Press ESC to close

Η λέξη της δημοτικής «γκἐμι», που υπάρχει και στην Τουρκική ως «gem», σύμφωνα με τον Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής, είναι λέξη Ελληνική.

Γεώργιος Λαβδάς.-

Στο σημερινό μας άρθρο θα αναφερθούμε στην ελληνικότητα της λέξης «γκέμι», η οποία από πολλούς θεωρείται λέξη Τουρκική,[1] προφανώς, διότι στην Τουρκική υπάρχει η ίδια λέξη ως «gem».

Η ελληνικότητα της λέξης «γκέμι» βασίζεται στον Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής, καθώς στην Μυσhιώτικη γλώσσα υπάρχει η ίδια λέξη, ως  «γκιeάμ’». Η ίδια απόδειξη υπάρχει και στην παράγραφο 41, του βιβλίου μου με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), ΤΟΜΟΣ Α΄, (Α -Ε),[2] καθώς επίσης και στην παράγραφο 272, του υπό έκδοση Γ’ Τόμου, της ίδιας αυτής εργασίας, ως το υπ’ αριθμ. 4 παράδειγμα, του εδαφίου ε΄ αυτής.

Στην Μυσhιώτικη[3] γλώσσα,[4] της οποίας τυγχάνω φυσικός ομιλητής, καθώς είναι η μητρική μου γλώσσα, υπάρχει το (μονοσύλλαβο στην ονομαστική ενικού)  ουσιαστικό, ουδετέρου γένους, «γκιeάμ’» (γεν. = «γκιeαμιού»,  πληθ. = «γκιeάμια») = γκέμι, χαλινός. Όπου ο φθόγγος αυτού «eα» είναι το «άλφα μακρόν» της γλώσσας μας, που προφέρεται μεταξύ του «ε» και του «α», ελάχιστα μακρόσυρτο.[5]

Περιγραφή

Το «γκιeάμ’» είναι ειδική μεταλλική ράβδος, που είναι εξάρτημα, του όλου συστήματος των ηνίων του αλόγου. Τίθεται μέσα στο στόμα του αλόγου και στο πίσω μέρος αυτού, όπου δεν υπάρχουν δόντια, ανάμεσα στην άνω και κάτω σιαγόνα. Χρησιμοποιείται για τον αποτελεσματικότερο έλεγχο του αλόγου, κυρίως για την αναχαίτιση της ταχύτητάς του. Με αυτό, ο ιππέας ή ο αμαξηλάτης καταφέρνει και θέτει το όριο στην κίνηση του αλόγου του, είτε για να περιορίσει την ταχύτητα αυτού, είτε και για να το ακινητοποιήσει πλήρως. Στην Ελληνική, το μεταλλικό αυτό εξάρτημα λέγεται «χαλινός, ἐνστόμισμα, στόμιον και στομίς».[6]

Στην παρακάτω αριστερή εικόνα, από το διαδίκτυο, φαίνεται η κεφαλή αλόγου ιππασίας με την λεγόμενη, στα Μυσhιώτικα, «κεφαλαρ-jιά» (= κεφαλαριά),[7] η οποία είναι «το τμήμα του χαλινού ἠ του καπιστρίου, το βαστάζον την στομίδα».[8] Ανήκει στον συνολικό εξοπλισμό, με τον οποίον «ντύνουμε» το άλογο, προκειμένου να το ιππεύσουμε ή να το ζέψουμε για να έλξει κάτι, (όπως κάρρο, αλέτρι, κ.λ.π.). Ο συνολικός αυτός εξοπλισμός λέγεται «η σαγή», στην δε δημοτική «τα χάμουρα». Στην ίδια εικόνα,  φαίνεται επίσης και η μία πλευρά από το εν λόγω «γκιeάμ’», χρώματος ασημί, που είναι ειδικό μεταλλικό εξάρτημα της «κεφαλαρ-jιάς», στην κάθε πλευρά του οποίου υπάρχει σχετικός κρίκος, όπου προσδένεται το αντίστοιχο από τα δύο «ηνία» του αλόγου, (στην εικόνα το αριστερό), για τον έλεγχο της κατεύθυνσης και της ταχύτητας κίνησης του αλόγου. Η δεξιά πλευρά του «γκιeάμ’» δεν είναι ορατή στην εικόνα αυτή, ούτε και το υπόλοιπο τμήμα αυτού, που είναι μέσα στο στόμα του αλόγου.[9]

