Γεώργιος Λαβδάς.-
Χατζής – Χατζηλίκι
(για τους Μυστηλήδες)
Η ανάπτυξη του παρόντος θέματός μας, περιλαμβάνει τα παρακάτω επί μέρους σημεία, αναφορικά με την διαδικασία, την οποία ακολουθούσαν όσοι από τους Μυσhτηλήδες (ή από οποιοδήποτε άλλο μέρος προερχόμενοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί), αποφάσιζαν στο παρελθόν να αποκτήσουν τον πολύ σημαντικό τίτλο του «χατζή»:
- ΓΕΝΙΚΑ
- ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ
- Το τραγούδι για το χατζηλίκι
- Το ξεκίνημα και η διαδρομή του ταξιδιού
- Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
- Η ΥΠΟΔΟΧΉ
- Οι υποχρεώσεις του «Χατζhή»
- ΔΩΡΕΕΣ
- Η χρήση του τίτλου «Χατζhής»
- Η χρήση του τίτλου «Χατζhής», όταν στο χωριό πάρχει και άλλος με ίδιο μικρό όνομα
- Η χρήση του τίτλου «Χατζhίνα»
- Η χρήση του τίτλου «Χατζhής» για όλη την οικογένεια
- Οι καταγεγραμμένοι «Χατζήδες» της Μυσhτής
- ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ του «Χαdζής ή Χατζhής»
- Πρώτος τρόπος σχηματισμού του «Χαdζής ή Χατζhής»
- Δεύτερος τρόπος σχηματισμού του «Χαdζής ή Χατζhής»
- ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ του «χατζhηλéχh’ ή χαdζηλéχh’»
- ΣΗΜΕΙΩΣΗ
ΓΕΝΙΚΑ
Η διαδικασία και η όλη εθιμοτυπική παράδοση, για τους Χατζήδες, είναι το λεγόμενο χατζηλίκι, δηλαδή, το προσκυνηματικό ταξίδι των χριστιανών στα Ιεροσόλυμα. Αυτό άρχισε να οργανώνεται και να καθιερώνεται, εθιμικά, κατά τον 16ο αιώνα, μετά την Οθωμανική κατάκτηση της Παλαιστίνης, γνωρίζοντας τεράστια άνθηση και τυποποίηση τον 17ο και 18ο αιώνα.
Ο όρος «Χατζhής ή Χαdζής» (= χατζής, ο προσκυνητής των αγίων τόπων), με την Μυσhιώτικη αυτή προφορά του, αναφέρεται στον πιστό Χριστιανό, ο οποίος, έχοντας έντονη την επιθυμία να αποκτήσει τον θρησκευτικό και ισόβιο τίτλο του «Χατζή», όφειλε να αποσυρθεί από τις καθημερινές του δραστηριότητες, (για κάποιο χρονικό διάστημα, μικρό ή μεγάλο, ανάλογα την οικονομική του κυρίως κατάσταση), και να μετακινηθεί, να πάει μακριά στους Αγίους Τόπους, προκειμένου να προσκυνήσει τα εκεί ευρισκόμενα Ιερά. Όφειλε δε, απαραιτήτως, να «βαπτιστεί» στα άγια νερά του Ιορδάνη ποταμού, όπου είχε βαπτιστεί και ο Χριστός. Ουσιαστικά, βουτούσε το σώμα ή τουλάχιστον τα πόδια του, στα νερά του ποταμού, γιατί ο Χριστιανός βαφτίζεται μόνον μία φορά.
Σε γραπτά κείμενα συναντούμε τον εν λόγω όρο, ως «χατζή ή χατζής», που είναι της Ελληνικής δημοτικής, που ελάχιστα διαφέρει φωνητικά, από τους αντίστοιχους όρους της Μυσhιώτικης γλώσσας. Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, ο όρος αυτός προφέρεται ως «Χαdζής ή Χατζhής», όπου το συμφωνικό σύμπλεγμα «dζ» ή «τζh» προφέρεται ως πιο δασύ (παχύ), σε σχέση με το «τζ». Κλίνεται δε ως εξής:
Ενικός αριθμός
ονομαστική: Χαdζής ή Χατζhής
γενική: Χαdζή ή Χατζhή
αιτιατική: Χαdζή ή Χατζhή
κλητική: Χαdζή ή Χατζhή
Πληθυντικός αριθμός
ονομαστική: Χαdζήα ή Χατζhήα
γενική: Χαdζήας ή Χατζhήας
αιτιατική: Χαdζήα ή Χατζhήα
κλητική: Χαdζήα ή Χατζhήα
Το προσκυνηματικό ταξίδι στους Αγίους Τόπους, πριν έναν και πλέον αιώνα, που έκαναν κάποιοι από τους Μυσhτηλήδες προγόνους μας, ήταν αναμφίβολα ένα μεγάλο ταξίδι, αρκετά δαπανηρό,[1] ενίοτε δε και επικίνδυνο, είτε λόγω των ληστρικών επιδρομών, είτε λόγω θαλασσοταραχής, αφού το μεγαλύτερο τμήμα της διαδρομής τους γινόταν ατμοπλοϊκώς, από την Μερσίνα έως και την Γιάφα, με ενδιάμεσους σταθμούς την Αλεξανδρέττα και την Βηρυτό. Όμως, ούτε τα έξοδα, ούτε και οι κίνδυνοι εμπόδιζαν κάποιους να το πραγματοποιήσουν, όχι μόνον με καταγωγή από την Μυσhτή ή τα υπόλοιπα χωριά, των Ορθοδόξων Ελλήνων Χριστιανών της Καππαδοκίας, αλλά επίσης και από όλη την Μ. Ασία ή τα λοιπά μέρη του ελληνισμού. Άλλωστε, το ταξίδι αυτό αποτελούσε κορυφαίο γεγονός ζωής, βαθιά συνδεδεμένο με την πνευματική προετοιμασία και την κοινωνική αναγνώριση του προσκυνητή.
Για το ταξίδι αυτό, ο ενδιαφερόμενος όφειλε να ακολουθήσει συγκεκριμένες προετοιμασίες και διαδικασίες, μετά το πέρας των οποίων χαρακτηριζόταν, επίσημα από την Εκκλησία, ο μεν άνδρας ως «Χατζής», η δε γυναίκα ως «Χατζίνα».
Η όλη διαδικασία, στην οποία αναφερόμαστε παρακάτω, συνοπτικά και κατά φάσεις, λέγεται «Χατζηλίκι» και στην Μυσhιώτικη γλώσσα, «χαdζηλéχh’ ή χατζhηλéχh’» (πληθ. = «χαdζηλéχh–jια ή χατζhηλéχh–jια», όπου το πρόσφυμα «j» προφέρεται εδώ ως «χ», καθώς προηγείται αυτού ο φθόγγος «χh», η δε λέξη αντίστοιχα ως «χαdζηλéχh-χια ή χατζhηλéχh-χια»). Ερμηνεύεται δε, ως «η διαδικασία που ακολουθείται για να αποκτήσει κανείς τον χαρακτηρισμό του χατζής, η διαδικασία για να γίνει κάποιος χατζής, το χατζηλίκι».
Παρακάτω αναφέρονται λέξεις και φράσεις, για τις οποίες ακολουθεί στη συνέχεια και ηχητικό video:
i.-«Χαdζής, Χατζhής» (= Χατζής) > πληθ. «Χαdζήα, Χατζhήα» ( = Χατζήδες).
ii.-«χαdζηλéχh’, χατζhηλéχh’» (= χατζηλίκι) > πληθ. «χαdζηλéχh–jια χατζhηλéχh–jια» (= χατζηλίκια).
iii.-«απ’τού Μυσhτή, eαυ-eαλdάν πή’αν λί’α σ’ού χαdζηλéχh’, τσhι γέναν Χαdζήα» = από την Μυσhτή, τον παλιό καιρό πήγαν λίγοι στο χατζηλίκι (ακολούθησαν την διαδικασία για το χατζηλίκι), και έγιναν Χατζήδες.
iv.-«Πjιό κάτ’, να ειπούν τἰς πή’αν, απ’τού Μυσhτή, σ’ού χατζhηλéχh’ τσhι γέναν Χατζhήα» = πιο κάτω, θα πούμε ποιοι πήγαν, από την Μυσhτή, στο χατζηλίκι (ποιοι ακολούθησαν την διαδικασία για το χατζηλίκι), και έγιναν «Χατζήδες».
Στο παρακάτω «video» ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά των παραπάνω λέξεων και φράσεων, δίχως την μετάφραση αυτών:
ΟΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ
Όταν κάποιοι αποφάσιζαν «να πάν’ σ’ού Χατζhή», εσήμαινε «να πάνε στους Αγίους Τόπους, για να γίνουν Χατζήδες».[2]
Η αναχώρηση του υποψηφίου χατζή, ανάλογα με την οικονομική και την γένει κατάσταση του, γινόταν κατά τον Νοέμβριο μήνα, οπότε γιόρταζε Χριστούγεννα και Πάσχα κάτω στα Ιεροσόλυμα.[3] Οι φτωχότεροι, ή όσοι δεν μπορούσαν να αφήσουν την εργασία τους, για μεγάλο χρονικό διάστημα, έφευγαν συνήθως με την έναρξη της Μεγάλης Σαρακοστής.[4]
Η επιστροφή, σε κάθε περίπτωση γινόταν την εβδομάδα του Αγίου Θωμά, ή αμέσως μετά. Αν τύχαινε να πάνε και άλλοι από το ίδιο χωριό ή γνωστοί από γειτονικά χωριά (π.χ. Μυσhτηλήδες και Τσαρικλιώτες), τότε φρόντιζαν να μετακινούνται ομαδικά, για λόγους ασφάλειας και οικονομίας.
Έτσι λοιπόν:-«για dού χατζhηλéχh’, dά πjιό πολλά φέ’γh-ισhκαν, τσhιό’η ’τούν πjιάνισhκην Μ’α’άλ’ Σαρακοσhτή. Πολύ λἰ’α ‘νdι εκείνα, dα φέγh-ισhκην τσhιό’η ’τούν πjιάνισhκην Μικρό ‘Σαρακοσhτή, Χρουστού ‘Σαρακοσhτή. Π’αίνισhκαν σ’ού χατζhηλéχh’, νι-όdαν Χατζhήα, γιόρταζαν Μ’α’άλ’ Τσhερετσhή, ‘τσειού κάτ’, σ’ Άϊν -Dάφου, τσhι λί’α μέρεις σέ(ν)γκρα, ερ’ό’αν οπίσ’, σ’ου χωρ-jιό τ’νη, σ’ Ἀϊ – Τhουμά ωρτα» [= για το χατζηλίκι, οι πιο πολλοί έφευγαν, όταν έπιανε (όταν άρχιζε) η Μεγάλη Σαρακοστή.[5] Πολύ λίγοι είναι εκείνοι, οι οποίοι έφευγαν πιο μπροστά, όταν έπιανε (όταν άρχιζε) η Μικρή Σαρακοστή, η Σαρακοστή (της γέννησης) του Χριστού. Πήγαιναν στο χατζηλίκι (ακολουθούσαν την διαδικασία, για να γίνουν χατζήδες), γινόντουσαν Χατζήδες, γιόρταζαν την Μεγάλη Κυριακή (το Πάσχα), εκεί κάτω, στον Άγιο Τάφο, και λίγες μέρες μετά, ερχόταν πίσω, στο χωριό, προς του Αγίου Θωμά.
