Press ESC to close

Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας

 Γεώργιος Λαβδάς. 

Όπως αναφέρεται στον Τόμο Α΄ της εργασίας μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι, (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη)», για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας, χρησιμοποιούνται όλα τα γράμματα της Ελληνικής αλφαβήτου, πλην του συμφώνου δέλτα «Δ, δ» και του θήτα «Θ, θ», αντί των οποίων χρησιμοποιείται κυρίως το «D, d» και το «Τh, τh», αντίστοιχα.

Εκτός όμως από τα γράμματα της Ελληνικής αλφαβήτου, η γλώσσα μας χρησιμοποιεί επίσης και άλλους επιπρόσθετους φθόγγους, που δεν υπάρχουν στην Ελληνική. Η ανάλυση αυτών γίνεται στα αντίστοιχα Κεφάλαια της συνολικής εργασίας μου, περί φθόγγων.

Τα εν λόγω σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, καθώς επίσης και μερικά άλλα πολύ σημαντικά βοηθητικά σύμβολα του γραπτού λόγου, (π.χ. η απόστροφος, η παρένθεση, η παύλα, κ.λ.π.), παρουσιάζονται προεισαγωγικά, με την μορφή Πίνακα, σε κάθε εκδιδόμενο Τόμο, της εργασίας μου, με τίτλο «ο Γλωσσικός Κώδικας της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη). Μάλιστα,, στον Τόμο Α΄ αυτής αποτελεί συνέχεια της παραγράφου 10 αυτού.

Από τον Τόμο Γ’ και εφ’ εξής, ο Πίνακας αυτός παρουσιάζεται αναλυτικότερος, (σε κάποια σημεία του), έχοντας στο τέλος από την ανάλυση του κάθε συμβόλου και μερικές σχετικές λέξεις, που κρίθηκαν απαραίτητες, προκειμένου ο αναγνώστης να κατανοήσει την εικόνα και την χρήση των συμβόλων αυτών.

Στην πρώτη αριστερή στήλη του υπόψη Πίνακα, παρουσιάζεται με έντονο μαύρο χρώμα το σύμβολο κάθε επιπρόσθετου φθόγγου, ενώ στην μεσαία (δεύτερη) στήλη αυτού αναφέρεται, εν περιλήψει, ο τρόπος προφοράς του, καθώς και άλλες χρήσιμες οδηγίες.

Το περιεχόμενο του εν λόγω Πίνακα, παρουσιάζεται στην παρούσα ιστοσελίδα “mistikappadokias.gr“, με την μορφή κειμένου και όχι πίνακα, για πρακτικούς λόγους. Στο τέλος από τα παραδείγματα λέξεων, κάθε φθόγγου, υπάρχει αντίστοιχο ηχητικό «video», προκειμένου ο αναγνώστης να γνωρίσει και ηχητικά τους  18 αυτούς φθόγγους. Στο τέλος, αμέσως μετά τους φθόγγους, αναφέρονται επίσης και τρία γραφικά σύμβολα, που είναι η απόστροφος, η παρένθεση και η παύλα, τα οποία είναι  πολύ σημαντικά για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης διαλέκτου.

Στα «videos»,  που ακολουθούν, αρχικά αναφέρεται ο αύξων αριθμός (α/α) και ο φθόγγος, όπως είναι στον Πίνακα του βιβλίου. Στην συνέχεια, ακούγεται η προφορά κάθε λέξης,  όπως αυτή είναι γραμμένη, με το έντονο μαύρο χρώμα (με bold), χωρίς όμως την ερμηνεία και τα τυχόν άλλα πληροφοριακά στοιχεία, που υπάρχουν στον Πίνακα. Όταν υπάρχει και πληθυντικός αριθμός, αναφέρεται και αυτός. Σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να αναφερθούν και άλλα στοιχεία, σχετικά με την λέξη, εάν αυτό κριθεί αναγκαίο, για την πλήρη αποσαφήνιση της προφοράς της.

Ο  αποδοτικός τρόπος ακουστικής παρακολούθησης των λέξεων είναι, πρώτα νά ανοίγεται το ¨video” και ακολούθως ο αναγνώστης να βλέπει με την σειρά τις λέξεις, που αναφέρονται, πιο πάνω από αυτό. 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΦΘΟΓΓΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΡΑΠΤΗ ΑΠΟΔΟΣΗ  ΤΗΣ  ΜΥΣhΙΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ

 1. Ο φθόγγος «e», τον οποίον άλλοι μεν συγγραφείς συμβολίζουν επίσης ως «e», άλλοι δε ως «ə»

