Press ESC to close

Η λέξη της δημοτικής «σαλβάρι», η οποία υπάρχει τόσο στην Μυσhιώτικη, όσο και στην Ποντιακή διάλεκτο, δεν έχει προέλευση Τουρκική, όπως κάποιοι θεωρούν.

Γεώργιος Λαβδάς.-

Στο σημερινό μας άρθρο, θα αναλύσουμε ετυμολογικά την λέξη, που στην δημοτική λέγεται «σαλβάρι». Η ίδια αυτή λέξη υπάρχει και στην μητρική μου γλώσσα, (που είναι η «Μυσhιώτικη[1] διάλεκτος» ή αλλιώς «τα Μυσhιώτικα»),[2]  ως «σhιαβλάρ’ ή σhιαλβάρ’» και στην Ποντιακή ως «σhαλβάριν», στην δε Χαλδία του Πόντου ως «σhαλβάρ’».  Υπάρχουν αρκετοί οι οποίοι θεωρούν ότι η εν λόγω λέξη είναι Τουρκική, προφανώς γιατί στην γλώσσα αυτή, υπάρχει η λέξη «şalvar» (=  σαλβάρι, βράκα, φουφούλα).[3]

Στη Μυσhιώτικη γλώσσα, λοιπόν, της οποίας είμαι φυσικός ομιλητής, το «σαλβάρι» λέγεται ως εξής:

σhιαβλάρ’ ή σhιαλβάρ’» (γεν. = «σhιαβλαρ-jιού ή σhιαλβαρ-jιού», πληθ. = «σhιαβλάρ-jια  ή σhιαλβάρ-jια»)[4] = παντελόνι φαρδύ σαν βράκα, σαλβάρι.

Για παράδειγμα, οι παρακάτω τυχαίες φράσεις της διαλέκτου μας:

i. -«Σhήκου, φόρου dου σhιαλβάρι σ’, να πάμ’ όξου» = φόρα το παντελόνι σου (για) να πάμε έξω.

ii. -«dα σερνιτσοία φορών’νει σhιαβλάρ-jια, dά ‘ναίτσεις φορών’νει φυστανιά» = οι άνδρες (οι αρσενικοί), φοράνε παντελόνια, οι γυναίκες φορώνουν φουστάνια.

iii. -«το ‘μόν dού σhιαλβάρ’ έχh’ djυό πάπουλεις, ομπρό, σ’ά γιάνια τ’, έχh’ τσhι’ένα πάπουλα οπίσ’ ωρτα, dεξhιάλαει» = το δικό μου το παντελόνι έχει δυό τσέπες, μπροστά, στα πλάγια του, ἐχει και μία τσέπη στην πίσω μεριά, προς τα δεξιά.

iv. -«dού σhιαβλάρι μ’, σ’ού γόναdου ομπρό, τhυρπήχην, ξέ’αλα dου, νου ‘ού μπαλώ’εις. Βρήξει, σέκει ένα καλό πhάλουμα» = το παντελόνι μου, μπροστά, στην μεριά προς το γόνατο, τρύπησε το έβγαλα, (για), να το μπαλώσεις. Βρές, (και) βάλ’ ένα καλό μπάλωμα.

v.-«έω, αττό ρά τί ποίκην!  dού σhιαλβάρι τ’, μπάλουει – μπάλουει, ποίκην dού, ‘αν γιουφ’jιούς! » = ρε σύ, αυτός κοίτα τι έκανε! Το παντελόνι του, με το να το μπαλώνει συνεχώς, το έκανε σαν των γύφτων (δηλαδή, γύφτικο).