Στο παρακάτω «video» ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά της παραπάνω φράσης, δίχως την μετάφραση αυτής:
Μία εβδομάδα πριν από την αναχώρηση, άρχιζαν οι σχετικές προετοιμασίες. Οι υποψήφιοι έκαναν σχετικά τραπεζώματα σε συγγενείς, φίλους και ξένους, σαν σε γάμο. Με βάση το εθιμικό τους λοιπόν δίκαιο: -«dά ετοιμαζ-jιόdαν, να πάν’ σ’ού χατζhηλéχh΄, ένα ογdουμάδα πjιό ομπρό, σhιάνισhκαν χοντσhάϊα, να ταΐσh’νει, να ποτίσh’νει dά χeσéμια τ΄νη, dά γιωλλdάσhια τ’νη, ακούμ’ τσhι χώρας. Σhιάνισhκαν, ό,τι σhιάνισhκαν τσhι σ’ά γάμουζ-jια» [= έκαναν τραπέζια (γεύματα), για να ταΐσουν, να ποτίσουν τους συγγενείς τους, τους φίλους τους, ακόμη και ξένους. Έκαναν, όπως ακριβώς κάνουν και στους γάμους].
Στο παρακάτω «video» ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά της παραπάνω φράσης, δίχως την μετάφραση αυτής:
Την ίδια αυτή εβδομάδα, των προετοιμασιών, οι υποψήφιοι: «σ’ού χωρ-jιό τ’νη, μοίραζαν πhαράϊα, σ’ά φουκαράϊα, τσhι’εκείνα φίλαναν dού χέρι τ’νη. Άλλα σeαβeάρ-jια πάλ’, σhαίρισhκαν πhαράϊα, σ’ού γκόζμου, τσhι’ εκείνα τρέχh-ισhκαν, σώρουβαν dα» [= στο χωριό τους, μοίραζαν χρήματα σε φουκαράδες, και εκείνοι τους φιλούσαν το χέρι τους. Άλλες φορές πάλι, πετούσαν χρήματα (κέρματα) στον κόσμο, και εκείνοι έτρεχαν και τα μάζευαν].
Στο παρακάτω «video» ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά της παραπάνω φράσης, δίχως την μετάφραση αυτής:
Κατά την διάρκεια του τραπεζώματος, έλεγαν και κάποιο σχετικό επιτραπέζιο τραγούδι, με ιδιαίτερο τρόπο, κάπου μεταξύ τραγουδιού και διαβάσματος. Το τραγούδι αυτό, όπως και όλα γενικά τα τραγούδια των Ελλήνων της Καππαδοκίας (και όχι μόνον), λεγόταν υποχρεωτικά στην Τουρκική γλώσσα, καθώς, από τον Εμίρη της Καραμανίας Μεχμέτ Α΄ Μπέη, είχε απαγορευτεί, με το από 13-5-1277 φιρμάνι του,[6] να ομιλούν (και να τραγουδούν) οι υπήκοοι, σε άλλη γλώσσα πλην της Τουρκικής.[7]
Σημειωτέον, ότι η ποινή για Έλληνες, τους παραβαίνοντες τον απαγορευτικό αυτόν νόμο, ήταν πολύ σκληρή. Αναφέρεται μάλιστα ότι: «Οι Τούρκοι προέβαιναν, σε ακραίες περιπτώσεις, και στο κόψιμο της γλώσσας, μόνο και μόνο γιατί ήσαν Έλληνες και μιλούσαν ελληνικά».[8]
Το τραγούδι για το χατζηλίκι
Από το χωριό «Ανακού»[9] έχει διασωθεί το τραγούδι για το χατζηλίκι, όπως το έλεγαν οι ίδιοι οι Ανακιώτες, στην Τουρκική γλώσσα. Αυτό έχει μεταφραστεί από τον πολύ σημαντικό συνεργάτη του Κ.Μ.Σ., δάσκαλο και ερευνητή, Χριστάκη Τουργούτη, και έχει ως εξής:
«Ώ χατζήδες, το φόρτωμα το φόρτωσα, υψώσανε χέρια οι ευχέτες.
Ας μην ιδούν πόνο οι χατζήδες, ας λαδώσουνε τα βαπόρια.
Ας μη σταθούμε, ας τα δέσουμε στο Κούμ Καπού.[10]
Ας παρακαλέσουμε, ας ψάλουμε: Κύριε ελέησον!
Πέρασα το βουνό Ερέμια και ήρθα, είδα τον τρούλο (της εκκλησίας) και θαύμασα.
Παράτησα την περιουσία μου και τα χρήματά μου, νόμισα πως έπεσα στον παράδεισο.
Ο Άι-Τάφος είναι γωνίες – γωνίες, τα κεριά ανάβουν αγκαλιές – αγκαλιές.
Ο Άι-Τάφος είναι μια ευτυχισμένη εστία».[11]
Το ξεκίνημα και η διαδρομή του ταξιδιού
Πριν ξεκινήσουν οι υποψήφιοι χατζήδες, έπαιρναν μαζί τους τρόφιμα για την διαδρομή και διάφορα δώρα για την εκκλησία των Ιεροσολύμων, μεταξύ των οποίων και φυσικό κερί μελισσών.
Συγχωριόταν με τους συγχωριανούς τους και κοινωνούσαν, γιατί το ταξίδι ήταν μακρινό και οι κίνδυνοι παραμόνευαν παντού. Θεωρούσαν όμως ότι ήταν καλό να πεθάνουν στους Αγίους Τόπους. Κατά τον αποχαιρετισμό, τους ευχόταν όλοι, λέγοντάς τους «αμέτ’ σ’ού καλό!» (= πηγαίνετε στο καλό!). Τους ξεπροβόδιζαν, μέχρι κάποιο σημείο του χωριού, για να συνεχίσουν, από εκεί και πέρα μόνοι, το μακρινό τους ταξίδι.
Η διαδρομή για τους Έλληνες της Καππαδοκίας, γινόταν οδικώς,[12] συνήθως με μισθωμένα κάρρα, μέχρι το λιμάνι της Μερσίνας. Στην διαδρομή αυτή, οι διανυκτερεύσεις γινόταν σε χάνια, κάποια από τα οποία είχαν Έλληνες. Μετά την λειτουργία της σιδηροδρομικής γραμμής, Ικονίου – Καραμάν – Ουλούκισλα -Μερσίνας, προφανώς αρκετοί έπαιρναν το τραίνο, από το χωριό Ουλούκισλα για την Μερσίνα.
Για τους κατοίκους των χωριών, που υπάγονταν στον Μητροπολίτη Ικονίου, υπήρχε υποχρεωτική στάση στην Νίγδη, όπου ήταν η έδρα του Μητροπολίτη τους, για την έκδοση των διαβατηρίων.
Στην Μερσίνα, μετά τον έλεγχο των διαβατηρίων, επιβιβάζονταν σε πλοίο, με προορισμό την Γιάφα. Από εκεί μετά από σχετικό υγειονομικό έλεγχο και τον έλεγχο πάλι των διαβατηρίων, συνέχιζαν με τραίνο προς τα Ιεροσόλυμα.
Το έτος 1907, ο Τιμόθεος Χατζητιμοθέου,[13] από το χωριό Τροχό Καππαδοκίας, που βρίσκεται 13,5 χιλιόμετρα ΒΔ της Μυστής,[14] έκανε μαζί με τους γονείς του (τον Χατζηϊωακείμ και την Χατζηέλενα), το ταξίδι για το χατζηλίκι, το οποίο και περιέγραψε λεπτομερώς, (προετοιμασίες, μετακίνηση, δαπάνες, διανυκτερεύσεις, εισιτήρια, επισκέψεις ιερών χώρων, μοναστηριών, κ.λ.π.).
Αναχώρησαν από το χωριό τους την Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 1907 και αφίχθηκαν στα Ιεροσόλυμα στις 8 Μαρτίου.[15] Η διαδρομή που ακολούθησαν, με τις αντίστοιχες στάσεις, είναι η εξής:
Τροχός – Λίμνα – Νίγδη (έκδοση διαβατηρίου, από τον Μητροπολίτη) – Μποζάντι – Ταρσός – Μερσίνα (έλεγχος διαβατηρίων και επιβίβαση σε πλοίο) – Αλεξανδρέττα (Ισκεντερόν) – Χαλέπιον – Βηρυτός – Χάϊφα – Γιάφφα (αποβίβαση, υγειονομικός έλεγχος, έλεγχος διαβατηρίων, επιβίβαση σε τραίνο) – Τέλ Αβίβ – Ιερουσαλήμ – Βηθλεέμ.[16]
Στον παρακάτω χάρτη μπορεί κανείς να διακρίνει τα τμήματα της διαδρομής, που ακολουθήθηκε, από την Τροχό έως την Μερσίνα και από την Γιάφα έως τα Ιεροσόλυμα. Η θαλάσσια διαδρομή από Μερσίνα μέχρι Γιάφα δεν είναι σημειωμένη:

Το πρόγραμμα της πολυήμερης παραμονής, των υποψηφίων χατζήδων, στους Αγίους Τόπους, περιελάμβανε εκκλησιασμούς, νηστείες, επισκέψεις σε εκκλησίες, μοναστήρια, όπως επίσης και σε όλα τα σημεία και χώρους των Αγίων Τόπων, όπου γεννήθηκε, βαφτίστηκε, δίδαξε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε ο Χριστός. Στον Ιορδάνη ποταμό, την ημέρα των Φώτων (αλλά και όποτε άλλοτε προέβλεπε το πρόγραμμά τους), βουτούσαν το σώμα τους ή έβρεχαν μόνον τα πόδια τους, σε ένδειξη συμβολικού βαπτίσματος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, στην ζωή του ο Χριστιανός βαφτίζεται μόνον μία φορά. Στα νερά του ποταμού, βουτούσαν επίσης και πολλά από τα αντικείμενα που είχαν μαζί τους, «για το καλό». Το Πάσχα, έπαιρναν φως από το κερί της Ανάστασης και το έφερναν, φυλάγοντάς το σε φανάρι, στο χωριό.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Στην επιστροφή, που γινόταν μερικές ημέρες μετά το Πάσχα, οι προσκυνητές, έχοντας πλέον αποκτήσει επίσημα τον τίτλο του «Χατζή», ακολουθούσαν την αντίστροφη διαδρομή, και έφερναν μαζί τους απαραίτητα τα εξής τρία πράγματα: 1). Το «συγχωροχάρτι», δηλαδή την βεβαίωση ότι ακολούθησε την διαδικασία και ότι μπορεί να φέρει πλέον τον τίτλο του «Χατζή». Το χαρτί αυτό το διάβαζε ο παππάς, όταν ο Χατζής κοινωνούσε και το έθαβαν μαζί του, όταν πέθαινε. 2). Το σάβανο για τον ίδιον, που ήταν άσπρο, σκέτο ή με υφασμένους μέσα αγγέλους και Χριστούς. Άλλοτε πάλι ήταν «άσπρου μη πολλά σταυρόϊα» (= άσπρο με πολλούς σταυρούς). Αυτό τους συνόδευε στον τάφο, όταν πέθαιναν, και 3). Μια δέσμη με 33 χρωματιστά κεριά, όσα δηλαδή και τα χρόνια του Χριστού.
