Γεώργιος Λαβδάς.- 29-5-2026
Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφερθούμε στην Ελληνική προέλευση των Τουρκικών λέξεων «çali» ( = θάμνος, βάτος) και «dal» (= κλάδος, κλαδί, παρακλάδι).[1]
Οι ίδιες αυτές λέξεις υπάρχουν στην Ελληνική δημοτική, στην Ποντιακή, καθώς επίσης και στην Μυσhιώτικη[2] διάλεκτο, η ελληνικότητα των οποίων αποδεικνύεται, με βάση τον αρχαιοελληνικό Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής, όπως θα δούμε πιο κάτω,
Η απόδειξη της ελληνικότητας, των Τουρκικών εν λόγω λέξεων, βασίζεται αντίστοιχα στην ετυμολογική ανάλυση των εξής τριών λέξεων, της Μυσhιώτικης γλώσσας (διαλέκτου): 1). «τσαλί» (= κλαδάκι, ξυλαράκι από κλαδί, ξυλαράκι για προσάναμμα), 2). «τσhαλλού’ι» (= δένδρο), 3).«dάλ’» (= κλαδί, κλωνάρι),
Σημειωτέον, ότι η ετυμολογική ανάλυση των μεν πρώτων δύο λέξεων, «τσαλί» και «τσhαλλού’ι», αναφέρεται στην παράγραφο 194, της δε τρίτης, «dάλ’», στην παράγραφο 195, του βιβλίου μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Β΄».[3]
Α. Η λέξη «τσαλί»
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, (που είναι η μητρική μου γλώσσα και της οποίας είμαι φυσικός ομιλητής), υπάρχει το ουδέτερο ουσιαστικό «τσαλί» (γεν. = «τσαλι-ού», πληθ. = «τσαλία»[4]) = μικρός ξερός θάμνος για καύσιμη ύλη ή για προσάναμμα, κλαδάκι, ξυλαράκι από κλαδί, ξυλαράκι για προσάναμμα.
Οι συλλαβές της γενικής, του εν λόγω ουσιαστικού, είναι οι εξής τρείς: τσα-λι-ού.
ΠΡΟΣΟΧΗ
1.Το εν λόγω ουσιαστικό, σημασιολογικά και ετυμολογικά, δεν συμπίπτει με το ουσιαστικό «τσειλή ή τσυλή»,[5] της Μυσhιώτικης γλώσσας.
2.Ο πληθυντικός «τσαλία» δεν πρέπει να συγχέεται με το ουσιαστικό θηλυκού γένους, πληθυντικού αριθμού, «’τσhαλιές» (= σκουπίδια διάφορα, εσωτερικού ή εξωτερικού χώρου), που προέρχεται από την δημοτική λέξη, η «ἀτσαλιά» (επίσης και «ἀτζαλιά») = ἀκαθαρσία, ρῦπος, κόπρος, βρῶμα.[6]
3.Ετυμολογικά και σημασιολογικά, η λέξη «’τσhαλιές» ουδεμία σχέση έχει με την προαναφερθείσα Τουρκική λέξη «çali», η ηχητική ομοιότητα της οποίας έχει ήδη παρασύρει συγγραφείς. Πιο συγκεκριμένα:
(α). Στο Αραβανί αναφέρεται το ουσιαστικό, τα «τσhαλιές» (= σκουπίδια), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη, «çali».[7]
(β). Στον Πόντο, (στην Ινέπολη), αναφέρεται το ουσιαστικό, το «τσαλί» (= ἀκίδα, κάρφος, σκύβαλον, σκουπίδι). Η ίδια λέξη, στην Αμισό και στην Οινόη, αναφέρεται ως η «τσαλία». Επίσης, αναφέρεται και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη, «çali» (= βάτος, φρύγανον).[8]
Φράσεις με την λέξη «τσαλί» (πληθ. = τσαλία).
Παρακάτω, αναφέρονται δύο τυχαίες φράσεις, της Μυσhιώτικης γλώσσας, στις οποίες περιέχεται η εν λόγω λέξη:
(i). -«έω, αττά dου τσαλί, ομπρός dου τσhεί’ι, σούνdα, έπαρ’ του, Σώρουψει τσhι’άλλα λί’α τσαλία, αζ γήψουμ’ λί’ου νησ’jιά, ψhήνουμ’ απ’ ένα γαϊφeά, πjίνουμ’ dου, άλλου όργου τουγά dέν έχουμ’, να ποίκουμ’!» = βρε σύ, αυτό εκεί το ξυλαράκι, που βρίσκεται μπροστά σου, άπλωσε το χέρι, (και) πάρ’ το, Μάζεψε κι’ ακόμη λίγα, ας ανάψουμε λίγη φωτιά, ψήνουμε από έναν καφέ, (και) τον πίνουμε, άλλη δουλειἀ λοιπόν δεν έχουμε, να κάνουμε!
