Press ESC to close

Η Τουρκική λέξη «düşman» (εχθρός, αντίθετος, πολέμιος), σύμφωνα με τον Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής, προέρχεται από το Ομηρικό επίθετο «δυσμενής» (ἐχθρός, έχθρικός, ἐναντίος, πολέμιος, κ.λ.π.).

Γεώργιος Λαβδάς.-

Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναφερθούμε στην ελληνικότητα της Τουρκικής λέξης «düşman» (= εχθρός, αντίθετος, πολέμιος).[1]

Η ελληνική προέλευσή της αποδεικνύεται από την ετυμολογική ανάλυση της αντίστοιχης λέξης, της Μυσhιώτικης γλώσσας, που είναι «duσhμeάνους» (= εχθρός, αντίθετος, πολέμιος, ο εχθρικά διακείμενος, αυτός που έχει κακή διάθεση εναντίον μας), η οποία, όπως θα δούμε πιο κάτω, προέρχεται από την Ομηρική λέξη «δυσμενής» (δυσ- + μένος) = κακόν μένος (διάθεσιν) ἔχων, δυσμενής, ἐχθρός.[2]

Σημειωτέον ότι, για την ελληνικότητα της υπόψη λέξης, έχουμε ήδη αναφερθεί στην σελίδα 146, του βιβλίου μου με τίτλο «Η ΜΥΣΤΗ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ, η αποκατάσταση της αλήθειας, περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών».[3]

Γλωσσικές επεξηγήσεις

Στην λέξη «duσhμeάνους» υπάρχουν οι ακόλουθοι τέσσερεις φθόγγοι, της Μυσhιώτικης γλώσσας, που δεν είναι γνωστοί στην σημερινή Ελληνική:

i. Ο φθόγγος «D, d», (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα), είναι, σύμφωνα με τον Ιάκωβο Θωμόπουλο, η αρχαία Πελασγική προφορά του συμφώνου δέλτα, «Δ, δ», της Ελληνικής.[4] Προφέρεται όπως ακριβώς και στην Γαλλική ή την Αγγλική γλώσσα, ενώ διαφέρει ηχητικά (φωνητικά) από το σύμπλεγμα «ντ», από το οποίο δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντικαθίσταται, για λόγους ορθής προφοράς, ορθογραφίας και ετυμολογίας.

ii. Ο φθόγγος «u» είναι το φωνήεν ύψιλον βραχύ, που προφέρεται, ως «ου» κλειστό και κοφτό, όπως το Γαλλικό «u». Βρίσκεται πάντοτε σε ενδιάμεση θέση της λέξης, γι’αυτό και δεν υπάρχει κεφαλαίο σύμβολο αυτού. Σε περίπτωση τονισμού, τότε γίνεται εισαγωγή, μέσω Η/Υ, του συμβόλου «ú».[5]

iii. Ο φθόγγος «Σh, σh» είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο σίγμα, (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα). Προφέρεται ως «σ» δασύ (παχύ), όπως στην συλλαβή «σιού», όπως το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως επίσης το παχύ Γαλλικό «ch» στις λέξεις, «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος). Προγενέστεροι συγγραφείς συμβολίζουν τον ίδιο αυτόν φθόγγο ως σίγμα μικρό, που επάνω του έχει και ένα μικρό ν, δηλαδή ως

iv. Ο φθόγγος «eΑ, eα» είναι το άλφα μακρόν, της Μυσhιώτικης γλώσσας, (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα). Προφέρεται μεταξὐ «ε» και «α», λίγο μακρόσυρτο. Όταν τονίζεται, ο τόνος τίθεται επάνω στο άλφα, ως «eΆ» ή «eά». Προγενέστεροι συγγραφείς συμβολίζουν τον ίδιο αυτόν φθόγγο ως «ä».

Ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά των παραπάνω αυτών φθόγγων, μέσα από σχετικά παραδείγματα λέξεων, επισκεπτόμενος το άρθρο της 13-6-2026, της παρούσας ιστοσελίδας μας, με θέμα «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας». Πρόκειται για τους υπ’ αριθμ. 5, 2 και 3 φθόγγους του άρθρου αυτού, αντίστοιχα.