Ίδια σάβανα έφερναν για τους ηλικιωμένους συγγενείς και γνωστούς τους. Έφερναν και πολλά άλλα δώρα, για όλους, που συνήθως ήταν: «σταυρόϊα» (= σταυρούς), «τhασπéχh–jια» (= κομπολόγια), τα οποία μοίραζαν στους γέρους, «βλeαχeάρ-jια» (= βραχιόλια), «χυμιάμα» (= θυμίαμα), «λιβάν’» (= λιβάνι, μοσχολίβανο), «λά’ι» (= λάδι) από το καντήλι του παναγίου Τάφου, «μανάηλια» (= λαμπάδες), το φυτό με την ονομασία «της Παναγίας το δάκρυ» (= «Πανα’ιάς dού dάκρους»), που φαίνεται στην παρακάτω εικόνα, όπως επίσης και πολλά διάφορα άλλα δώρα, που όλα μαζί λέγονται «χατζhηλίτικα ή χατζhήτικα» (= χατζηλίδικα ή χατζήτικα).
Στην παρακάτω εικόνα από το διαδίκτυο, φαίνονται τα άνθη από το φυτό, με την ονομασία «το δάκρυ της Παναγίας»:

Τα παραπάνω πράγματα, που έφερναν οι Χατζhήδες, επιστρέφοντας στο χωριό, επαναλαμβάνονται στην ακόλουθη φράση, στην Μυσhιώτικη γλώσσα::
-«Άλλου, ’τούν μαφτιζ-jιόdαν Χαdζήα, για να κλώσh’νει οπίσ’, σ’ού χωρ-jιό τ’νη, πάν τὄνα τ’νη παίρ’ισhκην, φέρ-ισhκην dάμα τ’, τσhι πολλά σhιέα. Άλλα τσhειό’αν για dώρα, άλλα για dα γηαυτοί τ’νη. Για dου γηαυτού τ’νη, φέρισhκαν dού χαρτί, εκείνου dου γράφτισhκην, γένην Χατζhής, dού σάβανο τ’, τσhι dά τριάντα τρία τσhερ-jιά, μη τhουρλούϊα χρώμαdα. Για να dώκ’νει dώρα, φέρισhκαν: σταυρόϊα, τhασπéχh–jια, βλeαχeάρ-jια, χυνιάμα, λιβάν’, λά’ι, απ’τ’ Άϊ-Dάφου κανdήλα, τσhι’ένα γκιούλ’, λέν’ dου Πανα’ίας dού dάκρους. Ούλα ό,τι φέρισhκαν, μ’ένα λό’ους, λέμ’ dα, γιά χατζhηλίτικα γιά χατζhήτικα».
Μετάφραση
-«Πλέον, όταν βαφτιζόντουσαν Χατζήδες, για να γυρίσουν πίσω, στο χωριό τους, ο καθένας τους έπαιρνε, (και) έφερνε μαζί του, πολλά πράγματα. Άλλα ήταν για δώρα, (και) άλλα για τους εαυτούς των. Για τον εαυτό τους, έφερναν το χαρτί, εκείνο που έγραφε, (ότι) έγινε Χατζhής, το σάβανό του, και τριάντα τρία κεριά, με ποικιλία χρωμάτων. Για να δώσουν δώρα, έφερναν: σταυρούς, κομπολόγια, βραχιόλια, θυμίαμα, λιβάνι, λάδι, από του Αγίου Τάφου την κανδήλα, ένα λουλούδι, (που) το λένε της Παναγίας το δάκρυ. Όλα ό,τι έφερναν, με μια κουβέντα (λέξη), τα λέμε, είτε χατζηλίδικα είτε χατζήτικα.
Στο παρακάτω «video» ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά της παραπάνω φράσης, δίχως την μετάφραση αυτής:
Η ΥΠΟΔΟΧΉ
Κατά την επιστροφή, ειδοποιούσαν τους δικούς τους στο χωριό, αρκετά νωρίτερα. Μόλις μαθευόταν ότι οι προσκυνητές πλησιάζουν στο χωριό, ακολουθούσε πανηγυρική υποδοχή. Η υποδοχή είχε έντονα συγκινησιακό χαρακτήρα και θύμιζε την επιστροφή των ξενιτεμένων. Οι συγγενείς και οι συγχωριανοί σχημάτιζαν μια μεγάλη πομπή στην είσοδο του οικισμού, για να τους προϋπαντήσουν. Πήγαιναν να τους υποδεχτούν, συχνά με τους ιερείς (παππάδες), με τα εξαπτέρυγα και με ψαλμωδίες. Μόλις αντάμωναν τον «Χατζhή» (ή τους «Χατζhήδες»), οι δικοί του του έδιναν να κρατά την εικόνα του Χριστού και στην γυναίκα του έδιναν την εικόνα της Παναγίας.
Από το σημείο συνάντησης, όλοι μαζί επέστρεφαν και πήγαιναν στην εκκλησία, όπου διαβάζονταν σχετικές ευχές. Μετά την εκκλησία, το σπίτι του Χατζή άνοιγε για όλο το χωριό. Εκεί μοίραζε στους επισκέπτες τα ευλογημένα αντικείμενα που έφερε από τους Αγίους Τόπους. Οι συζητήσεις δε, για την όλη εμπειρία και τις τυχόν περιπέτειες, ήσαν ατέλειωτες και βαστούσαν πολύ καιρό.
Οι υποχρεώσεις του «Χατζhή»
Ο προσκυνητής, μετά την επιστροφή, μαζί με τον επίζηλο τίτλο του Χατζή, φορτωνόταν και με την υποχρέωση να ζήσει δίκαια και ηθικά. Για να αποφεύγει μάλιστα τον πειρασμό, δεν έπρεπε ούτε ζυγαριά να πιάσει στα χέρια του, για να ζυγίσει. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε κάποιους χατζήδες «να φάν’ πολλά σκατά», όπως έλεγαν οι πρόγονοί μας, δηλαδή, να κάνουν κακές πράξεις.[17]
Οι «Χατζίνες», από την ημέρα που γύριζαν από τον Άγιο Τάφο, φορούσαν μαύρα, μέχρι να πεθάνουν. Αντίστοιχα, οι «Χατζήδες» φορούσαν σκούρα.
Η συμπεριφορά τους έπρεπε να είναι παράδειγμα στους άλλους. Όλοι τους γνώριζαν, από την πρώτη κιόλας στιγμή, που γινόντουσαν Χατζήδες, ότι: «dά Χατζhήα, ουζ να χα’ούν, dέ βρίζh’νει, dέ τρών’ χώρας dού χάκ’, dέ πjιάν’νει σ’ά χέρ-jια τ’νη πhάλαντζhα, για’ί μπορεί να dζυ’άσh’νει λειψά» (=δεν βλαστημούν, δεν τρώνε του ξένου το δίκιο (δεν αδικούν), δεν πιάνουν στα χέρια τους ζυγαριά, γιατί μπορούσαν να ζυγίσουν λειψά, [18] (δηλαδή, δεν γίνονται έμποροι).
Στο παρακάτω «video» ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την προφορά της παραπάνω φράσης, δίχως την μετάφραση αυτής:
Στην Μυσhτή, όταν πέθαινε κάποιος, που είχε γίνει «Χατζhής», έντυναν τον νεκρό άλλοι «Χατζhήδες» και κοντά του, αντί κεριά, «γήφτισhκαν με’άλα μανάηλια» (= άναβαν μεγάλες λαμπάδες), φερμένες από τα Ιεροσόλυμα. Το σπίτι έμενε ασκούπιστο, όσο ο νεκρός βρισκόταν εκεί, και όσοι συνόδευαν την εκφορά μέχρι την εκκλησία, ήταν ντυμένοι με παλιά.[19]
ΔΩΡΕΕΣ
Πολλοί από τους «Χατζήδες» δώριζαν σημαντικά ποσά ή και άλλα περιουσιακά τους στοιχεία στην εκκλησία ή σε μοναστήρια. Το τάμα και η δωρεά, προς τα θεία, είναι συνήθεια ή νοοτροπία που δεν πρωτοεμφανίστηκε επί Χριστιανισμού. Προϋπήρχε στον Έλληνα από καταβολής κόσμου. Για παράδειγμα, όταν οι Έλληνες νικούσαν σε κάποια μάχη, ακόμη και εναντίον των ομογενών τους, το 1/10 των λαφύρων δινόταν, ως αφιέρωση, ως δωρεά των νικητών, στον ναό του Θεού εκείνου που τους βοήθησε για την συγκεκριμένη νίκη.
Από την ιστορία, που διδαχθήκαμε στα γυμνασιακά μας χρόνια, γνωρίζουμε ότι ο Μέγας Αλέξανδρος, αμέσως μετά την πρώτη του νίκη κατά των Περσών, στην μάχη του Γρανικού ποταμού, από τα λάφυρα, έστειλε 300 περσικές πανοπλίες στην Ακρόπολη των Αθηνών, τα οποία συνοδεύονταν από την ιστορική αφιερωτική επιγραφή: «Ἀλέξανδρος Φιλίππου καὶ οἱ Ἕλληνες, πλὴν Λακεδαιμονίων, ἀπό τῶν Βαρβάρων τῶν τὴν Ἀσίαν κατοικούντων». Ένα μέρος αυτών, που ήσαν επίχρυσες ασπίδες, αναρτήθηκαν στον Παρθενώνα.
Ο Έφιππος, που ήταν Αθηναίος ποιητής της μέσης κωμωδίας, αναφέρει σε ποίημα του, με σκωπτικό ύφος, το εξής: «Ο Βάκχος είναι αγαπητός που έδωκε ατέλεια σ’ εκείνους που εισάγουν κρασί λεσβιακό εδώ στην Αθήνα. Κι όποιος πιαστεί να στέλνει κι ένα ποτήρι μονάχα, σ’ άλλη πόλη απ’ εδώ, γι’ αυτόν διατάσσω, σαν πρόστιμο, ν’ αφιερώσει την περιουσία του στο θεό».[20] Δηλαδή, η αφιέρωση περιουσιακών στοιχείων, προς τον θεό, (στον ναό του), φαίνεται πως δεν ήταν κίνηση μόνον προαιρετική. Αντιθέτως, φαίνεται πως ενίοτε ήταν μάλλον υποχρεωτική, όπως αυτή που αναφέρει ο ποιητής, προκειμένου κάποιος, είτε να εξαγνιστεί από τις αμαρτίες του, όσο ήταν εν ζωή, είτε μετά τον θάνατό του, να μεταβεί στον «παράδεισο».