Στην παρακάτω δεξιά εικόνα, (επίσης από το διαδίκτυο), φαίνεται η κεφαλή αλόγου με «καπίστρι»,[10] που στα Μυσhιώτικα λέγεται «λιάρ’»,[11] το οποίο δεν έχει το εν λόγω «γκιeάμ’».

                   

Η «κεφαλαριά», ως εξάρτημα ελέγχου και καθοδήγησης της κίνησης του αλόγου, διαφέρει κατασκευαστικά και χρηστικά από το «καπίστρι». Η κεφαλαριά είναι απαραίτητο εξάρτημα, όταν το άλογο είναι ζευγμένο, (π.χ. στο κάρρο, στο αλέτρι, κ.λ.π., είτε μόνο του είτε μαζί με άλλο), οπότε και ελέγχεται με τα ηνία και την στομίδα (το γκέμι). Το καπίστρι χρησιμοποιείται πάντοτε χωρίς γκέμι, αφ’ ενός μεν, για την απλή μεταφορά του αλόγου, (ἠ άλλων ιπποειδών ή βοοειδών), αφ’ ετέρου δε, για το δέσιμό τους κάπου, προκειμένου να μην απομακρύνονται.

Σημειωτέον, ότι στην δημοτική συχνά επικρατεί σχετική σύγχυση μεταξύ της έννοιας «κεφαλαριά» και «καπίστρι», ενώ, όπως προαναφέρθηκε, το καθένα από αυτά έχει διαφορετική κατασκευή και αποστολή. Μάλιστα, το «καπίστρι» χρησιμοποιείται και σ’ άλλα ιπποειδή (όπως π.χ., στον γάϊδαρο), καθώς επίσης και σε όλα τα βοοειδή, (όπως, σε αγελάδες, μοσχάρια, κ.λ.π.).

Πέραν των ανωτέρω, η ίδια λέξη «γκιeάμ’», με την σημασία αυτής ως «χαλινός», χρησιμοποιείται επίσης και για τον μικρό επιμήκη δερματώδη ιστό, ο οποίος συγκρατεί την δερμάτινη επικάλυψη του ανδρικού πέους, με την κάτω πλευρά της βαλάνου αυτού, που επιστημονικά λέγεται «χαλινός της ακροποσθίας ή απλά χαλινός», ενώ στην Μυσhιώτικη γλώσσα, λέγεται «βιλλιού γκιeάμ’» (= χαλινός του πέους).[12] Με την φράση αυτή, μεταφορικά, πολύ συχνά, χαρακτηρίζουμε, παρουσία όμως μόνον ανδρών, κάποιον ως «τον τιποτένιο», ως «τον εντελώς ασήμαντο», ως  «τον ανάξιο κάθε λόγου».

Πέντε τυχαία παραδείγματα φράσεων, με την λέξη «γκιeάμ’»

Κάτω από κάθε φράση, υπάρχει αντίστοιχο «video», που περιέχει την φράση, όπως αυτή προφέρεται στην Μυσhιώτικη γλώσσα, χωρίς όμως να επαναλαμβάνεται η ερμηνεία αυτής:

i. -«άμει να ζέξεις dού κάρρο. Σ’ά αλούγαdα σέκει τσhι ‘ά γκιeάμια τ’νη» = πήγαινε να ζεύξεις (να ζέψεις) το κάρρο. Στα άλογα θέσε (βάλλε) και τα γκέμια τους.

ii. -«d’ άλουγου, ‘τούν dού καλ’τσεύεις, ζαπώνεις του πjιό καλά, μη ‘ού γκιeάμ’. Χωρίς γκιeάμ’, σhιάν’ τσοι εκείνου ό,τι κ’ρεύ’» = το άλογο, όταν το καβαλλικεύεις, το υποτάσσεις (το ελέγχεις) πιο καλά, με το γκέμι. Χωρίς γκέμι, σε κάνει εκείνο ό,τι θέλει.