Η λέξη «duσhμeάνους»

Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, έχουμε την εν λόγω λέξη, η οποία στην ονομαστική και στις άλλες πτώσεις έχει ως εξής:

Duσhμeάνους» (γεν. = «duσhμeανιού», αιτιατ. = «duσhμeάνου», πληθ. = «duσhμeάν’ ή duσhμeάνια»,  πληθ./γεν. = «duσhμeανιούς») = ο εχθρός, ο αντίθετος, ο πολέμιος, ο εχθρικά διακείμενος, αυτός που έχει κακή διάθεση εναντίον μας.

Είναι επίθετο, που αναφέρεται και στα τρία γένη, το οποίο πρακτικά χρησιμοποιείται κυρίως ως ουσιαστικό. Είναι δε περίπου συνώνυμο του «οχτρός» (= εχθρός), της Μυσhιώτικης γλώσσας.

Για παράδειγμα,  οι παρακάτω φράσεις, που ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει και ηχητικά, από το αντίστοιχο «video», το οποίο υπάρχει, αμέσως μετά από την κάθε φράση, χωρίς όμως να ακούγεται και η ερμηνεία αυτής:

i. -«έω, ησhύ μ’ αττό, τσhειόdου’τει γιωλλdά’σhια, deαρeά για’ΐ γένητ’ duσhμeάν’;» = μ’αυτόν, εσείς ήσασταν σύντροφοι (φίλοι κολλητοί), τώρα γιατί γίνατε εχθροί.

ii. -«ζ’Μυσhτή, dά πάππου’ει’ μας duσhμeάνια τ’νη είχαν dά Τhούρτσh’» = στην Μυσhτή, οι παππούδες μας εχθρούς τους είχαν τους Τούρκους.

iii. -«κάκα μ’, σeάdeα, λέϊσhκην μοι: γιαβρούου μ’ – γιαβρού μ’! ένα ιντσhιάνου ‘τούν dέμ μπορείς νου ‘ου ποίκεις γιωλλdά’σh’, duσhμeάνου μέν dου σhιάνεις!» = η γιαγιά μου, κάθε φορά, μου έλεγε: τρυφερό μου βλαστάρι -τρυφερό μου βλαστάρι! έναν άνθρωπο όταν δεν μπορείς να τον κάνεις φίλο, εχθρό μην τον κάνεις!

iv. -«dού duσhμeάνου, σ’ού σπίτ’ μας απ’έσ’, dέν dου μπασhτeρdήζουμ’» = τον εχθρό, στον σπίτι μας μέσα, δεν τον βάζουμε (για να τον φροντίσουμε).

v.-«κάκα μ’, ‘τούν τσhειό’ουμι μικρό κλάτσh’, ένα μέρα άκουσην μοι, πού λάλ’τσια ένα απ’τά γιωλλdάσhια μ’, για΄ΐ dέ παί’ισhκην ορτά dάμα μας. Μπαγéρσην μοι κουνdά τ’, τσh΄είπει μοι αχ’τσιά: εμπέ, πουλί μ’ – πουλί μ’, άκουσα σοι τjιάλλα λάλ’τσεις εκείνου dου κλάτσh’. Ούτσhια ό,τjιαλλα ησhύνα λαλείς, dα γιωλλdάσhια σ’ σhιάνεις τα duσhμeάν’. Ογώ, κάκα ζ’, ‘μι. Άκου μοι, τι σοι λέου. ‘Τούν ετοιμαστείς να ειπείς ένα λό’ους, πjιό ομπρό βούτα γλώσσα σ’, σ’ού μ’ελό σ’, απ’έσ’, τσhι σέ(ν)γκρα λάλ’!» = η γιαγιά μου, όταν ήμουν μικρό αγόρι, μια μέρα με άκουσε, που έκανα παρατήρηση (σε)  έναν από τους φίλους μου, επειδή δεν έπαιζε σωστά μαζί μας. Με φώναξε κοντά της, και μου είπε έτσι (ως εξής): πώ, πώ, πουλάκι μου – πουλάκι μου, σε άκουσα πώς έκανες παρατήρηση σ’ εκείνο το αγόρι. Με τον τρόπο που εσύ προσωπικά κάνεις παρατήρηση, τους φίλους σου τους κάνεις εχθρούς.  Εγώ η γιαγιά σου είμαι. Άκουσέ με τι σου λέω. Όταν ετοιμαστείς να πείς έναν λόγο (μια κουβέντα), πιο πριν βούτηξε την γλώσσα σου, στο μυαλό σου μέσα (δηλαδή, σκέψου λογικά τι θα πεις), και μετά μίλα!

ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ

Για την ετυμολόγηση του «duσμeάνους», θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «düşman», όπως έχουν αποφανθεί άλλοι προγενέστεροι συγγραφείς και το θέμα να λήξει εδώ, χωρίς περαιτέρω άλλη έρευνα.   Όμως, υπάρχουν οι ακόλουθες αρχαιοελληνικές λέξεις, τις οποίες οφείλουμε να λάβουμε υπόψη, για τον εντοπισμό του ετύμου της εν λόγω λέξης:

δυσμεναίνει» = διεχθρεύει, πολεμεῖ.[6]

δυσμεναίνων» = ἐχθρεύων.[7]

δυσμενέων» = πολεμίων, εχθρών, αντιπάλων.[8]

δύσμηνις» = βαρύθυμος, ὀργίλος, ἐχθρός.[9]

μενεαίνω» (= ὀργίζομαι, μαίνομαι, λυσσῶ ἐξ ὀργῆς). Το θέμα του ρήματος είναι «μενεαίν-» (ἐκ τοῦ μενε-αν-j), ἐκ τοῦ οὐσιαστικού, τό «μένος».[10]

δυσμενέων, -ουσα, -ον» (επίθετο, δυσμενής) = ὁ δυσμενῶς ἔχων.[11]

δυσμενής» = ἐχθρικῶς διακείμενος πρός τινα,  έχθρικός, ἐναντί-ος, πολέμιος.[12]

δύσ-» = μόριον ἀχώριστον, σημαῖνον τό κακόν, μισητόν, δύσκολον, διό προτασσόμενον τῶν μέν καλήν ἐχόντων σημασίαν ὀνομάτων ἐκφράζει τοὐναντίον, τῶν δέ κακόν τι σημαινόντων ἐπιτείνει τήν κακότητα.[13]

δύς» = κακῶς. ἐπίρρημα.[14]

μένος» = ορμή, ὀργασμός [ὀργή], σφοδρά δηλαδή ἐκδήλωσις τῶν ψυχικῶν δυνάμεων, ὀργή, θυμός, πάθος, ἐμπάθεια, κ.λ.π.[15]

μένος» = ίσχύς, δύναμις, ὀργή, βία, θυμός, νοῦς, ψυχή, κ.λ.π.[16]

δυσμενής» (δυσ-, + μένος) = κακόν μένος (διάθεσιν) ἔχων, δυσμενής, ἐχθρός.[17]

Στην Ιλιάδα, η εν λόγω λέξη υπάρχει σε πολλά σημεία, όπως π.χ. σε πληθυντικό αριθμό, ως «δυσμενέες» (= δυσμενεῖς, εχθροί), στην φράση (Κ/100): «δυσμενέες δ’ ἄνδρες σχεδόν ἥαται.» = Οἱ δυσμενεῖς ἄνδρες βρίσκονται κοντά, (δηλαδή, οι εχθροί βρίσκονται κοντά). Επίσης ως «δυσμενέσιν» (= στους εχθρούς), στην φράση (Γ/51): «δυσμενέσιν μέν χάρμα, κατηφείην δέ σοί αὐτῷ;» = στούς ἐχθρούς χάρμα, καί κατήφεια σέ σέ τόν ίδιο;

Στην Οδύσσεια, η εν λόγω λέξη υπάρχει, στην γενική  πληθυντικού  αριθμού, ως «δυσμενέων» (= ἐχθρικῶν), στήν φράση (θ/216 – 217): «πρῶτος κ’ ἄνδρα βάλοιμι ὀϊστεύσας ἐν ὁμίλῳ ἀνδρῶν δυσμενέων, ….» = πρῶτος ἄνδρα βάλλω τοξεύοντας σέ ὅμιλον, ἀνδρῶν ἐχθρικῶν, ….