Ο φθόγγος «e» είναι το άφωνο φωνήεν, που δεν έχει δική του προφορά (ήχο). Προφέρεται όπως και κάθε φωνήεν, έχοντας όμως το στόμα και τα χείλη τελείως κλειστά. Προκύπτει από την τροπή, σε άφωνο «e», των εξής φωνηέντων και διφθόγγων: «α», «ε», «η», «ι», «υ», «ει», «οι» και «ου». Ενίοτε εμφανίζεται και ως ευφωνικό πρόσφυμα, συνήθως αντί του φωνήεντος «ι». Δεν υπάρχει ποτέ στην αρχή λέξης, ενώ ως καταληκτικό λέξης υπάρχει μόνον όταν αυτό τονίζεται. Σχηματίζει συλλαβή με το σύμφωνο ή με τον φθόγγο ή με το σύμπλεγμα συμφώνων, που προηγείται αυτού. Κατά την προφορά της συλλαβής, η οποία ως φωνήεν της  έχει το «e», προφέρεται μόνον το σύμφωνο (ή ο φθόγγος αυτής). Για παράδειγμα, η συλλαβή «βe» προφέρεται, όπως ακριβώς προφέρεται μόνο του το σύμφωνο «β». Επίσης η συλλαβή «de» προφέρεται, όπως ακριβώς προφέρεται μόνος του ο φθόγγος «d». Σε περίπτωση τονισμού του, όταν γράφουμε στον Η/Υ, αυτός γίνεται με εισαγωγή του συμβόλου «é».

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο φθόγγος “e”, τονιζόμενος ή όχι:

(i). -«γéλ’» (= τρίχα) > πληθ. = «γéλια».

(ii). -«γéρ» (= ξανθωπός, -ή, -ό, κοκκινόξανθος, -η, -ο, ασπριδερός, -ή, -ό) > πληθ.= «γéρ-jια», (προφέρεται «γéρ-για»).

(iii). -«βéκ – μéκ» (= τσιμουδιά, προστακτική φράση).

(iv). -«χe-ϊάρ’» (= αγγούρι) > πληθ. = «χe-ϊάρ-jια», (προφέρεται ως «χe-ϊάρ-για»).

(v).-«χeλιαρό» (= χλιαρός, -ή, -ό) > πληθ.= «χeλιαρά).

(vi).-«γeβeρdήζου ή  γeβeρdώ»  (= στρέφω κάτι, συστρέφω κάτι, στρίβω, κ.λ.π.).

(vii).-«γeλéφ’» (= κελύφιο, μαξιλαροθήκη, θήκη, πάνινη θήκη) > πληθ. = «γeλéφ-jια», (προφέρεται «γeλéφ-για»).

(viii).-«γeλéχh» (= το γέμισμα με μαλλιά, το εσωτερικό περιεχόμενο ενός στρώματος ή ενός ρούχου με μαλλιά, για λόγους θερμομόνωσης) > πληθ. = «γeλéχ-jια»,  (προφέρεται  ως «γeλéχh-χια»).

(ix). -«γeρeντhé» (= μικρά διάφορα γλυκίσματα, ποικιλία που σερβίρονται σε επισκέπτες)  > πληθ. = «γeρeντhéϊα».

(x).-«κheρτλαΐζου» = κάνω «κheρτ – κheρτ», δηλαδή έχω λόξυγγα σχετικά απαλό.

(xi). -«κeκeλαΐζου» = κάνω κικιρίκουουου, παράγω τον  ήχο «κéκe – κéκeee», είναι ο ήχος, η φωνή του κόκορα, όταν λαλεί.

(xii). -«γκéκ» = λαλιά, ούτε λαλιά, ούτε μιλιά,  ούτε φωνή κήχ, τσιμουδιά.

(xiii). -«Χhe’ή’της ή Χhe’ή’τος ή Χhe’ήνος (= Χρήστος) > πληθ. = Χhe’ή’τηα ή Χhe’ή’τοϊα ή Χhe’ήνοϊα

Στο παρακάτω video (φθόγγος 1), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

                          2. Ο φθόγγος «eΑ, eα», τον οποίον άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως :                                           

            Ο φθόγγος «eΑ, eα» είναι το άλφα μακρόν, της Μυσhιώτικης γλώσσας, (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα). Προφέρεται μεταξύ «ε» και «α», λίγο μακρόσυρτο. Όταν τονίζεται, ο τόνος τίθεται επάνω στο άλφα, ως «eΆ» ή  «eά». Υπάρχει σε οποιαδήποτε θέση της λέξης και ουδέποτε τρέπεται σε άφωνο «e».

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο  φθόγγος “eΑ, eα“, τονιζόμενος ή μη:

(i).deάφ’ ή deάβ’» (= ντέφι), > πληθ.: «deάφ-jια ή deάβ-jια», (προφέρεται ως «deάφ-χια  ή deάβ-για»).

(ii). -«τeάτeα» (= ο πατέρας, συνήθως μεγάλης ηλικίας, τίτλος σεβασμού προς ηλικιωμένο άνδρα) > πληθ. = «τeατeά’εις».

(iii). -«νeάνeα» (= μάννα μεγάλης ηλικίας, αδελφή του πατέρα μας, τροφός, τίτλος Σεβασμού προς ηλικιωμένη γυναίκα), πληθ. = «νeανeά’εις».

(iv). -«deαρeά» = 1).τώρα, τώρα αμέσως, προς το παρόν, σε λίγο, 2). ρέμα, ρεματιά.