Μερικές βασικές πληροφορίες

1.Το «σhιαβλάρ’» είναι ρούχο κατά βάση ανδρικό. Το φορούσαν οι άνδρες, πάνω από το «βρeατσhί» (= βρακί) τους. Πέραν των ανδρών, επίσης και οι γυναίκες της Σινασού, κάποτε στο παρελθόν, φορούσαν ένα είδος παντελονιού, που στην Ελληνική λέγεται, η «αναξυρίς, -ίδος» και που σημαίνει: περισκελίδα στενή η οποία περιβάλλει τα σκέλη μέχρι τους αστραγάλους, είναι ενδυμασία κυρίως των Περσών, αλλά και άλλων ανατολικών λαών, κατά δε τον Ησύχιο είναι ένδυμα ποδῶν.[5]

Η Δημογεροντία της Σινασού, λίγα χρόνια πριν το 1891 διέταξε να καταργηθεί ο αμφιεσμός των «ἀναξυρίδων».[6] Για μια τέτοια απόφαση, θα πρέπει να αναζητηθεί βεβαίως και η θέση της Εκκλησίας επ’ αυτού, γιατί, όπως γνωρίζουμε από άλλες περιπτώσεις, ο Μητροπολίτης της περιοχής, ως ο θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης των Χριστιανών, είχε λόγο και ενίοτε επενέβαινε, για θέματα εμφάνισης, κυρίως δε όταν αυτή αφορούσε τις γυναίκες.

2.Στην Ανακού, τόσον οι άνδρες, όσον και οι γυναίκες, φορούσαν το «σαλβάρ(ι)». Το γυναικείο μάλιστα «σαλβάρ(ι)» περιγράφεται, ως εξής: «ἦταν ἕνα σακκί πού τοῦ κάνεις δύο πόδια». Αυτό το έλεγαν επίσης και «βρακί». Ήταν πλατύ σουρωτό πάνω και κάτω, με πολλές πιέτες, κι έδενε στη μέση με κοινό βρακοζώνι, και γύρω στους αστραγάλους με κορδόνι.

Το εν λόγω γυναικείο «σαλβάρ’» της Ανακού, που στην Σινασό απαγορεύτηκε, φαίνεται στο παρακάτω σχέδιο: [7]

3.Στην Μυσhτή, οι άνδρες εσωτερικά φορούσαν βαμβακερό άσπρο «βρeατσhί» (= βρακί). Επάνω από αυτό φορούσαν το μάλλινο «σhιαλβάρ’» (= παντελόνι), υφασμένο κι’αυτό στην «χρώστα» (= αργαλειό), το οποίο ήταν φαρδύ, από τα γόνατα και πάνω, με μεγάλη «σελλίνα», όπως λέγεται η περιοχή του «σhιαλβάρ-jιού», που έρχεται σε επαφή με το έδαφος ή με το κάθισμα, όταν κάθεται αυτός που το φορά. Το χρώμα του ήταν συνήθως μαύρο. Στην μέση, το έσφιγγαν με τά λεγόμενα «σhιαλβαρ-jιού dα ράμμαdα» (= του παντελονιού τα ράμματα, τα σχοινιά). Το δέσιμο αυτό λέγεται επίσης και «σhιαλβαρ-jιού dού dήσhιμου» (= του παντελονιού το δέσιμο).

Το «σhιαλβαρ-jιού dου ράμμα» ήταν κάπως διαφορετικό από το «βρακιζών’» (= βρακοζώνι), με το οποίο οι άνδρες έδεναν, στην μέση, το  «βρeατσhί» τους.

Για τους αρραβωνιασμένους, το ράμμα του παντελονιού ήταν μακρύ, μέχρι 3 μέτρα και είχε δύο χρωματιστές μεγάλες φούντες, στις δύο άκρες του, ενώ για τους άλλους ήταν κοντύτερο. Οι φούντες έπρεπε να πέφτουν στις δυο πλευρές της μέσης και να μην είναι σφιχτοδεμένες κοντά στο σαλβάρι. Με το περπάτημα, αυτές κουνιόνταν ρυθμικά και οι άνδρες καμάρωναν, όπως καμάρωναν και οι οι γυναίκες, που τους έβλεπαν να περπατούν.