Ετυμολογικά, η Ομηρική λέξη «δυσμενής» είναι σύνθετη, που σχηματίζεται από το επίρρημα «δύς» (ή από το πρόθημα «δυσ-»), από το θέμα «μεν-» του ουσιαστικού «μένος», που προαναφέρθηκαν, καθώς και από την κατάληξη «-ής», (που είναι για επίθετα και για ουσιατικά), ως εξής: δύς (ή δυσ-) + μεν- + -ής > δυσμενής.

Σχηματισμός του «duσhμeάνους»

Ετυμολογικά, η λέξη «duσhμeάνους» προκύπτει από το Ομηρικό επίθετο, ὀ, ἡ  «δυσμενής», το «δυσμενές», με την σημασία, εχθρός, που αναφέρθηκε πιο πάνω. Σχηματίζεται δε, με τους εξής δύο τρόπους:

(1). Από το θέμα «δυσμεν-», του επιθέτου «δυσμενής», καθώς και από την κατάληξη «-ος», ως εξής: δυσμεν- + -ος, > duσμένος, λόγω προφοράς του μεν «δ», ως «d», που είναι προφορά Πελασγική,[18] του δε «υ», ως «u» κλειστό και κοφτό,[19] > duσhμeάνους, λόγω τροπής του άτονου καταληκτικού «ο» σε «ου», που είναι γλωσσικό φαινόμενο και της ελληνικής,[20] με ταυτόχρονη τροπή του μεν του «σ», σε «σh» δασύ (παχύ), του δε  «ε», σε «eα» (άλφα μακρόν).[21]

(2). Από την ίδια την λέξη «δυσμενής», ως εξής: δυσμενής > dουσμενής, λόγω προφοράς του μεν «δ», ως «d», του δε «υ», ως «ου» μακρόν,[22] > dουσμένους, λόγω τροπής του «η», σε «ου»,[23] με ταυτόχρονη αναβίβαση του τόνου στην παραλήγουσα, και > duσhμeάνους, λόγω ταυτόχρονης τροπής του «ου», σε «u» κλειστό και κοφτό, του «σ», σε «σh» δασύ (παχύ) και του «ε», σε «eα» (άλφα μακρόν).[24]

ΣΧΟΛΙΟ

Από την παραπάνω ανάλυση αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «duσhμeάνους». Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι δεν μπορεί να ισχύει η άποψη εκείνων που αναφέρουν ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «düşman», ούτε βέβαια και η άποψη εκείνων που θεωρούν ότι προκύπτει από την Περσική λέξη «douchman». Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει όντως η λέξη «düşman» (= εχθρός, αντίθετος, πολέμιος),[25]  που θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο», την οποία έχει πάρει από την Μυσhιώτικη γλώσσα. Φαίνεται δε ότι σχηματίστηκε από το θέμα «duσhμeάν-»  του «duσhμeάνους», λόγω τροπής του φθόγγου «eα» (άλφα μακρόν), που δεν υπάρχει στην Τουρκική, σε «α», και > düşman, λόγω γραφής της λέξης με τουρκικούς χαρακτήρες.

Σε κάθε περίπτωση, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι ουδείς, εκ των συγγραφέων (ή ερευνητών), παρατήρησε τουλάχιστον την ομοιότητα (ηχητική και σημασιολογική) του προθήματος «duσh», (που στην Τουρκική είναι  «düş-»), με το Ομηρικό «δυσ-».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η εν λόγω λέξη, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:

(α). Στο Αραβανί, αναφέρεται ως επίθετο «dουσhμάν» (= ἐχθρός), καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «düşman».[26]

(β). Στο Ουλάγατς, αναφέρεται ως «dουσμάν» (= εχθρός),  καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «düşman».[27]

(γ). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως ο «τουσhμάνος» (= εχθρός), καθώς και ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «düšman». Η ίδια αυτή λέξη αναφέρεται από  ίδιον συγγραφέα και ως επίθετο, ο «τουσhμάνος» = ἐχθρός.[28]