(v). -«κhιeάλλ’» (= φαλακρός, -ή, -ό, καραφλός, -ή, -ό) > πληθ. = «κhιeάλλια».

(vi). –«eΑdeάτ’» (= έθιμο) > πληθ. = «eΑdeάτ-jια», (προφέρεται ως «eαdeάτ-χια»).

(vI). -«μeαρeαφeάτ’» (= μαραφέτι, μέσον, πράγμα, εξάρτημα, εργαλείο ή τέχνασμα) > πληθ. = «μeαρeαφeάτ-jια», προφέρεται ως «μeαρeαφeάτ-χια»).

(vii).-«eΑλeασeαβ-jιά» (προφέρεται ως «eαλeασeαβ-γιἀ») = άσκοπα, με τρόπο άσκοπο, απερίσκεπτα, με τρόπο  απερίσκεπτο, στα τυφλά, χωρίς λόγο, στα κουτουρού.

(viii).-«γκιeάμ’» (= γκέμι, χαλινός)  > πληθ.= «γκιeάμια».

(ix). -«γκιeαυ’eαζeά (= φλύαρος,-η,-ο, πολυλογάς) > πληθ.= «γκιeαυ’eαζeάϊα».

(x).-«Χιeανdeάτσh» (= χάνδαξ, χαντάκι), > πληθ. = «χιeανdeάτσια».

Στο παρακάτω video (φθόγγος 2), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

3. Ο φθόγγος «b», που και άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως «b» 

Ο φθόγγος «b» βρίσκεται πάντοτε σε εσωτερική θέση της λέξης. Προφέρεται όπως το Γαλλικό ή Αγγλικό σύμφωνο «b». Όταν βρίσκεται στην αρχή της λέξης, αντικαθίσταται πάντοτε από τον φθόγγο «Μπ, μπ», γι’ αυτό και δεν υπάρχει κεφαλαίο σύμβολο αυτού.

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο φθόγγος “b“:

(i). -«αμbέλ’» (= αμπέλι) > πληθ. = «αμbέλια».

(ii). -«μπαμbάτσh» (= βαμβάκι) > πληθ.  = «μπαμbάτσhια».

(iii).-«τheαμbeάλ’» (= τεμπέλης) > πληθ. = «τheαμbeάλια».

(iv). -«dubeάτσ’» (= γουδί) > πληθ. = «dubeάτσια».

(v). -«κhιρbίτ’» ή «κhιρπίτ’» (= σπίρτο) >  πληθ. = «‘κhιρbίτ-jια» ή «κhιρπίτ-jια», (προφέρεται ως «κhιρbίτ-χια» ή «κhιρπίτ-χια»).

Στο παρακάτω video (φθόγγος 3), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

4. Ο φθόγγος «Γh, γh», που οι άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως : 

Ο φθόγγος «Γh, γh» είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο γάμμα, (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα). Προφέρεται ως «γ» δασύ (παχύ), που γίνεται πολύ αισθητό στον λάρυγγα.

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο  φθόγγος “Γh, γh“:

(i). -«φέ’γh» = φεύγει.

(ii). -«φέ’γh’νει» = φεύγουνε

(iii). -«να φύγh» = θα φύγει, να φύγει.

(iv). -«βγh-αίνου» = βγαίνω, εξέρχομαι

(v), -«να βγh-εί» = θα βγει ή να βγει.

(vi). -«να βγh-ήτ’» = θα βγείτε

(vii).-«βγh-αίνισhκα ή βγh-αίνηξα» = έβγαινα.

(viii).-«σ’άγh’» = σφάζει

(ix), -«σ’άγh-ητ’» = σφάζετε.

(x). -«σ’αγhjιέμι» = σφάζομαι, (προφέρεται ως «σ’αγh-γιέμι»).

xi). -«σhτήγh»  = στήνει

(xii). -«σhτηγhjιέμι» = στήνομαι, (προφέρεται ως «σhτηγh-γιέμι»).

(xiii).-«τhυλίγh» (= τυλίγει), >  πληθ. = «τhυλίγh’νει».

Στο παρακάτω video (φθόγγος 4), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

5. Ο φθόγγος «D, d», που και άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως «D, d»

Ο φθόγγος «D, d» είναι η κύρια προφορά του Ελληνικού συμφώνου δέλτα, (Δ, δ). Προφέρεται όπως ακριβώς και το Γαλλικό ή Αγγλικό σύμφωνο «D, d». Είναι φθόγγος που ηχητικά διαφέρει από τον φθόγγο «ντ» και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αντικατασταθεί από αυτόν.

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο  φθόγγος “D, d“:

(i). -«dού» (= ο, η, το, τον την το) > πληθ. = «dά».

(ii). -«Deζeκλανdήζου ή deζeκλαΐζου ή deζeκλανdώ» = κινούμαι ζωηρά και επιδεικτικά, φέρομαι ή περιφέρομαι, ζωηρά, πάνω – κάτω, πέρα δώθε, χωρίς σκοπό και αποτέλεσμα, κ.λ.π.