(ii). -«άμει κάτ’ σ’ού deαρeά, γιόμ’ τσαλία, Σώρουψει επhαιεί. Σάμπα’α γήφουμ’ νησ’jιά, μ’ αττούρα, ζένουμ’ λερό, πλυνιέμηστει.» = πήγαινε κάτω στην ρεματιά, (που) είναι γεμάτη ξερούς θάμνους, (και) μάζεψε αρκετή ποσότητα. Αύριο (κάποια στιγμή), ανάβουμε φωτιά, με αυτά εκεί, ζεσταίνουμε νερό, (και) πλενόμαστε.
Τις παραπάνω φράσεις, δίχως όμως την μετάφραση αυτών, ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει στο παρακάτω «video».
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ της λέξης «τσαλί»
Για την ετυμολόγηση του ουσιαστικού «τσαλί», σχετικές είναι οι παρακάτω λέξεις:
-«τσαλί» (τό) = τό φρύγανον.[9]
-«θαλέει» = θάλλει, ἀνθεῖ.[10]
-«θάλλει» = ἀκμάζει, ἀνθεῖ.[11]
-«θαλλόν» = ὅ ἐσθίουσι οἱ βόες.[12]
-«θαλλός» = πᾶν τό θάλλον κυρίως δέ κλάδος ἐλαίας, ἤ φοίνικος βλάστημα.[13]
-«θαλλός» = βλαστός, βλαστάρι, κλαδί, κλαδιά, φύλλα χλωρά.[14]
-«θαλύ(πτ)εσθαι» = φλέγεσθαι.[15]
-«θάλωμεν» = βλαστήσωμεν, βλαστάνωμεν.[16]
-«θάλλω» (= βλαστάνω, ἀνθῶ, ἀκμάζω, φυτρώνω). Το θέμα του ρήματος αυτού είναι «θαλλ-», από την ρίζα «θαλ-», απ’ όπου και το ουσιαστικό «θάλος» (= βλαστός).[17] Ο δε Δωρικός τύπος του ρήματος «θάλλω» είναι «σάλλω».[18]
-«θάλος» (το) = θαλλός, κλάδος, κλωνάρι, βλαστός.[19]
Σχηματισμός του «τσαλί»
Το «τσαλί», που είναι ίδια λέξη και στην δημοτική, σχηματίζεται, είτε από την ρίζα «θαλ-» των παραπάνω Ομηρικων λέξεων «θάλλω» και «θαλλός», είτε από το θέμα «θαλ-» του παραπάνω Ομηρικού ουσιαστικού «θάλος», καθώς και από την κατάληξη «ι», που είναι για ουσιαστικά ουδετέρου γένους, ως εξής: θαλ- + -ι, > θαλί, > σαλί, λόγω τροπής του «θ», σε «σ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[20] (άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, το ρήμα «θάλλω» στην Δωρική διάλεκτο είναι «σάλλω»), και > τσαλί, λόγω τροπής του αρχικού «σ», σε «τσ», που είναι επίσης γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής.[21]
ΣΧΟΛΙΟ 1
Από την παραπάνω ανάλυση αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «τσαλί», καθώς προέρχεται από τις Ομηρικές λέξεις, «θάλλω», «θαλλός» και «θάλος». Εν τούτοις, η λέξη αυτή από άλλους θεωρείται, ως προερχόμενη από την Τουρκική λέξη «çali» (= θάμνος, βάτος).[22] Όμως η Τουρκική αυτή λέξη θεωρώ ότι είναι «δάνειο», προερχόμενη από το υπόψη «τσαλί», με το οποίο συμπίπτει ηχητικά και σημασιολογικά.