δ). Στον Πόντο, αναφέρεται στον πληθυντικό ως «τουσhμάν’» (= εχθροί), στην φράση «αέτσ’ να σπά’νε οι τουσhμάν’ ….» (= έτσι να σκάσουν οι εχθροί).[29] Στον δε ενικό αριθμό αναφέρεται ως «τουσhμάνος» (= εχθρός). Επίσης αναφέρεται και ότι η λέξη αυτή προκύπτει από το Περσικό «douchman».[30]

(ε). Στο Βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται, (στον πληθυντικό, με σημασία όμως ενικού αριθμού), ως «ντουσμάν» (= εχθρός), καθώς και ότι προέρχεται από το Τουρκικό «dusman».[31]

(στ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται, (με μη ακριβή Μυσhιώτικη προφορά), ως «ντουσμιάνους» (= εχθρός), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «dusman» (= εχθρός). Επίσης αναφέρεται και η φράση «συναντήθηκα κατάφατσα με τον εχθρό μου = ήρταμ απεναντάλλου μη ντου ντουσμάνου μ’».[32]

(ζ). Στην Κεντροανατολική Κρήτη, αναφέρεται ως «dουχιουμάνης», ενώ στην δυτική, ως «dουσουμάνης» (= εχθρός).[33]

(η). Στο Δυτικοκρητικό γλωσσικό ιδίωμα, αναφέρεται ως ο «ντουσουμάνης» (= εχθρός), καθώς και ότι προκύπτει από το Τουρκικό «düşman», με την ανάπτυξη του ευφωνικού «ου».[34]

(θ). Στην Κρητική διάλεκτο, αναφέρεται ως «ντουχιουμάνης» = εχθρός.[35]

(ι). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει η λέξη «düşman» = εχθρός, αντίθετος, πολέμιος.[36]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 198:  Βλέπε την λ. «düşman».

[2] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λ. «δυσμενής».

[3] Λαβδάς Γ., 2025, 146: Βλέπε για την ελληνικότητα των λ. «duσμeάνους» και «düşman».

[4] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, (Β’ έκδοση), 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.

[5] Το φωνήεν ύψιλον, «υ», στην μεν Ελληνική είναι δίχρονο, στην δε Μυσhιώτικη γλώσσα έχει συνολικά τρείς διαφορετικές προφορές και συμβολισμούς, που είναι οι εξής: 1). Το «υ», που προφέρεται όπως και το «ι», όπως π.χ. «λύκους» (= λύκος). 2). Το «u», που είναι το ύψιλον βραχύ της γλώσσας και προφέρεται ως «ου» κλειστό και κοφτό, όπως και το Γαλλικό αυτό φωνήεν, όπως π.χ. «duσhμeάνους» (= δυσμενής, εχθρός, κ.λ.π.). Στην πράξη, το εν λόγω «u» συχνά αποδίδεται και με τον φθόγγο «-ιου», εφ’όσον όμως αυτό προφέρεται επίσης κλειστά και κοφτά, και 3). Το «ου», που είναι η προφορά του ύψιλον μακρόν, όπως π.χ. «ρούπους» (= ῥῦπος, που περισπάται ακριβώς διότι το «υ» είναι μακρόν, το δε «ο», της επόμενης συλλαβής βραχύ). Το φαινόμενο προφοράς του «υ», ως «ου», είναι πολύ σύνηθες στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το συναντούμε επίσης και στην δημοτική, όπου το δίχρονο φωνήεν ύψιλον, «υ», προφέρεται, είτε ως «ι», όπως π.χ. στην λέξη «λύκος», είτε ως «ου», όπως π.χ. στις λέξεις «τύμβος > τούμπα», «τύμπανο > τούμπανο», «Γαρυφαλιά > Γαρουφαλιά», «ξυράφι > ξουράφι», «πίτυρα > πίτουρα», «τρύπα > τρούπα», «τρυπώνω > τρουπώνω», κ.λ.π.

[6] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό). 1975.

[7] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό). 1975.

[8] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό). 1975.

[9] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό). 1975.

[10] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962.

[11] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.

[12] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[13] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[14] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό). 1975.

[15] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.

[16] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό). 1975.

[17] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999.

[18] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.