iii. -«dά ζεγμένα αλούγαdα, ’τούν κ’ρεύεις να μην τρέχh’νει πολύ, ταβράς, οπίσ’ ωρτα, dα γιζγήνια τ’νη. Όσου κρατάς dά γιζγήνια, οπίσ’ ωρτα, εκείνα τρέχh’νει πjιο χερά. Άμα dα ταβρή’εις, dίπ’ οπίσ’, τσhι μπαγeρdή’εις, αχ’τσιά: «όοοο, σίιιιιι!», τσhιό’η εκείνια στέκουνdι, σ’ού τhόπου’ τ’νη» = τα ζευγμένα άλογα, όταν θέλεις να μην τρέουν πολύ, τραβάς, προς τα πίσω, τα ηνία τους. Όσο κρατάς τα ηνία, προς τα πίσω, εκείνα τρέχουν πιο σιγά. Ἀμα τα τραβήξεις τελείως πίσω, και φωνάξεις έτσι (ως εξής):  «όοοο, σίιιιιι!», τότε εκείνα σταματούν, στον τόπο τους (στην θέση τους).

iv. -«’τούν φορών’ d’ άλουγου, σ’ού στόμα τ’, γκιeάμ’, πολλά σαγάτ-jια, τσhιό’η dου στόμα τ’ κhιeοπuτσιάζh’, για’ί deαbeαλανdήζh’ dού ζαβαλλού, κ’ρεύ να dού dάκ’, dόμ bορεί, κ’ρεύ’ να dου βγάλ’ απ’ τού στόμα τ’, πάλ’ dόμ μπορεί» = όταν φορά το άλογο, στο στόμα του, γκέμι, πολλές ώρες, τότε το στόμα του αφρίζει, γιατί αγωνίζεται βασανιστικά το ταλαίπωρο, θέλει να το δαγκώσει, (αλλά) δεν μπορεί, θέλει να το βγάλει από το στόμα του, πάλι δεν μπορεί.

v. -«εμπέ, τι λέ’, βιλλιού μ’ dού γκιeάμ’![13] Ησhύνα, απ’ μάννα’σ’ d’ωβγό, ακούμας dέ ξέ’εις ‘ί, ήρτεις γηανή να μας ειπείς τίαλλ’ να χειορήσουμ’ ημείς d’όργου μας!» = μπά, τι λές (μωρέ) «τιποτένε» ! Εσύ προσωπικά, από της μάννας σου το αυγό, ακόμη δεν βγήκες βέβαια, (αλλά) ήρθες τάχα να μας ειπείς, με ποιον τρόπο θα κάνουμε εμείς την δουλειά μας!  (Προσοχή: η πέμπτη αυτή φράση αυτή δεν δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα, για ευνοήτους λόγους).

 ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ

Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν ότι η λέξη «γκιeάμ’» προκύπτει από την Τουρκική λέξη «gem» (= χαλινάρι, γκέμι, ηνία, καπίστρι). Όμως, υπάρχουν οι ακόλουθες αρχαίες Ελληνικές λέξεις, οι οποίες μας οδηγούν στο έτυμον αυτής:

γκέμι» (τό) = ὁ χαλινός, τά ἡνία. (Η λέξη αυτή αναφέρεται ότι είναι λέξη Τουρκική).[14]

-«κημός» = πλέγμα ἤ φίμωτρον τιθέμενον περί τό στόμα τοῦ ἵππου ἵνα μή δάκνῃ, σάκκος κρεμάμενος ἀπό τοῦ αὐχένος τοῦ ἵππου εἰς ὅν τό στόμα αὐτοῦ εἰσέρχεται ἵνα τρώγῃ ἐξ αὐτοῦ, τάγιστρον.[15]