Το εν λόγω ουσιαστικό, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:
(α). Στην Δημοτική, αναφέρεται ως το «τσαλί» (τό) = τό φρύγανον.[23]
(β). Στην Αξό Καππαδοκίας, αναφέρεται στον ενικό, ως το «τσhαλé» (= θάμνος ακανθωτός) και στον πληθυντικό, ως τα «τσhαλούjα», καθώς και ότι αυτό προκύπτει από το Τουρκικό «çali».[24]
(γ). Στον Πόντο, (στην Ινέπολη), αναφέρεται, ως το «τσαλί» (= ἀκίδα, κάρφος, σκύβαλον, σκουπίδι). Η ίδια λέξη, στην Αμισό και στην Οινόη, αναφέρεται ως η «τσαλία». Επίσης, αναφέρεται και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη, «çali» = βάτος, φρύγανον.[25]
(δ). Στην Τουρκική γλώσσα αναφέρονται οι λέξεις: «çali» (= θάμνος, βάτος), «çalilik» (= θαμνώνας, θαμνώδης).[26]
**
Β. Η λέξη «τσhαλλού’ι»
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, υπάρχει επίσης και το ουσιαστικό, ουδετέρου γένους, «τσhαλλού’ι» (γεν. = «τσhαλλου’ιού», πληθ. = «τσhαλλού’ια») = δένδρο.
Φράσεις με την λέξη «τσhαλλού’ι»
Παρακάτω, αναφέρονται μερικές τυχαίες φράσεις, της Μυσhιώτικης γλώσσας, στις οποίες περιέχεται η εν λόγω λέξη:
(i).-«κάκα, σ’ού Μυσhτή, τί τσhαλλού’ια είχh-ητ’;» = γιαγιά, στην Μυσhτή τί δένδρα είχατε;
(ii). -«άχ πουλί μ’, πουλί μ’! Dου Μυσhτή τσεί’ι σ’ ένα τόπους, τσhαλλού’ια χίσh’ dέ φυτρών’νει » = άχ, πουλί μου – πουλί μου ! Η Μυσhτή είναι σε ένα μέρος, (όπου) δένδρα καθόλου δεν φυτρώνουνε.
(iii). -«Τσhαού, ζ’νeαυλή μας, απ’ έσ’, έχουμ’ ένα μέγα τσhαλλού’ι, τσhι τρι’-’έσσ’ρα μικρά. Dού μέ’αν dού τσhαλλού’ι dουτ-jιά ‘νει, σhιάν’ μαύρα γeλτσhυά dούτ-jια. ‘Τούν νι-ούνdι, ούλου dου χωρ-jιό μας σωρουβ-jιέdι, να φάει» = στην αυλή μας, μέσα, έχουμε ένα μεγάλο δένδρο, και τρία – τέσσερα μικρά. Το μεγάλο το δένδρο, μουριά είναι, κάνει μαύρα γλυκά μούρα. Όταν ωριμάζουν, όλο το χωριό μας μαζεύεται, (για) να φάει.
(iv). -«μικρά ‘τούν τσειό’ουμηστει, ούλου γιαπhούσταναμ’, σ’ά τσhαλλούϊα απάν’. Ότις dέμ bόρηνει να γιαπhουσhτήσh’, dέ τρώϊξην, ούτη dα καλά dα dούτ-jια, ούτη dα καλά κορόμπηλα, ούτη dα καλάν d’ απί’α. Σώρουβην απ’ απ’κάτ’, απ’ του τσhαλλούϊ, εκείνα dα πέφτισhκαν, κα’ εις τη χή» = μικροί όταν ήμασταν, συνέχεια σκαρφαλώναμε (αναρριχούσαμε), στα δένδρα επάνω. Όποιος δεν μπορούσε να σκαρφαλώσει (να αναρριχηθεί), δεν έτρωγε, ούτε τα καλά τα μούρα, ούτε τα καλά κορόμηλα, ούτε τα καλά τα απίδια (αγριάπιδα, γκόρτσια). Μάζευε από από κάτω, από το δένδρο, εκείνα που έπεφταν, κάτω στη γή.
(v). -«απι’ιού dου τσhαλλού’ι, λέμ’ dου απι’ιά» = του απιδιού το δένδρο το λέμε, απιδιά.
(vi). -«βορ’κοτσhιά, λέμ’ εκείνου dου τσhαλλού’ι, dού σhιάν’ βορ’κότσhια» = βερικοκιά, λέμε εκείνο το δένδρο, που κάνει βερίκοκα.
Τις παραπάνω φράσεις, δίχως όμως την μετάφραση αυτών, ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει στο παρακάτω «video».