(iii).-«deζéρ – deζéρ» = με δυσκολία και με μεγάλο προβληματισμό.

(iv).-«dζαdėσα» (= στρίγγλα, μέγαιρα, παμπόνηρη, ραδιούργα και καταφερτζού γυναίκα, κ.λ.π.)  >  πληθ. = «dζαdėσεις».

(v).-«Dζύ’ι ή dζhύ’» (= ο ζυγός υποζυγίων) > πληθ. = «dζύ’ια ή dζύ’α».

(vi). –«dινγκιρdάχh» (= κουδούνι με δυνατό ήχο) > πληθ. = «dινγκιρdάχhjια», (προφέρεται ως «dινγκιρdάχh-χια»).

(vii). -«djιάβ’λους» (= διάβολος) > πληθ. = «djιάβ’λουϊα», (προφέρεται ως «dγιάβ’λους» και «dγιάβ’λουϊα», αντίστοιχα).

(viii). – «djυό» = δυό, δύο, (προφέρεται ως «dγυό»).

(ix). -«dογdουρdήζου» = καταδίδω, ξεμπροστιάζω, κ.λ.π.

(x). -«dότσh» (= δοκός, δοκάρι) > πληθ. =  «dότσια».

(xi). -«dουτουρdήζου ή dουτουρdώ» = βάζω δυνατή φωτιά και συνεχίζω να την δυναμώνω.

(xii). -«duσhμeάνους (= εχθρός, ο αντίθετος, πολέμιος, ο εχθρικά διακείμενος) > πληθ. = «duσhμeάν’ ή duσhμeά-νια».

Στο παρακάτω video (φθόγγος 5) μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#          

     6. Ο φθόγγος «Ζh, ζh», που άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως : 

Ο  φθόγγος «Ζh, ζh» είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο ζήτα, (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα). Προφέρεται όπως το Γαλλικό «j», στην φράση «j’ aime» ή στην υποθετική συλλαβή «ζιού».

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο φθόγγος “Ζh, ζh” :

(i). -«βυζhίνους» (= καλόγερος, βύζουνας, δοθιήν) > πληθ. = «βυζhίνουϊα».

(ii). -«ζhήνου ή ζhηνίσκου ή ζhηνίξου» = ζω, βρίσκομαι στη ζωή.

(iii). -«βζhηνιέμι» = σβήνομαι.

(iv). -«ζhυμάρ’» (= ζυμάρι, ζύμη), > πληθ. = «ζhυμάρ-jια», (προφέρεται, ως ζhυμάρ-για»).

(v). -«ζhυμώνου» = ζυμώνω, πλάθω ζύμη.

(vi).-«παίζh» (= παίζει) > πληθ. = «παίζh’νει».

(vii). -«αχτίζh» (= έχει διαρροή, τρέχει, στάζει) > πληθ. = «αχτίζh’νει».

(viii).-«βράζh» (= βράζει) > πληθ. = «βράζh’νει».

(ix). –«κράζh» (= κράζει), > πληθ. = «κράζh’νει».

(x).-«μαράζh» (= μαράζι, μαρασμός, μελαγχολία, καημός, πόθος ανεκπλήρωτος, μεγάλη στενοχώρια, μακροχρόνια θλίψη) > πληθ. = «μαράζhια».

Στο παρακάτω video (φθόγγος 6), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

7. Ο φθόγγος «Τh, th», που άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως :

Ο φθόγγος «Τh, τh» είναι η κύρια προφορά του Ελληνικού συμφώνου θήτα, (Θ, θ). Προφέρεται όπως ακριβώς και το Γαλλικό «Th», στο όνομα «Theodore»,  με ταυτόχρονη εκφορά, ελάχιστης ποσότητας αέρα υπό πίεση, από το στόμα. Προφέρεται, δηλαδή, όπως και το δασύ σύμφωνο «θήτα», της Αττικής διαλέκτου, που συμβολιζόταν ως «ΘΗ» και που πέρασε στην Λατινική, ως «TH, th».

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο φθόγγος “Τh, τh“:

(i).-«τhακeρτé» (= ο απαλός θόρυβος, ο ήχος «τhακ-τhακ-τhακ»), > πληθ. = «τhακeρτéϊα».

(ii).-«τheαμbeάλ’» (= τεμπέλης) > πληθ. = «τheαμbeάλια».

(iii). -«τheάντζheαρα» (= κατσαρόλα, τεντζερές)  > πληθ. =  «τheάντζheαρεις».

(iv). -«τhαφσhιρλού» (= παχουλός,-ή,-ό, μπουλούκος) > πληθ. = «τhαφσhιρλούϊα».

(v). -«τhημωνιά» (= θημωνιά) > πληθ. = «τhημωνιές».

(vi). –«τheόbeα τheόbeα» =  πώ, πώ θεέ μου,, ήμαρτον – ήμαρτον θεέ μου, θεέ μουτι είναι αυτό (ή αυτά) που ακούω, τι είναι αυτό (ή αυτά) που συμβαίνουν ή που θα συμβούν. (Είναι Επιφώνημα).