Η χρήση του τίτλου «Χατζhής»
Ο θρηκευτικο-κοινωνικός αυτός τίτλος, που αποκτήθηκε με ειδική διαδικασία, ακολουθεί τον Χριστιανό, που επονομάστηκε «Χατζhής» (= Χατζής), εφ’ όρου ζωής του, και είναι εφ’ εξής το μόνιμο πρόθεμα του μικρού βαφτιστικού του ονόματος. Ταυτόχρονα όμως το σύνθετο πλέον όνομα αυτού, ως «Χατζhή- + το μικρό όνομα», καθίσταται πλέον το «αλαγάπ’» (το προσωνύμιο), το επώνυμο και όλης της οικογένειάς του, καθώς και των απογόνων του.
Η λέξη «Χαdζής ή Χατζhής», όταν ακολουθείται από το όνομα του φέροντος τον χαρακτηρισμό αυτόν, τρέπεται σε «Χαdζή-» ή σε «Χατζhή-», αποβάλλει δηλαδή, το τελικό «-ς» διατηρώντας όμως πάντοτε τον τόνο του. Tο κυρίως όνομα (το βαφτιστικό) θα απωλέσει τον τόνο του, όταν είναι μέχρι και δισύλλαβο, ενώ με περισσότερες συλλαβές τον διατηρεί. Σε κάποιες περιπτώσεις, το «Χαdζή-» ή «Χατζhή-» τρέπεται σε ««Χα’ή-», λόγω αποβολής του φθόγγου «dζ» ή «τζh», αντίστοιχα. Για παράδειγμα:
-«Χατζhή – Ευφραίμης»: γεν., αιτιατ. και κλητ. = «Χατζhή – Ευφραιμ’». Πληθυντικός/ονομ., γεν., αιτιατ. και κλητ. = «Χατζhή – Ευφραιμ’».
-«Χαdζή – Κυρ-jιακος»: γεν. αιτιατ. και κλητ. = «Χαdζή – Κυρ-jιακο». Πληθυντικός/ονομ., γεν., αιτιατ. και κλητ. = «Χαdζή – Κυρ-jιακο».
-«Χαdζή – Σαββας ή Χα’ή – Σαββας»: γεν., αιτιατ. και κλητ.= «Χα’ή – Σαββα ή Χα’ή – Σα’α». Πληθυντικός/ονομ., γεν., αιτιατ. και κλητ. = «Χα’ή – Σαββα ή Χα’ή – Σα’α».
-«Χατζhή – Απόστηλης»: γεν. αιτιατ. και κλητ. = «Χατζhή – Απόστηλη». Πληθυντικός/ονομ., γεν., αιτιατ. και κλητ. = «Χατζhή – Απόστηλη».
Η χρήση του τίτλου «Χατζhής», όταν στο χωριό υπάρχει και άλλος με ίδιο μικρό όνομα
Ο προσκυνητής «Σάββας» που έγινε «Χατζhής», λέγεται λοιπόν «Χατζhή – Σαββας». Αυτό είναι εφ’εξής το ονοματεπώνυμό του. Εάν όμως στο χωριό μέσα υπάρχει και άλλος «Χατζhή – Σαββας», τότε απαιτείται και κάποιο άλλο επιπρόσθετο συμπληρωματικό στοιχείο, για να είναι πλήρης, μοναδική και ξεχωριστή η ταυτότητά του. Ακολουθείται δηλαδή ο ίδιος τρόπος με τον οποίον ονομάζονται δύο άτομα του χωριού, που έχουν είτε ίδιο παρατσούκλι, είτε ίδιο ονοματεπώνυμο.[21]
Το ίδιο ισχύει και με τον τίτλο του «Χατζhή», που δεν χρειάζεται καθόλου να αναφερθεί το μικρό όνομα του φέροντος αυτόν, παρά μόνον όταν υπάρχει και άλλος «Χατζhής», μέσα στο χωριό. Έτσι λοιπόν, όταν στο χωριό υπάρχουν περισσότεροι του ενός, με τον τίτλο «Χατζhής», τότε χρειάζεται και κάποιο άλλο διευκρινιστικό στοιχείο, για την μεταξύ τους διάκριση. Το στοιχείο αυτό, όταν υπάρχει ως «αλαγάπ’», που είναι είναι λέξη επίθετο, τότε προτάσσεται του άτονου «Χατζhης», ενώ εάν δεν είναι επίθετο, τότε έπεται του τονιζόμενου «Χατζhή-». Για παράδειγμα :
i. Ο Μυστηλής «Deαλή – Χατζhης» (= ο παλαβο-Χατζής),[22] που μαζί με μερικούς άλλους, το 1850, είχαν αποικίσει στο «Τσhελτέκ», ύστερα από τον άδικο φόνο του «Γιωνά Αχανάσh’» (= του Αθανασίου Ιωνά ή Γιονανίδη), με υπαιτιότητα κάποιου από το σόϊ των «Γαϊτhάν’» (= των Γαϊτανιδαίων).[23] Τότε στην Μυσhτή δεν υπήρχε κανείς άλλος, που να ήταν, ταυτόχρονα, και «deαλή» (= επιπόλαιος, παλαβός) και «Χατζhής», γι’αυτό και δεν χρειαζόταν να αναφέρεται καθόλου το μικρό του όνομα, μετά τον τίτλο του «Χατζhή».
Ο ίδιος αυτός κανόνας των ονομάτων ίσχυε και στα άλλα Ελληνικά χωριά της Καππαδοκίας. Όπως για παράδειγμα, ο Αξενός «Κόρχατζης» (η ορθή προφορά είναι «Κhόρχατζhης» = τυφλός Χατζής), όπου το «κhόρ» είναι επίθετο. Γιός (ή μακρινός απόγονος), αυτού του «τυφλού Χατζή», ήταν ο «Κόρχατζη Παντελής», ο οποίος μετά τον ξεριζωμό, εγκαταστάθηκε στο χωριό Γουρνιά Μονοφατσίου Ηρακλείου Κρήτης, με την 4μελή οικογένειά του και με το ίδιο επώνυμο, ήτοι, ως «Κόρχατζης».[24]
ii. O Αξενός «Χατζηdεβλέτ Σάββας»[25] έχει ως «αλαγάπ’», ως προσωνύμιο, το «Χατζηdεβλέτ», το οποίο θεωρώ πως δεν είναι προσωπικά δικό του, αλλά ανήκει σε πρόγονό του, (στον πατέρα, στον παππού ή σε άλλον πρόγονό του). Το «Χατζηdεβλέτ» σχηματίζεται από το «Χατζή-» και από το ουσιαστικό «dεβλέτ’», που φαίνεται να προέρχεται από το Τουρκικό «devlet» (= κράτος, δημόσιο, πολιτεία, δοβλέτι, ντοβλέτι, ευτυχία, τύχη).[26]
Η χρήση του τίτλου «Χατζhίνα»
Σε περίπτωση που μια γυναίκα ακολουθούσε την όλη παραπάνω διαδικασία, τότε αποκτούσε τον τίτλο «Χατζhίνα» (= Χατζίνα). Ο τίτλος αυτός έμπαινε μπροστά από το όνομά της, είτε ως «Χατζhίνα + μικρό όνομα», είτε ως «Χατζhή + μικρό όνομα». Αυτό ήταν εφ’ εξής το ονοματεπώνυμό της γυναίκας αυτής.
Για παράδειγμα, η Μαρία, που έγινε Χατζίνα, στο εξής λεγόταν «Χατζhίνα-Μαρία». Η Οσία, που έγινε Χατζίνα, λεγόταν «Χατζhή – Οσια»,[27] κ.ο.κ.
Η χρήση του τίτλου «Χατζhής» για όλη την οικογένεια
Όπως προαναφέρθηκε, ο τίτλος του Χατζή, καθίσταται οικογενειακό «αλαγάπ’» (προσωνύμιο), που μένει τελικά και ως επώνυμο, στα μέλη της οικογένειας του Χατζή, αλλά και στους απογόνους αυτών. Για παράδειγμα:
Ο «Κυρ-jιάκους ή Κυρ-jιάκος» (= ο Κυριάκος), γιός του «Χατζhή – Σαββα», που αναφέρθηκε πιο πάνω, λέγεται, ονομάζεται, «Χα’ή – Σαββα Κυρ-jιάκους» ή «Χα’ή -Σα’α Κυρ-jιάκος».
Ακολούθως ο γιός αυτού του Κυριάκου, που είναι π.χ. ο Βασίλης, λέγεται «Χα’ή – Σαββα Κυρ-jιάκο Βασhίλης» ή «Χα’ή – Σα’α Κυρ-jιάκο Βασhίλης» (= ο Βασίλης, ο γιός του Κυριάκου από το σόϊ Χατζη-Σάββα). Ο γιός του Βασίλη, π.χ. ο Λευτέρης, λέγεται «Χα’ή – Σαββα Βασhίλ’ Λευτέρης» ή «Χα’ή – Σα’α Βασhίλ’ Λευτέρης» (= ο Λευτέρης, ο γιός του Βασίλη από το σόϊ Χατζη-Σάββα). Δηλαδή, στο ονοματεπώνυμο του «Λευτέρη», του εγγονού του Κυριάκου, αναφέρεται ο πατέρας αυτού, που είναι ο Βασίλης και όχι πλέον ο παππούς του, ο Κυριάκος.
Οι καταγεγραμμένοι «Χατζήδες» της Μυσhτής
Παρακάτω αναφέρονται με αλφαβητική σειρά οι Μυσhτηλήδες, που μετά τον ξεριζωμό του 1924 ήρθαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, ενώ έφεραν ήδη τον τίτλο του «Χατζhή», είτε οι ίδιοι είτε οι απόγονοι αυτών. Τα ονόματα αυτών είναι από τον κατάλογο, που συνέταξε, τον Αύγουστο του 1982, ο Θανάσης Παπανικολάου, με καταγωγή από το «Τσhαρικλή», που ήταν αποικία της Μυσhτής. Στα ονόματα αυτά έχουν γίνει αρκετές δικές μου σχετικές διορθώσεις, αναφορικά με την ορθογραφία και την Μυσhιώτικη προφορά αυτών:[28]
- -«Χατζhἠ – Απόστηλης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας.[29]
- -«Χατζhή – Βενετης», που ήρθε ως αρχηγός 2 οικογενειών, από το σόϊ του.[30] Πέραν αυτού, ήρθαν από το ίδιο αυτό σόϊ, (κατά την εκτίμησή μου), επίσης και ο «Χατζhή – Βενετ’ Βενέτης», ως αρχηγός της δικής του οικογένειας, (προφανώς είναι ο πρώτος εγγονός του αρχικού «Χατζhή – Βενετ’»),[31] όπως επίσης και ο «Χατζhή – Βενετ’ Βλάσhης», ως αρχηγός της δικής του οικογένειας, (προφανώς είναι γιός ή εγγονός του αρχικού «Χατζhή – Βενέτ’»).
- -«Χατζhή – Γιορdαν’», που είναι μάλλον η χήρα[32] του «Χατζhή – Γιορdαν’», η οποία ήρθε ως αρχηγός 2 οικογενειών, από το σόϊ της.[33] Σημειωτέον, ότι «Γιορdάνης» = Ιορδάνης.