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ και σχηματισμός της λέξης «τσhαλλού’ι»
Ετυμολογικά, η λέξη «τσhαλλού’ι» σχηματίζεται από το υποκοριστικό του Ομηρικού ουσιαστικού, ο «θαλλός» (= βλαστός, βλαστάρι, κλαδί, κλαδιά, φύλλα χλωρά),[27] που είναι παράγωγο του προαναφερθέντος «θάλλω» (= βλαστάνω, φυτρώνω, ανθώ, ακμάζω), σχηματιζόμενο από το θέμα «θαλλ-» αυτού και από την υποκοριστική κατάληξη της δημοτικής «-ούδι»,[28] ως εξής: θαλλ- + -ούδι «θαλλούδι»,[29] το οποίο άλλωστε αναφέρεται στα Φάρασα, στην γενική ενικού, ως «τοῦ τσhαλουδίουν».[30]
Σχηματισμός του «τσhαλλού’ι»: θαλλούδι > σαλλούδι, λόγω προφοράς του αρχικού «θ», ως «σ»,[31] και > τσhαλλού’ι, λόγω αποβολής, (αποσιώπησης), του «δ», (το οποίο δεν προφέρεται στην Μυσhιώτικη γλώσσα), με ταυτόχρονη τροπή του αρχικού «σ», σε «τσh» δασύ (παχύ).[32]
Σημειωτέον, ότι στον σχηματισμό του «τσhαλλού’ι», παρατηρούμε την διατήρηση του άτονου καταληκτικού «ι», διότι έχει αποβληθεί το σύμφωνο «δ», της λήγουσας συλλαβής, με το οποίο σχημάτιζαν την λήγουσα συλλαβή «-δι».[33]
ΣΧΟΛΙΟ 2
Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «τσhαλλού’ι». Εν τούτοις, και αυτή η λέξη, από άλλους, αναφέρεται ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «çali» (= θάμνος, βάτος, ακανθωτός θάμνος),[34] η οποία, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω στην λέξη «τσαλί», είναι λέξη «δάνειο», από την Μυσhιώτικη γλώσσα.
Η λέξη «τσhαλλού’ι», στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:
(α). Στην Ανακού, αναφέρεται ως «τσhαλού», στην εξής φράση: -«…με ἰdεδιοῦ τσhαλού» (= με τζιτζιφιάς κλαδί).
Σημειωτέον, ότι η ερμηνεία της λέξης «τσhαλού», ως «κλαδί», δεν είναι ορθή, διότι στο ίδιο βιβλίο, τρείς σελίδες παρακάτω, αναφέρεται η ίδια λέξη με την σημασία αυτής, ως «δένδρο», στην φράση: «… τοῦ Χασάν ἀγᾶ το τσhαλού» (= μια αγριοτζιτζιφιά).[35]
(β). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως ο «τσhαλούς» (= θάμνος), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «çali».[36] Η ίδια αυτή λέξη αναφέρεται και στην γενική ενικού, από άλλον συγγραφέα, ως τοῦ «τσhαλουδίουν».[37]
(γ). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται ως «τσιαλούι» (= δέντρο), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «cali».[38]
(δ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται ως «τσιαλούϊ» (= δένδρο), καθώς και ότι το δενδρύλλιο λέγεται «μικρό τσαλούϊ».[39]
(ε). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΜΙΣΤΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», το εν λόγω ουσιαστικό αναφέρεται, χωρίς την κατάληξη «-ι», στην φράση, «γρύχου να χυτέψου ‘να τσhαλού» (= χτυπώ, σκάβω, για να φυτέψω ένα δέντρο), καθώς επίσης και στην φράση «… γέναν τσhαλούια…» (= έγιναν δένδρα).[40]
**
Γ. Η λέξη «dάλ’»
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, υπάρχει επίσης και το ουσιαστικό, ουδετέρου γένους, «dάλ’» (γεν. = «dαλιού», πληθ. = «dάλια») = κλάδος, κλαδί, παρακλάδι, κλώνος, κλωνάρι.
Φράσεις με την λέξη «dάλ’»
Παρακάτω, αναφέρονται μερικές τυχαίες φράσεις, της Μυσhιώτικης γλώσσας, στις οποίες περιέχεται η εν λόγω λέξη:
(i). -«μέ πατάς, σ’ αττό dου dάλ’, dέ ση βαστά, ψελίτσhικου ‘νει, τσhιακούdι ! = μην πατάς σ’ αυτό εκεί πέρα το κλαδί, δεν σε βαστά, λεπτούτσικο είναι, σπάει (υπό την έννοια ότι μπορεί να σπάσει).