[19] Βλέπε για τον φθόγγο «u» την παραπάνω υπ’ αριθμ. 5 Υποσημείωση, του παρόντος άρθρου.

[20] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ο» σε «ου», την Σημείωση 1 και 4, στην ανάλυση του γράμματος «Ο, ο, ὁ μικρόν».

[21] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ε», σε «α», την υπ’ αριθμ. 1 και 9 Σημείωση, της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[22] Το φαινόμενο προφοράς του «υ», ως «ου», είναι πολύ σύνηθες στην Μυσhιώτικη γλώσσα, το συναντούμε  επίσης και στην δημοτική, όπου το δίχρονο φωνήεν ύψιλον, «υ», προφέρεται, είτε ως «ι»,  όπως π.χ. στην λέξη «λύκος», είτε ως «ου», όπως π.χ. στις λέξεις «τύμβος > τούμπα», «τύμπανο > τούμπανο», «Γαρυφαλιά > Γαρουφαλιά», «ξυράφι > ξουράφι», «πίτυρα > πίτουρα», «τρύπα > τρούπα», «τρυπώνω > τρουπώνω», κ.λ.π.

[23] Το φαινόμενο τροπής του «η», σε «ου», υπάρχει και στην δημοτική, όπως π.χ. στην λ. «σήσαμον» >  σουσάμι.

[24] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ε» σε «α», την υπ’ αριθμ. 1 και 9 Σημείωση, της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[25] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 198: Βλέπε την λ. «düşman».

[26] Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 52: Βλέπε την λ. «dουσhμάν».

[27] Κεσισόγλου Ι., 1951, 109: Βλέπε την λ. «dουσμάν» (= εχθρός).

[28] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 52, 88: Βλέπε την λ. «τουσhμάνος».

[29] Γαλανίδου – Μπαλφούσια Ελσα, 1999, 170: Βλέπε την ως άνω φράση.

[30] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1961, (Τόμ. 2ος), 407: Βλέπε την λ. «τουσhμάνος» = εχθρός.

[31] Κοιμισόγλου, 2006, 214: Βλέπε την λ. «ντουσμάν» = εχθρός < τουρκ. dusman».

[32] Κοτσανίδης, 2004, 85, 110: Βλέπε, την λ. «Εχθρός» στην σελ. 85, καθώς και την ως άνω φράση στην σελ. 110.

[33] Κοντοσόπουλος Γ. Ν., 2015, 39.

[34] Ξανθινάκης Α., (Λεξικό), 2009, 448: Βλέπε την λ. «ντουσουμάνης».

[35] Ροδάκης Ι. Θ., (Κρητικό Λαλολόγιο), σελ. 103: Βλέπε την λ. «ντουχιουμάνης».

[36] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 198: Βλέπε την λ. «düşman».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:

https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/kommissionen/vanishinglanguages/Collections/Greek_varieties/Cappadocian_Greek/Bibliography_pdfs/Anastasiadis_1980_-_Turkikes_farasiotika.pdf

Γαλανίδου – Μπαλφούσια Ελσα, 1999. Ποντιακή Λαογραφία, (οι 4 εποχές και οι μήνες τους), Αθήνα: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, «Αρχείον Πόντου», Παράρτημα 19.

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα:  Εκδόσεις Πελεκάνος.

Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.

Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.

Κοντοσόπουλος Γ. Νικ., 2015. Η Κρητική Διάλεκτος, Αθήνα: Εκδόσεις «Βιβλιοεπιλογή», Γ. Χ. Αναστασάκης.

Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί: Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.

Λαβδάς Γ., 2025. Η Μυστή της Καππαδοκίας, η αποκατάσταση της αλήθειας, περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών. Λάρισα.

Ξανθινάκης, Αντ.. 2009. Λεξικό Ερμηνευτικό & Ετυμολογικό του Δυτικοκρητικού Ιδιώματος, (Έκδοση Δ΄), Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Μ – Ω), Αθήνα:  Τυπογραφείον Μυρτίδη.

Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.

Ροδάκης, Ι., Θ., Το Κρητικό Λαλολόγιο, ΟΪ ΑΛΛΗ ΑΚΑΤΕΧΙΑ (ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΑΓΝΟΙΑ).

Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.

Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

***