- -«Χατζhή – Χεοdό’ης» ή «Χατζhή – Χιογοdό’ης», που ήρθε ως αρχηγός 5 οικογενειών, από το σόϊ του.[34] Σημειωτέον, ότι «Χεοdό’ης ή Χιογοdό’ης» = Θεοδόσιος ή Θεοδόσης.
- Από το σόϊ του «Χατζhή – Ευτυμ’»,[35] ήρθαν οι ακόλουθοι τρείς:
(i). -«Χατζhή – Ευτυμ’ Ευτύμης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας, (προφανώς είναι ο πρώτος εγγονός του αρχικού «Χατζhή – Ευτυμ’»).[36] Σημειωτέον, ότι «Ευτύμης» = Ευθύμιος.
(ii). -«Χατζhή – Ευτυμ’ Ελίας», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας, (προφανώς είναι απόγονος του αρχικού «Χατζhή – Ευτυμ’»). Σημειωτέον, ότι «Ελίας» = Ηλίας.
(iii). -«Χατζhή – Ευτυμ’ Μάης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας, (προφανώς είναι απόγονος του αρχικού «Χατζhή – Ευτυμ’»).Σημειωτέον, ότι «Μάης» = Μάϊος, (είναι ίδιο όνομα με τον γνωστό μήνα).
- Από το σόϊ του «Χατζhή – Ευφραιμ’»[37] ήρθαν οι ακόλουθοι έξι:
(i). -«Χατζhή – Ευφραιμ’ Βασhίλης», που ήρθε ως αρχηγός 2 οικογενειών από το σόϊ του.
(ii). -«Χατζhή – Ευφραιμ’ Βλάσhης», που ήρθε ως αρχηγός 10 οικογενειών από το σόϊ του. Σημειωτέον, ότι «Βλάσhης» = Βλάσιος ή Βλάσης, που συχνότερα τον αποκαλούμε Βάσο, επίσης και Βασhίλ’, όπως π.χ. «Τhιμόση Βάσος» (= Δημοσίου Βλάσιος, Μάνδρα Λάρισας), «Μακρίδης Βάσος» (= Μακρίδης Βάσος, Αμυγδαλέα Λάρισας), στην δε Πλαγιά Κιλκίς αποκαλούν σήμερα τον Παλαμίδη Βλάσιο, ως Βασhίλ’).
(iii). -«Χατζhή – Ευφραιμ’ Γαραλeάμης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας. Σημειωτέον, ότι «Γαραλeάμης» = Χαράλαμπος, Χαραλάμπης.
(iv). -«Χατζhή – Ευφραιμ’ Νικόλας», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας.
(v). -«Χατζhή – Ευφραιμ’ Σάββας», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας.
(vi). –«Χατζhή – Ευφραιμ’ Τhόγωρης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας. Σημειωτέον, ότι «Τhόγωρης» = Θεόδωρος, Θοδωρής.
- Από το σόϊ του «Χατζhή – Μελετ’»,[38] ήρθαν οι ακόλουθοι τέσσερεις:
(i). -«Χατζhή – Μελετ’ Βλάσhης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας.
(ii). -«Χατζhή – Μελετ’ Γιωβάννης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας. Σημειωτέον, ότι «Γιωβάννης» = Ιωάννης, Γιάννης.
(iii). -«Χατζhή – Μελετ’ Γιορdάνης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας.
(iv). -«Χατζhή – Μελετ’ Γουργόρης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας.
- Από το σόϊ «Χατζhή – Ρουμπη»,[39] ήρθαν οι ακόλουθοι εφτά:
(i). Η (χήρα) «Χατζhή – Ρουμπη», της οποίας το μικρό όνομα δεν αναφέρεται και η οποία ήρθε ως αρχηγός της δικής της οικογένειας.
(ii). -«Χατζhή – Ρουμπη Γιορdάνης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας.
(iii). -«Χατζhή – Ρουμπη Γιώρ’ης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας. Σημειωτέον, ότι «Γιώρ’ης» = Γεώργιος, Γιώργης.
(iv). -«Χατζhή – Ρουμπη Λάζαρης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας. Σημειωτέον, ότι «Λάζαρης» = Λάζαρος.
(v). -«Χατζhή – Ρουμπη Σάββας», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας.
(vi). -«Χατζhή – Ρουμπη Χαμσhής», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας. Σημειωτέον, ότι ετυμολογικά το όνομα «Χαμσhής», φαίνεται πως προέρχεται, από την Τουρκική λέξη «hamsi» (= γαύρος, χαμψί, χαψί»),[40] που όμως είναι λέξη «αντιδάνειο», καθώς προέρχεται από την Ελληνική λέξη της δημοτικής, το «χα(μ)ψί» (= ὁ ἰχθύς ἐγκραυλίς ἡ ἐγκρασίχολος, φερόμενος ἁλίπαστος εἰς τό ἐμπόριον).[41] Την ίδια λέξη συναντούμε και στον Πόντο, ως το «χαψί(ν)» (= εἶδος μικρᾶς σαρδέλας, άφύη, χαμψί), όπου μάλιστα θεωρείται ως ξένη λέξη και ότι το Τουρκικό «hamsi» προέρχεται από την Ελληνική λέξη.[42] Πέραν όμως αυτών, υπάρχει και η Αραβικής προέλευσης λέξη, της δημοτικής, το «χαμσίν(ι)» (= τοπικός άνεμος της Αιγύπτου, ορμητικός, ξηρός και θερμός, πνέων από των ερήμων περιοχών προς την βορείαν Αίγυπτον),[43] από την οποία μπορεί επίσης να προκύπτει το όνομα «Χαμσhής».
(vii).-«Χατζhή – Ρουμπη Απόστηλης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας.
- -«Χατζhή – Σαββας», που ήρθε ως αρχηγός σε 5 οικογένειες από το σόϊ του.[44] Το σόϊ αυτού, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, λέγεται «Χα’ή – Σαββα ή Χα’ή – Σα’α» (= του Χατζή – Σάββα).
- -«Χα’ή – Σαββα Ανdρέας», που ήρθε ως αρχηγός σε 3 οικογένειες από το σόϊ του.[45] Το σόϊ αυτού, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, λέγεται «Χα’ή – Σαββα Ανdρέα ή Χα’ή – Σα’α Ανdρέα» (= του Χατζή-Σάββα Αντρέα).
- -«Χατζhή – ‘Φενdή Απόστηλης», που ήρθε ως αρχηγός της δικής του οικογένειας. Σημειωτέον, ότι το «Χατζhή – ΄Φενdη» προκύπτει από το «Χατζhή – Αφενdη», ενώ «ἀφέντης» (= αὐθέντης, ἡγεμών, ἄρχων, δεσπότης, κύριος),[46]η λέξη αυτή πέρασε, ως λέξη «δάνειο», στην Τουρκική γλώσσα, όπου και υπάρχει ως «efendi» (= κύριος, αφέντης, άρχοντας, σύζυγος).[47]
- -«Χατζhή –‘Φενdη Ελίας», που ήρθε ως αρχηγός της οικογένειάς του.
- -«Χατζhή – ΄Φενdη Πρόϊμους»,[48] που ήρθε ως αρχηγός σε 2 οικογένειες από το σόϊ του. Σημειωτέον, ότι «Πρόϊμους» = Πρόδρομος.
- -«Χατζhή – Φενdη Χρήστης», που ήρθε ως αρχηγός της οικογένειάς του. Σημειωτέον, ότι «Χρήστης» = Χρήστος.
- -«Χατζhή – Φωτ’ Γαραλeάμης», που ήρθε ως αρχηγός της οικογένειάς του.[49]
- -«Χατζhή – Φωτ’ Νικόλας», που ήρθε ως αρχηγός της οικογένειάς του.
- -«Χατζhή – Φωτ’ Πρόϊμους», που ήρθε ως αρχηγός της οικογένειάς του.
- -«Χατζhή – Φωτ’ Φώτης», που ήρθε ως αρχηγός της οικογένειάς του.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ του «Χαdζής ή Χατζhής»
Ετυμολογικά, η λέξη «χατζής», όπως και το παράγωγο αυτού «χατζηλίκι», θεωρούνται από όλους λέξεις Τουρκικές, προέλευση με Αραβική. Όμως, εμείς θα αναζητήσουμε το «έτυμον» του «Χαdζής ή Χατζhής», καθώς και του «χαdζηλéχh’ ή χατζhηλéχh’», όπως αυτές προφέρονται στην Μυσhιώτικη γλώσσα, με βάση τις παρακάτω σχετικές Ελληνικές λέξεις:
-«ἄζεσθαι» = σέβεσθαι.[50]
-«σεβαστός» = προσκυνητός, τιμητός.[51]
-«σέβω ή σέβομαί τινα» = σἐβομαι, λατρεύω κάποιον.[52]
-«σέβω» (παθητικό, «σέβομαι») = ἐπί τῶν θεῶν, εὐλαβοῦμαι, τιμῶ μετά συστολῆς καί εὐλαβείας, προσκυνῶ, λατρεύω.[53]
-«ἅζω» (μέση φωνή, αμετάβατο, «ἅζομαι») = φοβοῦμαι, σέβομαι. Το θέμα του ρήματος αυτού είναι «ἁγ-j-», ἐξ οὗ «ἅγιος».[54]
-«ἅζομαι» = σἐβομαι, εὐλαβοῦμαι.[55] Το εν λόγω ρήμα αναφέρεται στην Ιλιάδα, στην εξής φράση, (Α/21): «ἀζόμενοι Διός υἱόν ἑκηβόλον Ἁπόλλωνα» (= σεβόμενοι του Διός τον γιό, τον εκηβόλο Απόλλωνα.
-«χάζω» (= ἀναγκάζω τινα νά ἀποχωρήσει, νά ἀπομακρυνθεί ἔκ τινος). Η μέση φωνή του ρήματος αυτού είναι «χάζομαι» (= αποσύρομαι ἔκ τινος),[56] το δε θέμα του είναι «χαδ-j–».[57]
-«χάζειν» = ἀναχωρεῖν. φυλάσσεσθαι.[58]
-«χάζεο τῆλε» = ἀναχώρει μακράν.[59]
-«χάζεται» = ἀναχωρεῖ.[60]
-«χάσσασθαι» = ἀναχωρῆσαι, χωρῆσαι.[61]
-«χάσσεται» = χωρήσει, ἀναχωρήσει.[62]
-«χάσιος» = ἀγαθός, χρηστός.[63]
-«χατζής» = 1). για τους Μωαμεθανούς, είναι τιμητικός τίτλος των προσκυνητών των αγίων τόπων Μέκκας και Μεδίνας. 2). Για τους Χριστιανούς, είναι τιμητικός τίτλος διδόμενος εις τους προσκυνητάς των Ιερών τόπων (της Ιερουσαλήμ).[64]
-«χάδζ» (= προσκύνησις). Αναφέρεται ως λέξη Εβραϊκή.[65] Ίσως να πρόκειται για την Εβραϊκή λέξη με προφορά «Hag / Khag», η οποία στο διαδίκτυο αναφέρεται ότι σε βιβλικές/σημιτικές αναπαραστάσεις ακούγεται κοντά στο «χατζ» και σημαίνει: Γιορτή, πανηγύρι, θρησκευτική σύναξη/πορεία.