(vii).-«Τhογώρα» = Θεοδώρα.

(viii). -«τhοζάχh» (= το πολύ μικρό φτερό, πούπουλο πτηνού)  >  πληθ. = «τhοζάχ-jια», (προφέρεται ως «τhοζάχh-χια»).

(ix).-«τhοκούτσh» (= κόπανος, κόπανος για θραύση σιτηρών καρπών, για το πλύσιμο των ρούχων, κ.λ.π.) > πληθ. =  «τhοκούτσhια».

(x).-«thομπύλ’» (= στρουμπουλός,-ή,-ό) > πληθ. = «τhομπύλια».

(xi). -«τhuφeάν’» (= τυφώνας, πολύ μεγάλη βροχή, κατακλυσμός, όπλο, τυφέκιον ή τουφέκι, τουφεκιά) > πληθ. =  «τhuφeάνια».

(xii). -«τhuτhúν’ ή τhuτúν’» (= ο καπνός ως φυτό, το φύλλο ή φύλλα καπνού) > πληθ. = «τhuτhúνια ή τhuτúνια».

Στο παρακάτω video (φθόγγος 7), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

8. Ο φθόγγος «j», που και άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως «j»

Ο φθόγγος «j» είναι  το ευφωνικό πρόσφυμα «γιὠτ». Δεν υπάρχει αντίστοιχο κεφαλαίο σύμβολο. Προφέρεται άλλοτε μεν ως «γ», άλλοτε δε ως «χ», ανάλογα τον φθόγγο που προηγείται αυτού. Προ αυτού, τίθεται πάντοτε και το σύμβολο της παύλας, εκτός όταν το «j» είναι το δεύτερο κατά σειρά γράμμα της λέξης, καθώς και όταν προηγείται αυτού η απόστροφος.

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο φθόγγος ” j “:

(i).-«πjίνου» (προφέρεται ως «πχίνου) = πίνω.

(ii).-«καρ’jιά» (= καρδιά) > «καρ’jιές», (προφέρεται αντίστοιχα ως «καρ’γιά», «καρ’γιές»).

(iii). -«σπίτ-jια» (προφέρεται ως «σπίτ-χια)  = σπίτια.

(iv).-«χέρ-jια» (προφέρεται ως «χέρ-για) = χέρια

(v).-«ζαλιζ-jιέμι» (προφέρεται ως «ζαλιζ-γιέμι») = ζαλίζομαι.

(vi).-«κοφ-jιέμι» ή «κοβ-jιέμι» = κόβομαι, (προφέρονται αντίστοιχα  ως «κοφ-χιέμι» και «κοβ-γιέμι»).

Στο παρακάτω video (φθόγγος 8), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

9. Ο φθόγγος «Κh, κh», που άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως:                

Ο φθόγγος «Κh, κh» είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο κάππα, (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα). Η προφορά του γίνεται με ταυτόχρονη εκφορά ελάχιστης ποσότητας αέρα υπό πίεση, από το στόμα. Προφέρεται, δηλαδή, όπως και το δασύ σύμφωνο «κάππα», της Αττικής διαλέκτου, που συμβολιζόταν ως «ΚΗ» και που πέρασε στην Λατινική, ως «CH, ch».

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο  φθόγγος “Κh, κh“:

(i). -«κheρτλαΐζου» = κάνω «κheρτ – κheρτ», δηλαδή, έχω λόξυγγα σχετικά απαλό.

(ii). -«κhεερίζου ή κhεερώ» = ξεφλουδίζω,  αποφλουδίζω, αποφλοιώνω.

(iii). -«κhερέσh» (= ασβέστης) > πληθ. = «κhερέσhια» ή «κhερέσ-jια». (προφέρεται ως «κhερέσ-χια»).

(iv). -«κhιαλeάτσ’» (= το άγουρο μικρό πεπόνι) >  πληθ. = «κhιαλeάτσια».

(v). -«κhιeάλλ’» (= φαλακρός,-ή,-ό, καραφλός) > πληθ. = «κhιeάλλια».

(vi).-«κhιeαλλeάρ’» (= υπόγεια κατοικία, υπόγειος χώρος) > πληθ. = «κhιeαλλeάρ-jια» (προφέρεται ως  «κhιeαλλeάρ-για»).

(vii).-«Κhιeομuρτζú μαχαλά»  =  η ονομασία μιας από τις  γειτονιές της Μυσhτής.

(viii).-«κhιeοπ’ρού» (= γέφυρα, γεφυράκι) >  πληθ. = «κhιeοπ’ρούϊα».

(ix). -«κhιουdζú» (= μιτάρι αργαλειού) > πληθ. = «κhιουdζúϊα».

(x). -«κhιúβeαρα» (= κηρήθρα μέλισσας) > πληθ. = «κhιúβeαρεις».

(xi). -«κhιeωρúτσ’» (= φυσερό, φυσερό του σιδερά) > πληθ. = «κhιeωρúτσια».