κημός» (= στομίς τῷ χαλινῷ ἐμφερής).[16] Όμως, η λέξη «στομίς»  (= χαλύβδινον ἐξάρτημα τοῦ χαλινοῦ τιθέμενον ἐντός τοῦ στόματος τῶν ἵππων),[17] το δε επίθετο «ἐμφερής, -ές» = ὁ ὁμοιάζων, ὅμοιος.[18]

κέμμης» = ὅριον.[19]

αἴμους»[20] (= όβελίσκους).[21] Όμως η λέξη «ὀβελίσκος» = μικρός οβελός, δηλαδή, μικρά σιδηρά ράβδος.[22]

Σχηματισμός

 Το «γκιeάμ’» με βάση την ακριβή σημασία του ως «στομίς» ή ως «χαλινός» σχηματίζεται από τις παραπάνω λέξεις, του Ησυχίου, «κημός» και «αἴμους», αντίστοιχα ως εξής:

(a). Σχηματισμός του «γκιeάμ’» από την λέξη «αἷμος»: Σχηματίζεται από το θέμα «αἱμ-», της  λέξης «αἵμους», καθώς και από την κατάληξη, ουδετέρων ουσιαστικών, «-ι», ως εξής: αἵμ- + -ι  > αἵμι > γαίμι, λόγω προφοράς της δασείας ως «γ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[23] > γκιαίμι, λόγω προφοράς του αρχικού συμφώνου «γ» με την αρχαία Ελληνική προφορά αυτού, που είναι «g» (= γκ),[24] με ταυτόχρονη εμφάνιση του ευφωνικού προσφύματος «ι», μεταξύ αυτού και της διφθόγγου «αι», (που προφέρεται ως «ε»),[25] > γκιeάμ’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «ι», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Μυσhιώτικης γλώσσας,[26]  με ταυτόχρονη τροπή της διφθόγγου «αι», (που προφέρεται ως «ε»), σε «eα» (άλφα μακρόν).[27]

(b). Σχηματισμός του «γκιeάμ’» από την λέξη «κημός: Σχηματίζεται από το θέμα «κημ-», της λέξης «κημός», καθώς και από την κατάληξη, ουδετέρων ουσιαστικών, «-ι», ως εξής: κημ- + -ι > gήμι, λόγω τροπής του αρχικού «κ», σε «g» (= γκ), που είναι η αρχαία Ελληνική προφορά του συμφώνου «γ», που αναφέρθηκε και πιο πάνω,[28]  > γκιeάμι, λόγω τροπής του «η», σε «eα» (άλφα μακρόν),[29] με ταυτόχρονη εμφάνιση του ευφωνικού προσφύματος «ι», μεταξύ αυτού και του «γκ»,[30]  και > γκιeάμ’, λόγω απόρριψης του άτονου καταληκτικού «ι», που είναι σημαντικός κανόνας της Μυσhιώτικης γλώσσας, όπως αναφέρθηκε και στον προηγούμενο σχηματισμό.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «γκιeάμ’», η οποία στην δημοτική έγινε «γκέμι», όπου όμως απέκτησε την διευρυμένη κάπως έννοια, «χαλινός, ἠνία», ίσως ως «αντιδάνειο», από το Τουρκικό «gem». Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν ισχύει η άποψη εκείνων που θεωρούν ότι προκύπτουν από λέξη Τουρκική. Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει βεβαίως η λέξη «gem» (= χαλινάρι, γκέμι, ηνία, καπίστρι),[31] η οποία όμως θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο», από την εν λόγω Μυσhιώτικη. Λέξεις «δάνεια» θεωρώ και τα παράγωγα του «gem», όπως π.χ.: «gemleme» (= χαλιναγώγηση, καπίστρωμα), «gemlemek» (= χαλινώνω, χαλιναγωγώ), «gemsiz» (= αχαλίνωτος), «gemlenme» (= χαλιναγώγηση), «gemlenmek» (= χαλιναγωγούμαι).[32]

Τέλος, το λόγω ουσιαστικό, από άλλους συγγραφείς αναφέρεται ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «gem» (= χαλινάρι, γκέμι, ηνία, καπίστρι),[33] Πιο συγκεκριμένα:

(α). Στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου αναφέρεται ως το «γκέμι» (= ὁ χαλινός, τά ἠνία), καθώς και ότι είναι λέξη Τουρκική.[34]

(β). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως το «κέμι» και ως το «κeάμι» (= χαλινάρι, γκέμι), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «gem».[35]

(γ). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται ως «γκιάμ» (= χαλινάρι), καθώς και ότι αυτή προέρχεται από την Τουρκική λέξη «gem». Σε άλλο σημείο του ίδιου βιβλίου, αναφέρεται επίσης και ο πληθυντικός της ίδιας λέξης, με την σημασία «γκέμια», ως  «γκιάμια», καθώς και ότι αυτή προέρχεται από την παράφραση της λέξης «γκέμια», πιθανόν όμως και από το Τουρκικό «gem» (= γκέμι). Σε άλλο επίσης σημείο του βιβλίου, αναφέρεται, ως «γκιάμ» (= ηνίο), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «qem» (= γκέμι, γκέμια).[36]

(δ). Στο Βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται  ως «γκιάμ» (= γκέμι, ηνίο), καθώς και ότι αυτή προέρχεται από την Τουρκική λέξη, «gem».[37]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[2] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 117-120: Βλέπε την λ. «γκιeάμ’», στην παράγραφο 41.

[3] Ο φθόγγος «σh», της λέξης «Μυσhιώτικη», είναι το σίγμα δασύ (παχύ), που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Προφέρεται όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως  επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch», στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).

[4] Λαβδάς Γ., 2025, 101: Βλέπε την παράγραφο 8, ὀπου αναφέρεται η «Μυσhιώτικη διάλεκτος» ή «Μυσhιώτικη γλώσσα».

[5] Ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά του φθόγγου «ea», από το υπ’ αριθμ. 2 σχετικό «video», που υπάρχει στην παρούσα ιστοσελίδα «mistikappadokias.gr», στο σχετικό άρθρο της 13-6-2026, με τίτλο «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας».

[6]  Δημητράκος, (Λεξικό), 1964 : Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ. «στομίς».

[7] Το πρόσφυμα «j» προφέρεται εδώ ως «γ», καθώς προηγείται αυτού το σύμφωνο «ρ», η δε λέξη ως «κεφαλαρ-γιά», [Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 446: Βλέπε την παράγραφο 257.

[8] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «κεφαλαρέα» (δημοτική = κεφαλαριά).

[9] Βλέπε την παραπάνω αριστερή εικόνα, στην εξής ιστοσελίδα, (ανάκτηση 26-7-2026):

https://gr.dreamstime.com/photos-images/%CF%87%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF.html

[10] Βλέπε την παραπάνω εικόνα με το καπίστρι, στην εξής ιστοσελίδα (ανάκτηση 26-7-2026):

https://www.google.com/search?q=%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CF%82+%CE%BC%CE%B5+%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9+%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85&rlz=1C1GCEA_enGR827GR827&oq=%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CF%82+%CE%BC%CE%B5+%CE%BA%CE%B1%CF%80%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9+%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%85&gs_lcrp=EgZjaHJvbWUyBggAEEUYOTIHCAEQABjvBTIHCAIQABjvBTIHCAMQABjvBTIHCAQQABjvBTIHCAUQABjvBdIBCDkwMTlqMGo3qAIAsAIA&sourceid=chrome&source=chrome.ob&ie=UTF-8#sv=CAMSZxowKg40eG14NjlIVnp4dE5QTTIONHhteDY5SFZ6eHROUE06Dlg2WUJpVUl5bEtTSnVNIAQqLwobX2kxbG1hb0R0RV9hTnhjOFBuYmEzd0FRXzQ2Eg40eG14NjlIVnp4dE5QTRgAMAEYByCPsURKCBABGAEgASgB

[11] Η λέξη «λιάρ’» (= καπίστρι), της Μυσhιώτικης γλώσσας, πέρασε στην Τουρκική ως λέξη «δάνειο», όπου και υπάρχει ως «yular» (= χαλινός, χαλινάρι, καπίστρι, ηνία). Η ελληνικότητα της λέξης αυτής αναφέρεται στο υπό συμπλήρωση «Λεξικό της Μυσhιώτικης Γλώσσας», στην οποία  θα αναφερθούμε και από την παρτούσα ιστοσελίδα μας, εν ευθέτω χρόνω.