-«χαδζῆ» = ὁ προσκυνητής τῶν ἱερῶν τόπων.[66]
-«χατζhηλαΐζου ή χαdζηλαΐζου» (= πετώ ή ρίχνω μακριά, απομακρύνω κάτι που είναι κοντά μου πετώντας το μακριά, εκσφενδονίζω κάτι για να πάει μακριά). Είναι ρήμα της Μυσhιώτικης γλώσσας, ενεργητικής φωνής, μεταβατικό, του οποίου το θέμα είναι «χατζhη-» ή «χαdζη-», αντίστοιχα. Από το ρήμα αυτό σχηματίζονται (προκύπτουν) πολλές άλλες λέξεις της γλώσσας μας, (μέση φωνή, μετοχή, ουσιαστικό, επίρρημα τροπικό), η σημασία των οποίων βασίζεται επακριβώς στην σημασία του εν λόγω ρήματος.
-«ἵημι» (του οποίου η μέση φωνή είναι «ἵεμαι») = κινοῦμαι, ἔχω κλίσιν πρός τι, επιθυμώ. Το ισχυρό θέμα του ρήματος αυτού είναι «η-».[67]
Ετυμολογικά, το «Χαdζής ή Χατζhής», με βάση την ακριβή αυτού σημασία, σχηματίζεται με τους εξής δύο τρόπους, αντίστοιχα
Πρώτος τρόπος σχηματισμού του «Χαdζής ή Χατζhής»
Όταν το «Χαdζής ή Χατζhής» έχει την σημασία της αναχώρησης, της αποχώρησης, κάποιου σε μακρινή περιοχή:
Σχηματίζεται από τα εξής στοιχεία:
(i). Από το θέμα «χαδ-j–», του παραπάνω ρήματος «χάζω»/«χάζομαι»
(ii). Από το ισχυρό θέμα «η-», του παραπάνω ρήματος «ἵημι».
(iii). Από την κατάληξη «-ς», που είναι για τα ουσιαστικά αρσενικού και ενίοτε γένους.
Η σύνθεση των παραπάνω τριών στοιχείων, «χαδ-j– + η- +-ς», σημαίνει: αυτός που επιθυμεί να κινηθεί και να απομακρυνθεί, αυτός που αποσύρεται μακριά, αυτός που επιθυμεί να αναχωρήσει για μακριά. Κατ’ επέκταση, σημαίνει αυτόν που είναι «άναχωρητής» (= ὁ ἀποσυρόμενος ἀπό τοῦ κοσμικοῦ βίου καἰ μακράν τῆς μετά πολλών συμβιώσεων ζῶν, ἵνα ἀφοσιωθῇ εἰς ζωήν μετανοίας).[68] Εξ άλλου, από το ίδιο θέμα σχηματίζεται και το παραπάνω ρήμα, της Μυσhιώτικης γλώσσας, «χατζhηλαΐζου ή χαdζηλαΐζου», που σημαίνει: «απομακρύνω κάτι που είναι κοντά μου πετώντας το για να πάει μακριά».
Σχηματισμός του τύπου «χαdζής»: χαδ-j- + η- + -ς > χαδjής > χαdγιής, λόγω προφοράς του συμφώνου «δ», ως «d», που είναι η Πελασγική προφορά αυτού,[69] καθώς και λόγω προφοράς του «j», ως «γι»,[70] > χαdζής, λόγω τροπής του «γι», σε «ζ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής. [71]
Σχηματισμός του τύπου «χατζhής»: χαδ-j- + η- + -ς > χαδjής > χαζής, λόγω τροπής του «δj», σε «ζ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[72] > χατζής, λόγω τροπής του «ζ», σε «τζ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[73] και > χατζhής, λόγω τροπής του φθόγγου «τζ», σε δασύ (παχύ) «τζh», καθώς το διπλό σύμφωνο ζήτα της Ελληνικής, στην Μυσhιώτικη γλώσσα έχει δύο διαφορετικές προφορές, που είναι «ζ» και «ζh» δασύ (παχύ).
Σημειωτέον, ότι η φωνητική (ηχητική) διαφορά μεταξύ του «χαdζής» και του «χατζhής» είναι δυσδιάκριτη.
Δεύτερος τρόπος σχηματισμού του «Χαdζής ή Χατζhής»
Για τον σχηματισμό του «Χαdζής ή Χατζhής», με βάση την σημασία του ως προσκυνητής των Ιερών τόπων, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη το χαρακτηριστικό γνώρισμα κάθε προσκυνητή των ιερών τόπων, που είναι το εξής: «σέβεται, τιμά μετά συστολής και ευλάβειας, προσκυνά, λατρεύει τον θεό (ή τους θεούς στην αρχαία εποχή)».
Όμως, για όλα αυτά που κάνει ή που οφείλει να κάνει ο προσκυνητής, υπάρχει ρήμα της αρχαίας Ελληνικής, που αντιστοιχεί ακριβώς στην συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι το παραπάνω ρήμα «ἅζω» (μέση φωνή, «ἅζομαι». Στο ρήμα αυτό εμπεριέχεται η σημασία του «σέβω» (παθητικό, «σέβομαι»), που όταν αναφέρεται στους θεούς σημαίνει, «εὐλαβοῦμαι, τιμῶ μετά συστολῆς καί εὐλαβείας, προσκυνῶ, λατρεύω». Άλλωστε, χαρακτηριστική είναι και η φράση της Ιλιάδας (Α/21): «ἀζόμενοι Διός υἱόν ἑκηβόλον Ἁπόλλωνα», που προαναφέρθηκε.
Στην περίπτωση αυτή, ετυμολογικά, το «Χατζής ή Χαdζής» σχηματίζεται με τους εξής δύο τρόπους:
(a). Από το «ἁζ-» του ρήματος «ἅζω»/«ἅζομαι», καθώς και από την κατάληξη «-ης» της Μυσhιώτικης γλώσσας, που είναι για ουσιαστικά αρσενικού και θηλυκού γένους.[74]
Σχηματισμός: ἁζ- + -ής > χατζής, λόγω προφοράς της δασείας ως «χ»,[75] με ταυτόχρονη τροπή του «ζ», σε «τζ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[76] > χατζhής, λόγω τροπής του φθόγγου «τζ», σε «τζh» δασύ (παχύ), και > χαdζής, λόγω γραφής του φθόγγου «τζh», ως «dζ», των οποίων η ηχητική (φωνητική) διαφορά είναι δυσδιάκριτη.
(b). Από το θέμα «ἁγ-j-», του ρήματος «ἅζω»/«ἅζομαι», καθώς και από την κατάληξη «-ης», της Μυσhιώτικης γλώσσας, που είναι για ουσιαστικά αρσενικού και θηλυκού γένου.
Σχηματισμός: ἁγ-j- + -ης > χαgjής, λόγω προφοράς της μεν δασείας ως «χ», (όπως και στον προηγούμενο σχηματισμό), του δε συμφώνου «γ», ως «g», που είναι η αρχαία προφορά αυτού,[77]> χατζhής, λόγω συνεκφοράς των συνεχόμενων «gj» ως «τζh» δασύ (παχύ),[78] και > χαdζής, λόγω γραφής του φθόγγου «τζh», ως «dζ», των οποίων η ηχητική (φωνητική) διαφορά είναι δυσδιάκριτη.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ του «χατζhηλéχh’ ή χαdζηλéχh’»
Ετυμολογικά, το «χατζhηλéχh’ ή χαdζηλéχh’» (= χατζηλίκι), σχηματίζεται αντίστοιχα από το «χατζhη-» ή «χαdζη-», καθώς και από το συνθετικό κατάληξης ουσιαστικών, της Μυσhιώτικης γλώσσας, το οποίο εξηγείται πιο κάτω, «éχh’» (= έχει, περιέχει, εμπεριέχει, διατηρεί, κατέχει, επιφέρει, προξενεί, κ.λ.π.), ως εξής:
(i). χατζhη- + – éχh’ > χατζhηλéχh’, λόγω εμφάνισης του ευφωνικού προσφύματος «λ», μεταξύ των συνθετικών μερών.
(ii). χαdζη- + – éχh’ > χαdζηλéχh’, λόγω εμφάνισης του ευφωνικού προσφύματος «λ», μεταξύ των συνθετικών μερών.
Το παραπάνω συνθετικό κατάληξης ουσιαστικών «éχh’» προκύπτει από το «έχh’», που είναι το γ’ ενικό πρόσωπο Οριστικής Ενεστώτος του ρήματος, της Μυσhιώτικης γλώσσας, «έχου»[79] (= έχω, περιέχω, εμπεριέχω, κατέχω, διατηρώ, παράγω, επιφέρω, προξενώ, κ.λ.π.), το οποίο χηματίζεται από το «έχει», ως εξής: έχει > έχh’, λόγω αποβολής (απόρριψης) του άτονου καταληκτικού «ει», που είναι σημαντικός ρηματικός κανόνας,[80] με ταυτόχρονη τροπή του «χ», που προηγείται σε «χh» δασύ (παχύ),[81] και > éχh’ λόγω τροπής του «ε», σε άφωνο «e», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Μυσhιώτικης γλώσσας.[82]
Το συνθετικό κατάληξης ουσιαστικών, ενίοτε και επιθέτων, «έχh’» (= έχει, περιέχει, εμπεριέχει, περιέχεται, εμπεριέχεται, κατέχει, κατέχεται, διατηρεί, διατηρείται, παράγει, παράγεται, επιφέρει, συνεπάγεται, προξενεί, προξενείται, κ.λ.π.), κατά την σύνθεση λέξεων, εμφανίζεται με τους εξής συνολικά τύπους: «-έχh’», «-ούχ’ ή -ούχh’», «-éχ’ ή -éχh’», «-ήχh’», «-άχ’ ή –άχh’». Πέραν αυτών υπάρχουν επίσης και οι εξής παράγωγοι τύποι: «-λούχ’ ή -λούχh’», «-λéχh’», «-λάχ’ ή -λάχh’», «-τούχh’» και «-τéχh’», που σχηματίζονται, από τους προηγούμενους, λόγω εμφάνισης προ αυτών του ευφωνικού προσφύματος «λ» και «τ», αντίστοιχα, κατά τον σχηματισμό της λέξης. Το εν λόγω συνθετικό κατάληξης, έχει ιδιαίτερη σημασία για να κατανοήσει κανείς την Μυσhιώτικη γλώσσα. Για τον λόγο αυτόν, γίνεται αναλυτική αναφορά, στην εργασία μου με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι, (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Α΄, (Α -Ε)» .[83]
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα των λέξεων «Χαdζής ή Χατζhής» και «χατζhηλéχh’ ή χαdζηλéχh’». Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να έχει ισχύ η άποψη που θεωρεί αυτές ως Αραβικής ή Τουρκικής προέλευσης.