(xii). -«κhουβό ή κhουφό» (= κουφός,-ἠ,-ὀ, κλούβιος, κούφιος) > πληθ. = «κhουβά ή κhουφά».

(xiii). -«κhυσhνeαΐζου»  = χλιμιντρίζω.

Στο παρακάτω video (φθόγγος 9), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

 

 10. Ο φθόγγος «Ξh, ξh», που άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως :

Ο φθόγγος «Ξh, ξh» είναιτο δασύ (παχύ) σύμφωνο ξί, (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα). Προφέρεται ως «ξ» δασύ (παχύ), όπως στην συλλαβή «ξιού».

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο φθόγγος “Ξh, ξh“:

(i). -«Νeάνοιξh’» (= άνοιξη, εποχή του έτους) > πληθ. = «νeάνοιξhια».

(ii).-«να dείξh» (= θα δείξει) > πληθ. = «να dείξh’νει».

(iii).-«Ξhιού – ξhιού !» ή  «ξhιούτ’ – ξhιούτ’ !»: Είναι επιφώνημα, με το οποίο απομακρύνουμε τις κότες, καθώς και άλλα πτηνά.

(iv).-«οξhύ» (= όξος, ξίδι) > πληθ. = «οξhύα».

(v).-«μυξhιάρ» (= μυξιάρης) > πληθ.= «μυξhιάρ-jια», (προφέρεται ως «μυξhιάρ-για»).

(vi).-«να παίξh» (= θα παίξει) > πληθ. = «να παίξh΄νει».

(vii).-«Ξhηλώνου» = ξηλώνω, ξερράβω

(viii).-«ξhυλιώνας» = ξύλινος,-η,-ο.

(ix).-«Ξhυνιέμι ή ξhυζ-jιέμι ή ξh’ιέμι» = ξύνομαι λόγω κνησμού, υφίσταμαι απόξεση, χαράσσομαι επιφανειακά,  λειαίνομαι με ξύσιμο.

(x).-«Ξhυπνίζου ή ξhυπνώ» = ξυπνώ εγώ ο ίδιος, αφυπνίζομαι, ξυπνώ κάποιον, αφυπνίζω.

Στο παρακάτω video (φθόγγος 10), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

 

11. Ο φθόγγος «eΟ, eο», που άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως :                     

Ο φθόγγος «eΟ, eο» είναι το κεφαλαίο και μικρό γράμμα του ειδικού φωνήεντος όμικρον, που προφέρεται ως «ο» πολύ κλειστό και κοφτό, όπως το «e» στο γαλλικό άρθρο «le». Έχει ίδια ακριβώς προφορά με τον φθόγγο «eΩ, eω». Όταν τονίζεται, ο τόνος τίθεται επάνω στο όμικρον, ως «eΌ» ή «eό».

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο  φθόγγος “eΟ, eο“, τονιζόμενος ή μη:

(i).-«eΌμμuρ’» = ζωή, βίος, η μοίρα της ζωής.

(ii).-«eΟνeά γκιeωρeά» = ανάλογα με …, σύμφωνα με …

(iii).-«deόσh» (= στήθος, στέρνο, θώρακας) > πληθ. = «deόσhια».

(iv).-«deοσheάτσ’» (= στρώμα) > πληθ. = «deοσheάτσια».

(v).-«κhιeοτσιάτσh’» (= αντικρυστός παραδοσιακός ζωηρός χορός των Μυσhιωτών, ο καρσιλαμάς με τέσσερα βήματα, ο οποίος χορεύεται με τα ξύλινα κουτάλια).

(vi).-«κhιeοτούλ’» (= εξασθενημένος λόγω ασθένειας, αδύναμος ή και αδύνατος λόγω ασθένειας) > πληθ. = «κhιeοτούλια».

(vii).-«σeολμeάς» (= λωρίδα κρέατος πλατειά και μακριά, μπριζόλα μακρόστενη χωρίς κόκκαλο) > πληθ. = «σeολμeάϊα».

Στο παρακάτω video (φθόγγος 11), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

12. Ο φθόγγος «Πh, πh», που άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως :                    

Ο φθόγγος «Πh, πh» είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο πί, (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα). Προφέρεται, ως «π» δασύ (παχύ), με ταυτόχρονη εκφορά ελάχιστης ποσότητας αέρα υπό πίεση, από το στόμα. Προφέρεται δηλαδή, όπως και το δασύ σύμφωνο «πί», της Αττικής διαλέκτου, που συμβολιζόταν ως «ΠΗ» και που πέρασε στην Λατινική, ως «PH, ph».

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο  φθόγγος “Πh, πh“:

(i). -«πheαζeαβeάνους» (= πεζεβέγκης, μαστροπός, νταβατζής, προαγωγός, κατ’ επέκταση, άτιμος,  πρόστυχος,) > πληθ. = «πheαζeαβeάνουϊα».

(ii). -«Πhακéρ’» (= μπακίρι, χαλκός) > πληθ. = «πhακéρ-jια» (προφέρεται ως «πhακéρ-για»).