(ii). -«φέρ’ λί’α ξερά dάλια, να κάψουμ’» = φέρε λίγα ξερά κλαδιά, (για) να κάψουμε.
(iii). -«τ’ ηττ-jιού dου τσhαλλού’ι, τ’ απανά dα dάλια, ανέβα, κόψει dα, να συφτάσh’νει σ’ού Χιογό, άλλου !» = αυτού εδώ του δένδρου, τα επάνω τα κλαδιά του, ανέβα, (και) κόψ’ τα, (γιατί) θα φθάσουνε στο Θεό, πιά ! (εννοείται ότι θα φθάσουν πολύ ψηλά).
(iv). -«μικρό παι’ΐ ‘τούν τσειό’ουμι, είχα τσειάκουσh’ κουνέλια, τάϊζα dα, ακακίας ψελίτσικα dάλια, μη φύλλα, τρώϊσhκαν dα» = μικρό παιδί όταν ήμουνα, είχα καμμιά εικοσαριά κουνέλια, τα τάϊζα λεπτά κλαδιά ακακίας, με φύλλα, τα τρώγανε.
Τις παραπάνω φράσεις, δίχως όμως την μετάφραση αυτών, ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει στο παρακάτω «video».
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ και σχηματισμός της λέξης «dάλ’»
Για την ετυμολόγηση του «dάλ’», η οποία αναφέρεται και στην παράγραφο 195, του προαναφερθέντος βιβλίου μου,[41] υπάρχουν οι παρακάτω σχετικές λέξεις:
-«ντάλι» (= κλάδος δένδρου), η οποία μάλιστα αναφέρεται ως λέξη Τουρκική.[42]
-«δάλα» = ἄμπελος.[43]
-«δαλίον» = δαλόν. ἐν ταῖς ἱεροποιεῖαις εἰώθασι τόν δαλόν ἐμβάλλειν ( άπτειν) εἰς τήν χέρνιβα καί περιρραίνειν τόν βωμόν.[44]
-«δαλόν» = ζῆλον. ἤ λαμπάδα, ἤ ξύλον κεκαυμένον, δαδίον ἡμίφλεκτον.[45]
-«Δαλός» = δαυλός, καιόμενος δαυλός.[46]
-«θάλος» (το «θάλος», γενική του «θάλεος») = βλαστός, κλάδος, κλωνάρι. Η Ομηρική αυτή λέξη, με το ένα λάμδα, «λ», χρησιμοποιείται μόνον με μεταφορική σημασία επί ανθρώπων.[47]
-«θαλλός» (ο «θαλλός», είναι παράγωγο του ρήματος «θάλλω») = βλαστός, βλαστάρι, κλαδί, κλαδιά, φύλλα χλωρά.[48] Την λέξη αυτή συναντούμε στην Οδύσσεια, π.χ. στην φράση «ρ/224»: «σηκοκόρον τ’ἔμεναι θαλλόν τ’ ἐρίφοισι φορῆναι» = ποιμενοφύλακας νά εἶναι καί βλαστάρια στά ἐρίφια νά φέρη).[49]
-«θάλλω» (= βλαστώ, ανθώ, ακμάζω). Το θέμα του ρήματος αυτού είναι το «θάλλ-», από την ρίζα «θαλ-».[50]
Σχηματισμός:
Το «dάλ’» σχηματίζεται από την ρίζα «θάλ-», από την οποία σχηματίζονται και οι παραπάνω Ομηρικές λέξεις, «θάλος» ή «θαλλός» και «θάλλω», ως εξής: θάλ-, > δάλ’, λόγω τροπής του «θ», σε «δ», που είναι γλωσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[51] και > dάλ’, λόγω προφοράς του «δ», (που δεν μπορεί να προφέρει ο Μυσhιώτης), ως «d», η οποία είναι προφορἀ Πελασγική.[52]
Επισημαίνεται ότι πιο πάνω, είδαμε το αρχικό «θ», της ίδιας αυτής ρίζας «θαλ-», να τρέπεται σε «τσ», για τον σχηματισμό της λέξης «τσαλί», καθώς επίσης και σε «τσh», για τον σχηματισμό της λέξης «τσhαλλού’ι», ενώ στην λέξη «dαλ’» τρέπεται τελικά σε «d».