Τέλος, οι εν λόγω λέξεις, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρονται αντίστοιχα ως εξής:
(α). Στην Αξό, αναφέρεται η λέξη το «χατζeλéχ» (= χατζιλίκι), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «hacilik».[84]
(β). Στην Σύλλη (Σίλλη), αναφέρεται η λέξη «χατζής» = ο χατζής, ο προσκυνητής των Αγίων τόπων. Θηλυκό, η «χατζίνα».[85]
(γ). Στα Φάρασα, η εν λόγω λέξη αναφέρεται ως ο «χατσhής», (θηλυκό, η «χατσhάβη», πληθ., οἱ «χατσhάβδες») = προσκυνητής/προσκυνήτρα Ἁγίων τόπων. Επίσης αναφέρεται και ότι αυτή είναι λέξη Αραβική, η οποία όμως υπάρχει και στην Τουρκική γλώσσα, ως «haci».[86] Πέραν αυτής αναφέρεται επίσης και η λέξη το «χατσιλίχhι» (= χατζηλίκι, ἡ ἰδιότητα τοῦ χατζῆ), καθώς και ότι αυτή είναι λέξη Αραβική, ο οποία όμως υπάρχει και στην Τουρκική γλώσσα, ως «hacilik».[87]
(δ). Στον Πόντο γενικά, αναφέρεται η λέξη «χατζhής», ενώ στην Ινέπολη αναφέρεται ως «χατζής» ( = προσκυνητής του Αγίου Τάφου), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από το Αραβικό «hadji» = προσκυνητής των Μουσουλμανικών ιερών τόπων. Πέραν αυτής, αναφέρεται επίσης και η λέξη το «χατζhηλίκιν», που στην Χαλδία αναφέρεται ως «χατζhηλούκ’», ενώ στην Σάντα και Χαλδία, ως «χατζhηλούχ’» = η μετάβασις και προσκύνησις του Αγίου Τάφου.[88]
(ε). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται η λέξη «χατζής» (= ο άνθρωπος προσκυνητής των Αγίων Τόπων δηλαδή της Ιερουσαλήμ), καθώς και ότι προέρχεται από το αραβικό «hajji».Από αυτό και τα επίθετα που σήμερα έχουν ορισμένοι Καππαδόκες όπως π.χ. χατζηαποστόλου, χατζησάββας, Χατζηκυριάκου, κ.λ.π.[89]
(στ). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχουν οι λέξεις, «haci» (= προσκυνητής, χατζής) και «hacilik» = χατζηλίκι, προσκήνυμα.[90]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Το 1907 το κόστος για τα 3 μέλη της οικογένειας Τιμόθεου Χατζητιμοθέου, από την Τροχό, που ταξίδεψαν για να προσκυνήσουν τους Αγίους Τόπους και να γίνουν Χατζήδες, ανήλθε στις 80 -100 χρυσές λίρες, (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, 1994, 101). Ο μέσος όρος δαπανών, για να ταξιδέψει κάποιος και να αποκτήσει τον τίτλο του Χατζή, φαίνεται πως κυμαινόταν από 25 έως 50 χρυσές λίρες Τουρκίας, ανάλογα τις συνολικές ημέρες διάρκειάς του και ανάλογα την σχετική οικονομία του καθενός. Σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν ταξίδι που μπορούσε να κάνει οποιοσδήποτε.
[2] Η ίδια φράση ως «να πάμ’ σ’ού Χατζή», έχει την εξής διπλή σημασία: 1).να πάμε σ’αυτόν που ήδη έγινε Χατζής, και 2). να πάμε στους Αγίους Τόπους, για να γίνουμε Χατζήδες.
[3] Κωστάκης, (Η ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 226.
[4] ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, 1994, 102.
[5] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 226.
[6] Ιντζεσίλογλου (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 2022: Βλέπε το άρθρο του, με θἐμα: «Η τουρκοφωνία των Ρωμιών – Ελλήνων της κεντρικής Μικράς Ασίας και ειδικότερα της Καππαδοκίας».
[7] Η απαγόρευση αυτή αποτελεί, κατά την άποψή μου, μιας άλλης μορφής εγκληματική πράξη του βάρβαρου κατακτητή, εις βάρος πολλών γενεών των Έλλήνων προγόνων μας, όχι μόνον της Καππαδοκίας, αλλά και της ευρύτερης περιοχής της Μ. Ασίας. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε σήμερα, ότι τα τραγούδια των παραδοσιακών χορών μας, όσα τελικά διασώθηκαν στην Τουρκική γλώσσα, αποτελούν παράδοση μας. Παράδοση μας ήταν τα τραγούδια στην μητρική μας γλώσσα και μόνον εκείνα. Το ίδιο ισχύει και για όσους υποχρεώθηκαν τελικά να τουρκοφωνήσουν. Η Τουρκική γλώσσα ουδεμία σχέση έχει με την επί χιλιετηρίδες παράδοση των Ελλήνων, όποια ελληνική διάλεκτο και εάν μιλούσαν τα διάφορα ελληνικά φύλα της Μ. Ασίας, πριν να υποχρεωθούν στην τουρκοφωνία, (Ποντιακή, Μυσhιώτικη, Λυδική, Φρυγική, Θρακική, κ.λ.π.).
[8] ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, 1994, 101.
[9] Το χωριό «Ανακού», στην Μυσhιώτικη γλώσσα, λέγεται «Νανακού», λόγω προφοράς της ψιλής ως «ν», (όπως π.χ. «ἀγέλη > να’έλ’»), στην δε Τουρκική η αρχική ονομασία ήταν «Enegi» και μεταγενέστερα «Kaymakli». Το χωριό βρίσκεται 70 χλμ. ΝΔ της Καισάρειας, 18 χλμ. Ν-ΝΑ της Νεάπολης, 32 χιλιόμετρα Βόρεια της Μυσhτής, 7 χλμ. βορειότερα της Μαλακοπής και 4,5 χλμ Ανατολικά από τα Σίλατα (αρχαία Ζήλα). Κατά το 1899, κατοικούνταν από 1.000 Έλληνες Χριστιανούς, ελληνόφωνους, καθώς και από 1.800 Οθωμανούς. Πριν το 1921 είχε 380 Ελληνικές οικογένειες, ελληνόφωνες, ενώ κατά τον ξεριζωμό οι Έλληνες ήσαν μόλις 435 άτομα (140 οικογένειες), οι δε Τούρκοι περίπου 1.550 άτομα. Η ονομασία «Ανακού» θεωρώ ότι σχετίζεται με την λέξη «ἀνακός ή ἄνακος ή ἄναξ» (= ο άρχων, βασιλεύς, δεσπότης. Όμως, ἀνακός ή ἄναξ, ήταν και ο θεός Απόλλων). Στην Ιλιάδα, αναφέρεται η εξής σχετική φράση (Α/36): «ἠρᾶθ’ ὁ γεραιός Ἀπόλλωνι ἄνακτι» (= προσευχήθηκεν ο γηραιός στον άνακτα Απόλλωνα). Την άποψή μου αυτή βασίζω στα εξής: 1). Στην παράδοση, καθώς στο κέντρο του χωριού βρίσκεται μονοκόμματος βράχος, με την ονομασία «Καλές», μέσα στον οποίον βρίσκονται τα μεγάλα υπόγεια. Ο βράχος αυτός ήταν κάποτε φρούριο. Σύμφωνα με μια παράδοση, στον «Καλέ» (στο κάστρο) είχε τον θρόνο του ο βασιλιάς «Ἄνακας ή Τάνακας ή Dάνακας». 2). Στην περιοχή Καππαδοκίας ελατρεύοντο παντού οι αρχαίες ελληνικές θεότητες, πριν την επιβολή του Χριστιανισμού. Μεταξύ των θεών αυτών, υπήρχε και ο «ἀνακός Ἀπόλλων», του οποίου πιθανόν να υπήρχε ιερό, στον χώρο αυτόν της Ανακού. Εάν όντως υπήρχε, τότε αυτό θα αναφερόταν, ως το ιερόν του «Ἀνακοῦ», ονομασία που θεωρώ ότι κράτησε μετέπειτα το ίδιο το χωριό.
[10] Το «Κούμ Καπού» βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη. Ο στίχος αναφέρεται στην περίπτωση που οι χατζήδες ξεκινούσαν από την Πόλη, για τους Αγίους Τόπους.
[11] Κωστάκης, (Η ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 227: Βλέπε την παραπάνω μετάφραση του υπόψη τραγουδιού.
[12] Από άλλα μέρη έφευγαν με πλοία, από λιμάνια, όπως από την Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη, την Θεσσαλονίκη, την Χίο.
[13] Το επώνυμο «Χατζητιμοθέου» το είχε από πριν η οικογένειά του, γιατί ο παππούς, του εν λόγω Τιμόθεου, είχε γίνει παλαιότερα και εκείνος Χατζής, ήταν ο «Χατζη-Τιμόθεος».
[14] Το Ελληνικό χωριό «Τροχός» (τουρκιστί, Tirhan) βρίσκεται 13,5 χλμ. ΒΔ της Μυσhτής και 1,5-2 χλμ. Βόρεια της Αξού. Στην Μυσhιώτικη γλώσσα λέγεται «Τροχό ή Τρεχό», οι δε κάτοικοί του «Τροχιώτ’, Τροχιώτσhεις». Οι Αξενοί τους έλεγαν «Τρεχέτ’, Τρεχέτσεις». Το 1924, με τον ξεριζωμό είχε 100 οικογένεις, 543 άτομα, όλοι τους ελληνόφωνοι. Στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκαν τελικά στα Γιαννιτσά, σ’ ένα προάστειο που το 1952 λεγόταν «Εσκιτσά».
[15] ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, 1994, 102-120: Βλέπε το εν λόγω ταξίδι.
[16] ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, 1994, 119: Βλέπε τον χάρτη του υπόψη οδοιπορικού.
[17] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 286: Βλέπε την παράγραφο 142, με τίτλο, «Το χατζηλίκι».
[18] Κωστάκης, (Η ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 228.
[19] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 236: Βλέπε για τον νεκρό «Χατζhή».
[20] Μότσιας Χρ., 1982, 98.
[21] Στο χωριό, ονομαστικά ξεχωρίζει κάποιος συνήθως μόνον από κάποιο προσωπικό του «αλαγάπ’» (= προσωνύμιο, παρατσούκλι). Για παράδειγμα, ο «Τheανικιατζhής», που σημαίνει «Τενεκετζής», δεν χρειάζεται κανένα άλλο στοιχείο ταυτοποίησης, για να τον ξεχωρίζουν ονομαστικά οι συγχωριανοί του. Όταν όμως υπάρχει και άλλος, με το ίδιο αυτό «αλαγάπ’», όπως συμβαίνει π.χ. με τα αδέλφια, που έχουν πατέρα τον «Τheανικιατζhή», τότε διακρίνονται ονομαστικά, προσθέτοντας και το μικρό όνομα του καθενός, μετά την γενική ενικού «Τheανικιατζhή». Για παράδειγμα λέμε, «Τheανικιατζhή Αλέκους» (= ο Αλέκος ο γιός του Τενεκετζή, «Τheανικιατζhή Ελίας» (= ο Ηλίας ο γιός του Τενεκετζή). Πρόκειται για τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο ονομάζουμε κάποιον, που δεν έχει παρατσούκλι, ούτε ο ίδιος ούτε ο πατέρας του, όπως π.χ. «Τhιμόση Γιωρικάς» (= ο Γιώργος της οικογένειας Δημοσίου, ενώ το σωστό είναι Τιμοθέου), «Τhιμόση Στέφανης» (= ο Στέφανος της οικογένειας Δημοσίου, ενώ το σωστό είναι Τιμοθέου). Όταν όμως υπάρχει και άλλος με το ίδιο ακριβώς ονοματεπώνυμο, τότε ένα εύκολο και πρακτικό επιπρόσθετο διακριτικό στοιχείο μεταξύ αυτών είναι το πατρώνυμό τους, οπότε το ονοματεπώνυμο παίρνει, για παράδειγμα, της εξής μορφή: «Τhιμόση Βάσο Γιώργος» (= ο Γιώργος ο γιός του Δημοσίου Βλασίου, δηλαδή του Τιμοθέου Βλασίου).