[12] Ο αναγνώστης μπορεί να δει την εικόνα του «χαλινού της ακροποσθίας», στο διαδίκτυο, όπως π.χ. στην εξής ιστοσελίδα: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A7%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%82_(%CF%80%CE%AD%CE%BF%CF%82)

[13] Η φράση «βιλλιού μ’ dού γκιeάμ’» είναι πολύ απαξιωτική, όταν απευθύνεται προς κάποιον.

[14]  Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «γκέμι» και την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία αυτής.

[15]  Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ.

[16]  Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[17] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ.

[18] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[19] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[20] Προσοχή: Υπάρχει και η λέξη «Αἷμος», που είναι η οροσειρά των Βαλκανίων, στην περιοχή Μοισίας ή Μυσίας, που έλαβε το όνομα από τον Αἷμο,  ο οποίος ήταν «υἱός του Βορέου και Ὠρυθνείας», (βλέπε Λεξικό Στεφάνου Βυζαντίου).

[21]  Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[22] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις λ. «ὀβελίσκος» και «ὀβελός».

[23] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, όπως για παράδειγμα οι λέξεις: «γαῖα αντί αἶα», «γαῖμα αντί αἷμα», «γήλιος αντί «ἥλιος», κ.λ.π.,  την υπ’ αριθμ. 2 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».

[24] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα», όπου αναφέρεται ότι ο φθόγγος «γ», στην αρχαία Ελληνική, είχε διαφορετική προφορά, από την σημερινή, ήταν δηλαδή, κλειστός ακαριαίος, όπως το σανσκρητικό  και λατινικό «g». Την προφορά αυτή διατήρησαν μέχρι σήμερα μόνον οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, όπου προφέρουν, π.χ.: «εgώ, gάλα, gράφω, κ.λ.π.».

[25] Λαβδάς Γ., (οι φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 229: Βλέπε την παράγραφο 218.

[26] Λαβδάς Γ., (οι φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 179: Βλέπε την παράγραφο 202.

[27] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε για την τροπή του «ε» σε «α», την υπ’ αριθμ. 1 και 9 Σημείωση, της ανάλυσης του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».

[28] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «κ», σε «γ», την Σημείωση 3, της ανάλυσης του γράμματος «Κ, κ, κάππα».

[29] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «η» σε «α», την Σημείωση 5, της ανάλυσης του γράμματος «Η, η, ἦτα».

[30] Λαβδάς Γ., (οι φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 229: Βλέπε την παράγραφο 218.

[31] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 255: Βλέπε την λ. «gem».

[32] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 256: Βλέπε τις ως άνω λέξεις.

[33] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 255: Βλέπε την λ. «gem».

[34] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «γκέμι».

[35] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 54: Βλέπε την λ. «κέμι».

[36] Κοτσανίδης, 2004, 92, 221: Βλέπε την λ. «Ηνίο» στην σελ. 92 και την λ. «χαλινάρι» στην σελ. 221.

[37] Κοιμισόγλου, 2006, 208: Βλέπε την λ. «γκιάμ = γκέμι, ηνίο < τουρκ. gem».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:

https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/kommissionen/vanishinglanguages/Collections/Greek_varieties/Cappadocian_Greek/Bibliography_pdfs/Anastasiadis_1980_-_Turkikes_farasiotika.pdf

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις        «ναῦς», ILP productions.

Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί: Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.

Λαβδάς Γ., 2026. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Β΄ (Ζ-j). Λάρισα.

Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.

Λαβδάς Γ., 2025. Η Μυστή της Καππαδοκίας, η αποκατάσταση της αλήθειας, περί της ονομασίας αυτής.Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών. Λάρισα.

Στεφάνου Βυζαντίου (Λεξικό, εκ των Εθνικών), 1849, Βερολίνο: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ.

Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

***