ΣΧΟΛΙΟ 3
Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «dάλ’», προερχόμενη από ίδια Ομηρική ρίζα «θαλ-», όπως και οι λέξεις «τσαλί» και «τσhαλλού’ι». Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν συγγραφείς, οι οποίοι θεωρούν ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dal» (= κλάδος, κλαδί, παρακλάδι),[53] την οποία θεωρώ λέξη «δάνειο», που προέρχεται από το εν λόγω «dάλ’», της Μυσhιώτικης γλώσσας, με το οποίο ηχητικά και σημασιολογικά συμπίπτουν. Μάλιστα, εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι οι Τουρκικές λέξεις, οι οποίες σχηματίζονται με βάση το «dal», (ήτοι, «dallandirmak», «dallanmak», «dalli», που αναφέρονται πιο κάτω), διατηρούν τα δύο συνεχόμενα «ll» (= λλ), τα οποία υπάρχουν και στο Ομηρικό «θάλλω» και «θαλλός».
Η λέξη «dάλ’», στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται ως εξής, αντίστοιχα:
(α). Ο Π. Καρολίδης, αναφέρει ότι: Στα Σανσκρητικά, «dal» (= σχίζειν διαιρεῖν). Στα Φάρασα της Καππαδοκίας, «ντάλια» (= αύλακες που χωρίζουν το χωράφι), στα δε Φλο’ητά, σημαίνει τα «πρασίδια» αυτού.[54] Επίσης και στην Ανακού υπάρχει η λέξη «ντάλια», με την ίδια σημασία που έχει στα Φάρασα.[55] (Προφανώς, η λέξη εδώ έχει μεταφορική σημασία).
(β). Στην Αξό, αναφέρεται στον πληθυντικό, ως «dάλια» = κλαδιά.[56]
(γ). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως το «τάλι» (= κλωνάρι, κλαδί), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dal».[57]
(δ). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται ως «ντάλ» (= κλαδί), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dal».[58]
(ε). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», ως «ντάλ» = κλαδί, κλωνάρι.[59]
(στ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΜΙΣΤΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», το εν λόγω ουσιαστικό αναφέρεται, στον πληθυντικό, ως «dάλια» (= παρακλάδια), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dal».[60]
(ζ). Στο μέγα λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται το ουσιαστικό, της δημοτικής, το «ντάλι» = κλάδος δένδρου.[61]
(η). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχουν οι λέξεις: «dal» (= κλάδος, κλαδί, παρακλάδι), «dallandirmak» (= διακλαδώνω, κ.λ.π.), «dallanmak» (= διακλαδίζομαι, κ.λ.π.), «dalli» (= κλαρωτός), «dalsi» (= που μοιάζει με κλαδί).[62]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 134, 157: Βλέπε την λ. «çali» στην σελ. 154 και την λ. «dal» στην σελ. 157.
[2] Ο φθόγγος «σh», της λέξης «Μυσhιώτικη», είναι το σίγμα δασύ (παχύ), που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Προφέρεται όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch», στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).
Η «Μυσhιώτικη διάλεκτος» ή «Μυσhιώτικη γλώσσα» είναι η γλώσσα των Μυσhτηλήδων, καθώς επίσης και όσων είμαστε απόγονοι αυτών. Ο όρος «Μυσhιώτικη» αναφέρεται επίσης και στο συνολικό γένος των Ελλήνων «Μυσhιωτών», που κατοικούσαν στα Ελληνικά χωριά της Καππαδοκίας, (με τα σημερινά γεωγραφικά όρια αυτής), αλλά και εκτός αυτής, που κάποτε στο παρελθόν μιλούσαν την ίδια κοινή γλώσσα, είχαν τα ίδια ήθη και έθιμα, την ίδια θρησκεία, (παλαιότερα την αρχαία Ελληνική, και αργότερα την Χριστιανική), όπως επίσης είχαν και το ίδιο Ελληνικό αίμα, είχαν δηλαδή την ίδια κοινή καταγωγή, την «Μυσhιώτικη», ασχέτως εάν τα περισσότερα χωριά κατέστησαν, από κάποια χρονική στιγμή και μετά, τουρκόφωνα, (Λαβδάς Γ., 2025, 101: Βλέπε την παράγραφο 8].
[3] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 156 -158, 161-162: Βλέπε τις ως άνω λέξεις, αντίστοιχα.