Τα «σhιαλβαρ-jιού dα ράμματα» ήταν το πιο ευπρόσδεκτο δώρο που έκανε, συνήθως το Πάσχα και τα Χριστούγεννα, η  μέλλουσα νύφη, στον κουνιάδο της ή στον ξάδελφο του αρραβωνιαστικού της. Τα έβλεπαν τα άλλα παλληκάρια του χωριού και σχολίαζαν την τεχνική και την ποιότητά τους.

Οι άνδρες, όταν έβγαζαν το παντελόνι, είτε μέσα στο σπίτι, είτε στο χωράφι λόγω ζέστης, έμεναν με το πουκάμισο, που ήταν έξω από το βρακί. Το δε «ζουνάρ’» (= ζωνάρι) ήταν απαραίτητο, για να κρατά το βρακί, σφιχτά στην μέση του άνδρα.

Σημειωτέον, ότι η στενή σύγχρονη δερμάτινη λουρίδα, για την συγκράτηση του παντελονιού, είναι εντελώς διαφορετικής κατασκευής και στα Μυσhιώτικα λέγεται «τhαζμά ή τhασσμά». Κάποιες φορές, όμως, οι γιαγιές και οι παππούδες μας έλεγαν «ζουνάρ’» και το «τhαζμά», προφανώς λόγω συνηθείας.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ

Η ετυμολογική ανάλυση της εν λόγω λέξης, η οποία ακολουθεί, αναφέρεται και στο βιβλίο μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Β’».[8]

Για την ετυμολόγηση του «σhιαβλάρ’ ή σhιαλβάρ’», σχετικές είναι οι εξής λέξεις :

σαλβάρι» (δημοτική, το «σαλιβάρι»)  = πλατεῖα περισκελίς, εἶδος τι βράκας, σύνηθες ἀπό τῶν ἀρχαίων χρόνων ἔνδυμα τῶν ἀσιανῶν, νῦν δέ ἐν χρήσει παρά χωρικοῖς. Η λέξη αυτή αναφέρεται ως Περσική.[9]

σαλαβάρ» = μάγειρος. Λάκωνες.[10]

σαράβαρα» = τά περί τάς κνημίδας ἐνδύματα.[11]

σαράβαρα» = ἐσθής Περσική. ἔνιοι δε λέγουσι βρακία.[12]

σαράβαρα» = περσικαί εὐρεῖαι ἀναξυρίδες, σαλβάρια, βράκες.[13]

Το «σhιαβλάρ’ ή σhιαλβάρ’», ετυμολογικά, εκ πρώτης όψεως, φαίνεται ως λέξη Τουρκικής προέλευσης. Όμως, είναι λέξη που προκύπτει από το παραπάνω αρχαίο Ελληνικό ουσιαστικό, πληθυντικού αριθμού, τα «σαράβαρα» (= τά περί τάς κνημίδας ἐνδύματα), το οποίο αναφέρεται στο Λεξικό του Ησυχίου.[14] Σχηματίζεται δε από το θέμα «σαραβαρ-» αυτού, καθώς και από την κατάληξη «ι», που είναι για ουσιαστικά ουδετέρου γένους, ενικού αριθμού.

Σχηματισμός: σαραβαρ- + -ι > σαραβάρι, > σhαρ’βάρ’, λόγω αποβολής του δεύτερου κατά σειράν άτονου «α», με ταυτόχρονη τροπή του αρχικού «σ», σε «σh» δασύ (παχύ) > σhιαλ’βάρ’, λόγω τροπής του πρώτου συμφώνου «ρ», σε «λ»,[15] καθώς και λόγω γραφής της συλλαβής «σhα», ως «σhια», όπου το «ι» είναι ευφωνικό πρόσφυμα, και > «σhιαβ’λάρ’, λόγω αμοιβαίας αλλαγής θέσης (αντιμετάθεσης), των συμφώνων «λ» και «β».[16]