[22] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 46: Βλέπε το όνομα «Ντελίχατζης».
[23] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 46.
[24] Μαυροχαλυβίδης Γ., 1990, (Τόμ. 2ος), 393: Βλέπε το όνομα «Κόρχατζη Παντελής» (= Κόρχατζης Παντελής), στον κατάλογο των Αξενών, με α/α 145.
[25] Μαυροχαλυβίδης Γ., 1990, (Τόμ. 2ος), 394: Βλέπε το όνομα «Χατζηdεβλέτ Σάββας», στον κατάλογο των Αξενών, με α/α 169.
[26] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 175: Βλέπε την λ. «devlet».
[27] Κωστάκης, (Η ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 228..
[28] Κοιμισόγλου, 2006, 62-79: Βλέπε τον εν λόγω κατάλογο.
[29] Οι απόγονοί του εν λόγω Μυσhτηλή πιθανόν να ονομάζονται, σήμερα, «Χατζηαποστόλου».
[30] Οι απόγονοί του πιθανόν να ονομάζονται, σήμερα, «Χατζηβενέτης».
[31] Δεν αποκλείεται να είναι ο τελευταίος γιός, που γεννήθηκε, μετά τον θάνατο του πατέρα του και του δόθηκε το μικρό όνομα του θανόντος, κάτι που είναι κανόνας για τους Μυσhτηλήδες.
[32] Αυτό βασίζεται καθαρά στο ότι, από τον Θανάση Παπανικολάου, έχει γραφεί το εν λόγω όνομα, ως «Χατζhή Γιορdάν’», χωρίς άλλο μικρό όνομα και ούτε ως «Χατζhή Γιορdάνης», για να πούμε ότι πρόκειται για τον ίδιο τον Ιορδάνη.
[33] Οι απόγονοι από το σόϊ αυτό πιθανόν να ονομάζονται, σήμερα, «Χατζηϊορδάνου».
[34] Οι απόγονοί αυτού ονομάζονται, σήμερα «Χατζηθεοδοσίου».
[35] Οι απόγονοι πιθανόν να ονομάζονται σήμερα, ως «Χατζηευθυμίου».
[36] Δεν αποκλείεται όμως να είναι ο τελευταίος γιός, που γεννήθηκε, μετά τον θάνατο του πατέρα του και του δόθηκε το μικρό όνομα του θανόντος, κάτι που είναι κανόνας, για τους Μυσhτηλήδες.
[37] Οι απόγονοι, τουλάχιστον στην Λάρισα και Βόλο, ονομάζονται σήμερα, ως «Χατζηευφραιμίδης».
[38] Οι απόγονοι ονομάζονται σήμερα, ως «Χατζημελετίου».
[39] Το όνομα «Ρουμπής» φαίνεται να προκύπτει από το λατινικό «rubeus» (= βαθυκόκκινος, πορφυρός), απ’ όπου φαίνεται να προκύπτει η λέξη της δημοτικής το «ρουμπίνι» = ο πολύτιμος λίθος το ρουβίνιον, [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964], καθώς επίσης και το Τουρκικό «rubi» = ρουμπίνι, [Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκοελληνικό Λεξικό), 2000, 612: Βλέπε την λ. «rubi»].
[40] Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 292: Βλέπε την λ. «hamsi».
[41] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[42] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1961, (Τόμ. 2ος), 505: Βλέπε την λ. «χαψί(ν)».
[43] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[44] Οι απόγονοί του σήμερα έχουν το επώνυμο «Χατζησάββας».
[45] Οι απόγονοί του σήμερα έχουν το επώνυμο «Χατζησάββας».
[46] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’αριθμ. 1 ερμηνεία της λ.
[47] Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 204: Βλέπε την λ. «efendi».
[48] Το ανδρικό όνομα «Πρόϊμους» = Πρόδρομος.
[49] Οι απόγονοι από το εν λόγω σόϊ έχουν το επώνυμο «Χατζηφωτίου».
[50] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[51] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[52] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962.
[53] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ.
[54] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962.
[55] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[56] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[57] Παπανικολάου (Λεξικό Ρημάτων), 1962.
[58] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[59] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[60] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[61] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[62] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[63] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[64] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[65] Αθηναγόρας Μητροπολίτης, 2001, 68: Βλέπε την λ. «χαδζ».
[66] Αθηναγόρας Μητροπολίτης, 2001, 68: Βλέπε την λ. «χαδζῆ».
[67] Παπανικολάου (Λεξικό Ρημάτων), 1962.
[68] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[69] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.
[70] Τζάρτζανος, (Γραμματική), 1962, 5: Βλέπε την Σημείωση της παραγράφου 1.
[71] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την δημιουργία του «ζ» από το «γ» μετά του ημιφώνου «ι», την Σημείωση 1, της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[72] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «δ», σε «ζ», στην Ηλειακή διάλεκτο, καθώς και όταν αυτό βρίσκεται, είτε μαζί με το ημίφωνο «j», ως «δj», είτε προ του «σ», ως «δσ», την Σημείωση 4 και 5, αντίστοιχα, στην ανάλυση του γράμματος «Δ, δ, δέλτα».
[73] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την προφορά του «ζ», ως «τζ», σε μερικές αρχαίες διαλέκτους, ιδίως των Δωδεκανήσων, της Χίου, κ.λ.π., την Σημείωση 2, της ανάλυσης του γράμματος «Ζ, ζ, ζῆτα».
[74] όπως π.χ., Dευτέρης (= Λευτέρης), Μαγdέλης (= Μαγδαληνή), κ.λ.π.
[75] Τζάρτζανος, (Γραμματική), 1962, 9: Βλέπε την Σημείωση της παραγράφου 12, όπου αναφέρεται ότι: «το δασύ πνεύμα, ήτοι η δασεία, επροφέρετο αρχήθεν περίπου ὀπως νυν το σύμφωνον χ, π.χ. ἵππος (προφ. χίππος)».
[76] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την προφορά του «ζ», ως «τζ», σε μερικές αρχαίες διαλέκτους, ιδίως των Δωδεκανήσων, της Χίου, κ.λ.π., την Σημείωση 2, της ανάλυσης του γράμματος «Ζ, ζ, ζῆτα».
[77] Ο φθόγγος «γ», στην αρχαία Ελληνική, είχε διαφορετική προφορά, από την σημερινή, ήταν δηλαδή, κλειστός ακαριαίος, όπως το σανσκρητικό και λατινικό «g».Την προφορά αυτή διατήρησαν, μέχρι σήμερα, και οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, όπως στις λέξεις, «εgώ», «gάλα», «gράφω», κ.λ.π., [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα»].
[78] Σημειωτέον δε, ότι ο φθόγγος «g», που είναι η αρχική προφορά του συμφώνου «γ», σε κάποιες περιπτώσεις λατινογενών λέξεων, προφέρεται άλλοτε ως «τζ», όπως στην Αγγλική λέξη «geometry» (= γεωμετρία) και άλλοτε ως «ζh» δασύ (παχύ), όπως στην Γαλλική λέξη «géométrie» (= γεωμετρία).
[79] Το ρήμα «έχου» κλίνεται ως εξής: έχου, έχh-εις, έχh’, έχουμ’, έχh-ητ’, έχh’νει ή έχουν.
[80] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 357: Βλέπε την παράγραφο 129.
[81] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 357: Βλέπε την παράγραφο 129, εδάφιο δ΄.
[82] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 351: Βλέπε την παράγραφο 127.
[83] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 406: Βλέπε, στην παράγραφο 145, την πλήρη ανάλυση του συνθετικού κατάληξης «έχh’», με όλους τους τύπους με τους οποίους αυτό εμφανίζεται.
[84] Μαυροχαλυβίδης Γ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 143: Βλέπε την λ. «χατζeλéχ».
[85] Κωστάκης, (Η ΣΙΛΛΗ), 1968, 203: Βλέπε την λ. «χατζής».
[86] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 55: Βλέπε την λ. «χατσhής».
[87] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 55: Βλέπε την λ. «χατσιλίχhι».
[88] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1961, (Τόμ. 2ος), 503: Βλέπε τις λ. «χατζhής» και «χατζhηλίκιν».
[89] Κοτσανίδης, 2004, 222: Βλέπε την λ. «Χατζής».
[90] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 287: Βλέπε τις λ. «haci» και «hacilik».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αθηναγόρας Μητροπολίτης, 2001. ΧΑΟΣ = ΘΕΟΣ», (Χ) Η ΑΓΙΩΤΕΡΑ ΛΕΞΙΣ, ΑΘΗΝΑΙ: Εκδόσεις «ΕΛΕΥΣΙΣ».
Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ – ΙΩΝΙΚΗ ΕΣΤΙΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ – ΤΟΜΕΑΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ Α.Π.Θ., 1994. Β΄ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ, Θεσσαλονίκη: εκδόσεις ΒΑΝΙΑΣ.
Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα: Εκδόσεις Πελεκάνος.
Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις «ναῦς», ILP productions.
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί: Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Κωστάκης Π. Θαν., 1977. Το Μιστί της Καππαδοκίας, (Τόμ. I και II), Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.
Κωστάκης Π. Θαν., 1968. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Σίλλης, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Κωστάκης Π. Θαν., 1963. Η ΑΝΑΚΟΥ, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Λαβδάς Γ., 2025. Η Μυστή της Καππαδοκίας, η αποκατάσταση της αλήθειας, περί της ονομασίας αυτής.Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών. Λάρισα.
Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.
Λαβδάς Γ., 2026. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Β΄ (Ζ-j). Λάρισα.
Μαυροχαλυβίδης Π. Γ., 1990. Η Αξό Καππαδοκίας, Τόμ. 1ος και 2ος, (Μονογραφία), Αθήνα: Έκδοση Ορέστης, Πρόδρομος και Ανθούλα Μαυροχαλυβίδη.
Μότσιας Χρ., 1982. Τί έτρωγαν οι αρχαίοι Έλληνες, Αθήνα: εκδόσεις «ΚΑΚΤΟΣ».
Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Μ – Ω), Αθήνα: Τυπογραφείον Μυρτίδη.
Τζάρτζανος Α. Αχ., 1962. Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα : Έκδοση Ο.Ε.Σ.Β.
Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