[4] Η προφορά της λέξης με τον τόνο στο «λί» δηλώνει, είτε ότι το ουσιαστικό ήταν κάποτε θηλυκού γένους, που έγινε μετά ουδετέρου, (ήτοι, τσαλλή > τσαλλήα), είτε ότι αυτό ήταν κάποτε «τσαλίδι > τσαλίδια», που έγινε τσαλίδια > τσαλί’ια, λόγω αποβολής του «δ», και > τσαλί’α, λόγω αποβολής του ενός «ι» ή λόγω συνεκφοφοράς αυτών ως ένα μόνον «ι».
[5] -«τσειλή ή τσυλή» (γεν. = «τσειλής ή τσυλής», πληθ. = «τσειλήα ή τσυλήα)[5] = ξερό κλαδάκι, ψιλό ξερόκλαδο, ξυλαράκι πολύ ψιλό και ξερό για προσάναμμα, πυρακτωμένο ή αναμμένο κλαδάκι, μικρό κομμάτι από πυρακτωμένο κάρβουνο, μικρό τμήμα από αναμμένο ξύλο ή από κλαδί ή από άχυρο, σπίθα που πετάγεται από την φωτιά.
[6] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λέξης.
[7] Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 57: Βλέπε την λ. «τσhαλιές».
[8] Παπαδόπουλος Α., 1961, (Τόμ. 2ος), 428: Βλέπε την λ. «τσαλί».
[9] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «τσαλί».
[10] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[11] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[12] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[13] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[14] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «θαλλός».
[15] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[16] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[17] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962. Επίσης και Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.
[18] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «σάλλω».
[19] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964. Επίσης και Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.
[20] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «θ» σε «σ», την Σημείωση 3, της ανάλυσης του γράμματος «Θ, θ, θῆτα». Επίσης, για το ότι στην Λακωνία το «σ» τίθεται αντί του «θ», ;(όπως π.χ. «θεός > σιός», «Αθήνη > Ασάνα», «αγαθός > αγασός», «παρθένος > παρσένος»), βλέπε την Σημείωση 15, του γράμματος «Σ, σ, σῖγμα».
[21]Η τροπή του «σ», σε «τσ», είναι γλωσσικό φαινόμενο, που παρατηρείται και στην δημοτική, όπως π.χ. στην λέξη, «συμπόσιον > τσυμπούσι ή τσιμπούσι», «σιγάρο > τσιγάρο», κ.λ.π.
[22] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 134: Βλέπε την λ. «çali».
[23] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «τσαλί».
[24] Μαυροχαλυβίδης Γ., 1990, (Τόμ. 2ος), 647: Βλέπε την λ. «τσhαλé».
[25] Παπαδόπουλος Α., 1961, (Τόμ. 2ος), 428: Βλέπε την λ. «τσαλί».
[26] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 134: Βλέπε τις λ. «çali» και «çalilik».
[27] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «θαλλός».
[28] Τριανταφυλλίδης Μ., 1941, 124: Βλέπε την υποκοριστική κατάληξη «-ούδι», στην παράγραφο 268.
[29] Άλλωστε, το εν λόγω ουσιαστικό, στα Φάρασα, αναφέρεται στην γενική ενικού, ως «τοῦ τσhαλουδίουν».
[30] Ανδριώτης Ν. Π., 1948, 36: Βλέπε την λ. «τσhαλουδίουν».
[31] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «θ» σε «σ», την σημείωση 3, της ανάλυσης του γράμματος «Θ, θ, θῆτα».
[32] Η τροπή του «σ», σε «τσ», είναι γλωσσικό φαινόμενο, που παρατηρείται και στην δημοτική, όπως π.χ. στην λέξη «συμπόσιον > τσυμπούσι ή τσιμπούσι», σιγάρο > τσιγάρο, κ.λ.π.
[33] Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το άτονο καταληκτικό «ι» αποβάλλεται. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, μόνον στην περίπτωση που έχει ήδη αποβληθεί το σύμφωνο «δ» ή «θ», της καταληκτικής συλλαβής. Για παράδειγμα, «σπίτι > σπίτ’», «χωράφι > χωράφ’», αλλά και «απίδι > απί’ι», «καλάθι > καλά’ι», «ψαλίδί > ψαλί’ι», «αγκάθι > α(ν)γκά’ι», κ.λ.π.
[34] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 134: Βλέπε την λ. «çali».
[35] Κωστάκης, (ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 285, 286: Βλέπε την λ. «τσhαλού», στις ως άνω φράσεις, αντίστοιχα στις σελ. 285 και 288.
[36] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 47: Βλέπε την λ. «τhσhαλούς».