(iii). -«Πhακλéχh» (= καθαριότης) > πληθ. = «πhακλéχhjια» (προφέρεται ως «πhακλéχh-χια»).

(iv). -«πhαμπουκλού» (= βαμβακερός,-ή,-ό) > πληθ. = «πhαμπουκλούϊα».

(v). -«Πhαμπούρ’ πhαμbούρ’» (= ατμόπλοιο, βαπόρι, καράβι, πλοίο μεγάλο μεταφορικό > πληθ. = «πhαμπούρ-jια ή πhαμbούρ-jια» (προφέρεται ως «πhαμπούρ-για ή πhαμbούρ-για).

(vi). -«πhαντζhάρ’» (= παντζάρι, κοκκινογούλι) > πληθ. = «πhαντζhάρ-jια» (προφέρεται ως «πhαντζhάρ-για»).

(vii). -«’Πh’απού ή ‘πhα πhού’ι» = από πού, από ποιόν  λόγο, από ποια αιτία, για ποιο λόγο, από ποιο μέρος, από ποια  περιοχή.

(viii). -«Πhαραλé» (= ο παραλής,  ο έχων πολλά χρήματα, ο λεφτάς) > πληθ. = «πhαραλéϊα».

(ix). -«Πheάρτσh» = Πέρσης, Πέρσες.

(x(. -«πhαρτσιά’» (= κομμάτι υφασμάτινο συνήθως για μπάλωμα) > πληθ. = «πhαρτσιάϊα».

(xi). -«Πhερεία ή πhιρεία» = νεράϊδες, ξωτικά, στοιχειά.

(xii). -«‘πhεσκήλ’ ή πhεσhκίρ’» (= προσόψιο, πετσέτα χεριού ἠ προσώπου ή μπάνιου)

> πληθ. = «‘πhεσκήλια ή πhεσhκίρ-jια» (προφέρεται ως «πhεσhκίρ-για»).

(xiii). -«πhηνά’» (= μπάλωμα» > πληθ. = «πhήνάϊα».

(xiii). -«’πhικηρ-jιάζου» = τρώω κρέας κατά την περίοδο των Απόκρεω, (προφέρεται ως «’πhικηρ-γιάζου»).

(xiv). -«πhισhιάρ’» (= αυτός που κάνει ή που ασχολείται  άσχημα, με κακά πράγματα, που δεν κάνει καθαρή δουλειά) > πληθ. = «πhισhιάρ-jια» (προφέρεται ως «πhισhιάρ-για»).

(xv). -«πhό» = πού είναι; πού βρίσκεται ; πού είν’ το; πού είναι να το δω, που είναι δεν το βλέπω.

(xvi).-«πheοσκιúλ’» (= φούντα, θύσανος, τούφα από κρόσσια) > πληθ.= «πheοσκιúλια».

(xvii). -«πhότη ή πhότ’» = πότε, ποια φορά.

(xviii).-«πhούμα» (= πώμα, κάλυμμα  αγγείου ή σκεύους)  > πληθ. = «πhούμαdα».

(xix).-«πhουχώνου» = θάβω, υποχώνω, παραχώνω,  χώνω κάτι κάτω από κάτι άλλο ή μέσα σε κάτι  άλλο,                                                         τοποθετώ ή κρύβω κάτι κάτω από κάτι άλλο.

(xx).-«πhuνdúς» (= χυλός, είδος πηχτής κρέμας, με βάση το γάλα και το αλεύρι) > πληθ. = «πhuνdúϊα ή πhuνdúζ-jια» (προφέρεται ως «πhuνdúζ-για»).

Στο παρακάτω video (φθόγγος 12), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

          

13. Ο φθόγγος «Σh, σh», που άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως :                    

Ο φθόγγος «Σh, σh» είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο σίγμα, (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα). Προφέρεται, ως «σ» δασύ (παχύ), όπως στην συλλαβή «σιού», όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις, «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως επίσης το παχύ Γαλλικό «ch» στις λέξεις, «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο φθόγγος “Σh, σh“:

(i). -«Μυσhτή» (γεν. = «Μυσhτής»): Η ονομασία του χωριού των προγόνων μου.

(ii). -«Σαβασhτής ή Σαβασhτή» = Σεβαστή, (κύριο γυναικείο όνομα).

(iii).-«σhαπλαχhjιά» (= σφαλιάρα, χαστούκι, ράπισμα με την παλάμη ανοιχτή, φάπα, σκαμπίλι, που έχει ήδη πέσει, που έχει ήδη δοθεί)  > πληθ. = «σhαπλαχhjιές» (προφέρεται αντίστοιχα ως «σhιαπλαχh-χιά» και «σhιαπλαχh-χιές»)

(iv). -«σhιακά» (= έδρα, τα οπίσθια μας πάνω στα οποία  καθόμαστε, το ψαχνό μέρος της  έδρας του σώματος μας)  > πληθ. = «σhιακάϊα».

(v). -«σhιeάησhια ή σhιeάσhια» = σάστισα, τἄχασα, έπαθα σύγχυση, κ.λ.π.). Είναι ο αόριστος του ρήματος «σhιeασhτήζου».