Επισημαίνεται ότι, στην εν λόγω λέξη, επειδή μετά το «σh» ακολουθεί το φωνήεν «α», η αρχική αυτής συλλαβή «σhα» γράφεται ως «σhια», όπου το «ι» είναι ευφωνικό πρόσφυμα. Οι συλλαβές αυτές, ηχητικά, έχουν την ίδια ακριβώς προφορά. Η γραφή ως «σhια» γίνεται καθαρά για λόγους πρακτικής, προκειμένου ο αναγνώστης να προφέρει, υποχρεωτικά και απολύτως ορθά, την υπόψη συλλαβή, της οποίας το «σh» είναι δασύ (παχύ).

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Από την παραπάνω ανάλυση, αποδεικνύεται η ελληνικότητα της Μυσhιώτικης λέξης «σhιαβλάρ’ ή σhιαλβάρ’». Ως εκ τούτου, δεν ισχύει η άποψη εκείνων που θεωρούν ότι αυτή είναι λέξη Τουρκική. Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει όντως η λέξη «şalvar» (= σαλβάρι, βράκα, φουφούλα),[17] την οποία άλλοι μεν θεωρούν ως λέξη «δάνειο» από την Ελληνική λέξη «σαράβαρα», άλλοι δε ότι προκύπτει από την Περσική λέξη «chalvar», δεχόμενοι όμως και υπάρχουσα την σχέση με την υπόψη Ελληνική.

Όμως, σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με τα παραπάνω δύο Ελληνικά Λεξικά (Ησυχίου, Σούδα ή Σουΐδα), η εν λόγω Ελληνική λέξη, (της δημοτικής, της Μυσhιώτικης και της Ποντιακής διαλέκτου),  δεν είναι Τουρκική. Εξ άλλου, οι Τούρκοι, στην περιοχή των προγόνων μας, εμφανίστηκαν το 1068 μ. Χ., ήτοι 568 χρόνια αργότερα, αφ’ ότου είχε ήδη καταγράψει ο Ησύχιος την συγκεκριμένη λέξη, στο Λεξικό του. Με άλλα λόγια, η εν λόγω Ελληνική λέξη, προστίθεται στο μακρύ και ατέλειωτο κατάλογο των λέξεών μας, με τις οποίες εμπλουτίστηκε το Τουρκικό λεξιλόγιο,

Τέλος, η εν λόγω λέξη, στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, αναφέρεται αντίστοιχα ως εξής:

(α). Στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται ως «σαλβάρι» (δημοτική, το «σαλιβάρι»)  = πλατεῖα περισκελίς, εἶδος τι βράκας, σύνηθες ἀπό τῶν ἀρχαίων χρόνων ἔνδυμα τῶν ἀσιανῶν, νῦν δέ ἐν χρήσει παρά χωρικοῖς. Μάλιστα, αναφέρεται ως λέξη Περσική.[18]

(β). Στην Ανακού, αναφέρεται ως το «σαλβαρ(ι)», καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «şalvar», η οποία είναι η λέξη «σαράβαρα», που αναφέρεται υπό του Πολυδεύκη Χ 168 (εκδόσεις Λειψίας 1824), στην εξής φράση: «Ἀντιφάνης δέ έν Σκύθαις ἤ Ταύροις, σαράβαρα καί χιτῶνας πάντας ἐνδεδυκότας». Επίσης αναφέρεται και ότι αυτή σχετίζεται με την λέξη του Ησυχίου «σαράβαρα» (= ἐσθής Περσική, ἔνιοι δέ λέγουσι βρακία, τά περί τάς κνημίδας ἐνδύματα).[19]

(γ). Στο Ουλάγατς, αναφέρεται ως dό «σαλβάρ’» (= εἶδος παντελονιοῦ), καθώς και ότι αυτή είναι λέξη αντιδάνειο: «σαράβαρα» > şalvar > σαλβάρ’.[20]

