε το ρήμα «Δέρω» (= ἐκδέρω, γδέρνω). Επίσης, Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962 : Βλέπε το ρήμα «δέρω» (= γδέρνω, δέρνω, ξυλοκοπώ), καθώς και το θέμα «δορ-» αυτού. Επίσης, Δημητράκος (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’αριθμ. 3 ερμηνεία του «δέρω» (= τύπτω, μαστιγῶ, κτυπῶ, ραβδίζω, ξυλίζω, δέρνω).
[33] Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 52: Βλέπε την λ. «dӧγιuσhτu’ζω».
[34] Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι, 1960, 137: Βλέπε την λ. «dεγισhτίζω ἤ döγιüσhτüζω».
[35] Κεσισόγλου Ι., 1951, 112: Βλέπε την λ. «dö(γ)üστοῦ».
[36] Κοιμισόγλου, 2006, 214: Βλέπε την λέξη, «ντοϊστίζου» = μαλώνω < τουρκ. dovusmek.
[37] Κοτσανίδης, 2004, 32, 67, 136, 216: Βλέπε την λ. «Αντιδικώ» στην σελ. 32, την λ. «διαπληκτίζομαι» στην σελ. 67, την λ. «μαλώνω» στην σελ. 136, καθώς και την λ. «φιλονικώ» στην σελ. 216.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα: Εκδόσεις Πελεκάνος.
Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.
Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.
Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι. Ι., 1960. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Αξού, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.
Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.
***