[37] Ανδριώτης Ν. Π., 1948, 36: Βλέπε την λ. «τσhαλουδίουν».
[38] Κοιμισόγλου, 2006, 218: Βλέπε την λ. «τσιαλούι».
[39] Κοτσανίδης, 2004, 64: Βλέπε την λ. «Δένδρο».
[40] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I και II), 266, 481: Βλέπε την φράση «… γέναν τσhαλούια», στην σελ. 266 του 1ου Τόμου, καθώς και την φράση «γρύχου να χυτέψου ‘να τσhαλού», στην σελ. 481 του 2ου Τόμου.
[41] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 161: Βλέπε την παράγραφο 195.
[42] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[43] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[44] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[45] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[46] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.
[47] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.
[48] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.
[49] Όμηρος, Οδύσσεια, (μτφ, Δούκας) 1999, 474-475: Βλέπε τον στίχο «ρ/224» και την μετάφρασή του.
[50] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962.
[51] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για το ότι στην Αιολική, καθώς και στην δημοτική, το «θ» εναλλάσσεται με το «δ», (π.χ. ἄνθηρον > ἄνδηρον, θειαφίζω > δειαφίζω), την Σημείωση 5, της ανάλυσης του γράμματος «Θ, θ, θῆτα».
[52] Ο Ιάκωβος Θωμόπουλος, στο έργο του, με τίτλο, «ΠΕΛΑΣΓΙΚΑ», χαρακτηρίζει την προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), ως προφορά Πελασγική, (Θωμόπουλος, 2007, 357: Βλέπε την λ. «Ἀδρί», των Παμφυλίων).
[53] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 157: Βλέπε την λέξη, «dal».
[54] Καρολίδης, 1885, 158: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 117 λ. «Δάλια», στην σελ. 158.
[55] Κωστάκης, (ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 260: Βλέπε την λ. «ντάλια» και την Σημείωση 1, στην σελ. 260.
[56] Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 123: Βλέπε την λ. «ταράζω», όπου αναφέρεται και η λ. «dάλια».
[57] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 50: Βλέπε την λ. «τάλι».
[58] Κοιμισόγλου, 2006, 213: Βλέπε την λ. «ντάλ = κλαδί < τουρκ. dal».
[59] Κοτσανίδης, 2004, 115: Βλέπε την λ. «κλαδί».
[60] Κωστάκης, 1977, 474: Βλέπε την λ. «dάλια» και την Σημείωση 4, στην σελ. 474.
[61] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[62] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 157: Βλέπε τις ως άνω λέξεις.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:
Ανδριώτης Π. Ν., 1948. Το Γλωσσικό Ιδίωμα των Φαράσων, Αθήνα: COLLECTION DE L’ INSTITUT FRANCAIS D’ ATHÈNES, ΜΟΥΣΙΚΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ, ΑΡΧΕΙΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ, ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΕΛΠΩΣ ΜΕΡΛΙΕ, Τόμος 4, ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ.
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα: Εκδόσεις Πελεκάνος.
Καρολίδης Π., 1885. Γλωσσάριον Συγκριτικόν Ελληνο-καππαδοκικών Λέξεων, (Μουσείον και Βιβλιοθήκη Ευαγγελικής Σχολής), Σμύρνη: Τυπογραφείον (;) εν Σμύρνη.
Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Κωστάκης Π. Θαν., 1963. Η ΑΝΑΚΟΥ, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Λαβδάς Γ., 2025. Η Μυστή της Καππαδοκίας, η αποκατάσταση της αλήθειας, περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών. Λάρισα.
Λαβδάς Γ., 2026. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Β΄ (Ζ-j). Λάρισα.
Μαυροχαλυβίδης Π. Γ., 1990. Η Αξό Καππαδοκίας, Τόμ. 1ος και 2ος, (Μονογραφία), Αθήνα: Έκδοση Ορέστης, Πρόδρομος και Ανθούλα Μαυροχαλυβίδη.
Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι. Ι., 1960. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Αξού, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Όμηρος: ΙΛΙΑΣ, (μτφ. Κώστας Δούκας), 1998, Αθήνα: Εκδόσεις ΙΔΕΟΘΕ-ΑΤΡΟΝ – ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Μ – Ω), Αθήνα: Τυπογραφείον Μυρτίδη.
Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.
Τριανταφυλλίδης Μ., 1941. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ, Θεσσαλονίκη: Έκδοση Α.Π.Θ., Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, (Ανατύπωση 1996).
Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.
Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