(δ). Στην Σινασό, αναφέρεται το γυναικείο «σhαλβάρι» (= βράκα κάτω από εντερί).[21]

(ε). Στα Φάρασα, αναφέρεται ως το «σhαλβάρι» (= παντελόνι, σαλβάρι), καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «şalvar».[22]

(στ). Στον Πόντο, αναφέρεται, με την σημασία «περισκελίς ἐξωτερική ποδήρης ὡς βράκα», κατά περιοχές ως εξής: Στην Κερασούντα και Οινόη, ως το «σhαλβάριν». Στην Οινόη επίσης και ως το «σhαλβάρι». Στα Κοτύωρα, στην Σάντα, Τραπεζούντα και Χαλδία, ως το «σhαλβάρ’». Στην Χαλδία επίσης και ως το «σhαρβάλ’». Επίσης αναφέρεται και ότι η λέξη αυτή προκύπτει από το Περσικό «chalvar», το οποίο πιθανόν να σχετίζεται με την αναφερομένη λέξη από τον Ησύχιο «σαράβαρα» = τά περί κνημῖδας ἐνδύματα.[23]

(ζ). Στο βιβλίο με τίτλο «MICTI ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται ως «σιαλβάρ» (= παντελόνι), καθώς και ότι προέρχεται από το Τουρκικό «salvar».[24]

(η). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ»,  αναφέρεται ως «σιαλβάρ» (= παντελόνι, φαρδύ παντελόνι υπό μορφή βράκας, που φοριόταν από άνδρες αλλά και από γυναίκες), καθώς και ότι προέρχεται από το Τουρκικό «salvar».[25]

(θ). Στα Βουρλά της Σμύρνης, αναφέρεται ως «σαλβάρι» (= ἡ ἀνδρική βράκα καί γενικότερα σαλβάρια ἡ ἀνδρική περιβολή μέ βράκες).[26]

(ι). Στην Κρητική διάλεκτο, αναφέρεται ως το «σαλιβάρι» (= είδος ανδρικής βράκας, το σαλβάρι), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «şalvar».[27]

(ια). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει η λέξη «şalvar» =  σαλβάρι, βράκα, φουφούλα.[28]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Ο φθόγγος «σh», των λέξεων της «Μυσhιώτικης γλώσσας (διαλέκτου)», είναι το σίγμα δασύ (παχύ), που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Προφέρεται όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως  επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch», στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).

[2] Λαβδάς Γ., 2025, 101: Βλέπε, για την «Μυσhιώτικη γλώσσα», την παράγραφο 8 α΄.

[3] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 684: Βλέπε την λ. «şalvar».

[4] Το πρόσφυμα «j» προφέρεται στην εν λόγω λέξη, ως «γ», καθώς προηγείται αυτού το σύμφωνο «ρ», η δε λέξη αντίστοιχα ως: «σhιαβλαρ-γιού ή σhιαλβαρ-γιού», πληθ. = «σhιαβλάρ-για  ή σhιαλβάρ-για», [Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 446: Βλέπε την παράγραφο 257].

[5] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964 : Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 και 2 ερμηνείες της λ.

[6] Αρχέλαος Σαραντίδης Ι., 1899, 64.

[7] Κωστάκης, (Η ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 95, 98, 102: Βλέπε  την περιγραφή για το γυναικείο «σαλβάρ(ι)», στην σελ. 95, το δε ως άνω σχέδιό αυτού στην σελ. 98, επίσης και για το ανδρικό, που απλώς αναφέρεται ως «σαλβάρι»,  στην σελ. 102.

[8] Λαβδάς Γ., 2026, 253: Βλέπε, στην παράγραφο 220, την ανάλυση της λέξης «σhιαβλάρ’ ή σhιαλβάρ’»

[9] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[10] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[11] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[12] Σούδα ή Σουΐδα, Λεξικόν.

[13] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[14] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.

[15] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «ρ» σε «λ», την Σημείωση 2 της ανάλυσης του γράμματος «Ρ, ρ, ρῶ».

[16] Το ίδιο αυτό γλωσσικό φαινόμενο παρατηρείται επίσης και στον σχηματισμό της Μυσhιώτικης λέξης «χαβλάς»  (= χαλβάς).

[17] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 684: Βλέπε την λ. «şalvar».

[18] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.

[19] Κωστάκης, (ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 95: Βλέπε την λ. «σαλβάρ(ι), καθώς και την Σημείωση 4, στην σελ. 95.

[20] Κεσισόγλου Ι., 1951, 121: Βλέπε την λ. «σαλβάρ’».

[21] Βλέπε, στην σελ. 372, την λ. «σhαλβάρι» του κεφαλαίου «ΟΙ ΑΓΑΣΣΕΣ», από το ΥΛΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟΥ για τον Σεραφείμ Ρίζο, που υπάρχει στο διαδίκτυο.

[22] Αναστασιάδης, (Ανάρτηση στο διαδίκτυο), 1979, 75: Βλέπε την λ. «σhαλβάρι».

[23] Παπαδόπουλος Α., 1961, (Τόμ. 2ος), 261: Βλέπε την λ. «σhαλβάριν».

[24] Κοιμισόγλου, 2006, 216: Βλέπε την λ. «σιαλβάρ = παντελόνι < τουρκ. salvar».

[25] Κοτσανίδης, 2004, 162: Βλέπε την λ. «Παντελόνι».

[26] ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1972, (Τόμ. 15ος), 293: Βλέπε την λ. «σαλβάρι».

[27] Ξανθινάκης, (Λεξικό), 2009, 579: Βλέπε την λ. «σαλιβάρι».

[28] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 684: Βλέπε την λ. «şalvar».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αναστασιάδης, Βασ. 1979. Τουρκικές Λέξεις στο Φαρασιώτικο Ιδίωμα, Γρεβενά: Αναρτημένη στην εξής Ιστοσελίδα:

https://www.oeaw.ac.at/fileadmin/kommissionen/vanishinglanguages/Collections/Greek_varieties/Cappadocian_Greek/Bibliography_pdfs/Anastasiadis_1980_-_Turkikes_farasiotika.pdf

Αρχέλαος Σαραντίδης Ι., 1899. Η Σινασός,  Αθήνα: Τυπογραφείον Ι. Νικολαΐδου.

Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».

Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).

Κεσισόγλου Ι. Ι., 1951. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Ουλάγατς, Αθήνα: Κ.Μ.Σ.

Κοιμισόγλου Συμ., 2006. Μιστί Καππαδοκίας, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις        «ναῦς», ILP productions.

Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.

Λαβδάς Γ., 2025. Η Μυστή της Καππαδοκίας, η αποκατάσταση της αλήθειας, περί της ονομασίας αυτής.Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών. Λάρισα.

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ, 1972. ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ, Τόμ. 15ος Αθήνα: Έκδοση του Τμήματος Μικρασιατικών Μελετών της Ενώσεως Σμυρναίων. Το ενδιαφέρον τμήμα αυτού αναφέρεται στο «Γλωσσικό Ιδίωμα των Βούρλων της Μ. Ασίας», το οποίο επιμελήθηκε ο Νίκος Ε. Μηλιώρης.

Ξανθινάκης, Αντ.. 2009. Λεξικό Ερμηνευτικό & Ετυμολογικό του Δυτικο-κρητικού Ιδιώματος, (Έκδοση Δ΄), Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Μ – Ω), Αθήνα:  Τυπογραφείον Μυρτίδη.

Ρίζος Σεραφείμ, «ΟΙ ΑΓΑΣΣΕΣ», ΥΛΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟΥ, που υπάρχει στο διαδίκτυο.

Σούδα ή Σουΐδα, Λεξικόν, Τόμος Δ΄ (Φιλολογική αποκατάστασις IMM. BEKKER). Εκδόσεις Γεωργιάδης, (ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ).

Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.

***