(vi). -«σhιέρου ή σhαίρου» = ρίχνω, ρίχνω έξω, ρίχνω κάτι κάτω, ρίχνω μακριά, πετώ, ρίχνω κάτι πιο πέρα από εκεί που είμαι, πετώ κάτι μακριά, αποβάλλω κάτι που έχω ή που κρατώ, κ.λ.π.

(vii). -«Σhιμσhίρ’» (= ειδικό ξύλο από το δένδρο που λέγεται πύξος, ξύλινο κουτάλι από πύξο) > πληθ. = «σhιμσhίρ- jια», (προφέρεται ως «σhιμσhίρ-για»).

(viii). -«Σhιρeάσh» (= μούστος, μούστος βρασμένος) > πληθ. = «σhιράσhια».

(ix). -«Σhίχηρου σhί(χ)ηρου ή σhί’ηρου» (= σίδηρος, σίδερο) > πληθ. = «σhιχήραdα ή σhι(χ)ήραdα ή σhί’ηρα».

(xi). -«σhύκα» (= σύκο, ο καρπός της συκιάς) > πληθ. = «σhύτσεις».

(xii).-«σhuλού» (= υδαρής, νερουλός, ζουμερός, χυμώδης) > πληθ. = «σhuλούϊα».

(xiii).-«σhuσhιeά» (= μπουκάλι γυάλινο, φιάλη γυάλινη, σωλήνας γυάλινος, το γυαλί της λάμπας πετρελαίου, μπουκάλι πλαστικό) > πληθ. =  «σhuσhιeάϊα».

(xiv). -«να πέσh» (= θα πέσει) > πληθ. = «να πέσh’νει».

(xv),-«να χερίσh’» (= θα θερίσει) > πληθ. = «να χερίσh’νει» (= θα θερίσουνε).

Στο παρακάτω video (φθόγγος 13), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

 

   14. Ο φθόγγος «u», που άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως :                     

Ο φθόγγος «u»  είναι το φωνήεν ύψιλον βραχύ. Βρίσκεται πάντοτε σε ενδιάμεση θέση της λέξης, γι’ αυτό και δεν υπάρχει κεφαλαίο σύμβολο αυτού. Προφέρεται, ως «ου» κλειστό και κοφτό, όπως το Γαλλικό «u». Σε περίπτωση τονισμού, τότε γίνεται  εισαγωγή του συμβόλου «ú».

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο φθόγγος “u“, τονιζόμενος ή μη :

(i).-«dubeάτσ’» (= γουδί) > πληθ. = «dubeάτσια».

(ii).-«duζeάν’» (= ρούχο ντυσίματος ή σκεπάσματος. Επίσης σημαίνει και  γενικά διάφορα πράγματα του σπιτιού, όπως σκεύη, χαλιά, κ.λ.π.) > πληθ. = «duζeάνια».

(iii). -«dudúκια» (= κόρνα, σφυρίχτρα, κλάξον,  καραμούζα. Επίσης, το «dudúκ(ι)» ήταν είδος φλογέρας την οποία οι Τούρκοι τσοπάνηδες, που φύλαγαν τα πρόβατα της Μυσhτής, αγόραζαν από την Νίγδη και έπαιζαν με μεράκι) > πληθ. = «dudúκιεις ή dudúτσεις».

(iv).-«μπuρdeάν» = ξαφνικά, αίφνης, ξάφνου, απότομα, απροειδοποίητα, αναπάντεχα, χωρίς να το περιμένεις, ταυτόχρονα, μονομιάς.

(v).-«κhιuρeαβού ή κhιuρeα’ού» (= ξύλινο αγροτικό εργαλείο κυρίως για τα αλώνια, τύπου τσουγκράνας) > πληθ. =  «κhιuρeαβούϊα».

(vi).-«μπuρuκτίζου ή μπuρuκτώ»= συσσωρεύω το ένα πάνω στο άλλο, στοιβάζομαι, συσσωρεύομαι σε περιορισμένο χώρο, συγκεντρώνομαι κατά στρώσεις και σε περιορισμένο χώρο, στοιβάζω, συγκεντρώνω,  συγκεντρώνω πολλά πράγματα στο ίδιο σημείο ή σε πολύ μικρό, στενό, χώρο. Μεταφορικά, όταν αναφέρεται σε χρήματα, σημαίνει αποταμιεύω, τα κάνω σωρό.

Στο παρακάτω video (φθόγγος 14), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

 

15. Ο φθόγγος «Χh, χh», που άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως :                     

Ο φθόγγος «Χh, χh» είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο χί, (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα). Προφέρεται, ως «χ» δασύ (παχύ), πιο παχύ και από την λέξη «χάος», που γίνεται αισθητό στον λάρυγγα.

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο  φθόγγος “Χh, χh“:

(i). -«έχh» (= έχει) > πληθ. = «έχh’νει».

(ii). -«dείχh» (= δείχνει) > πληθ. = «dείχh’νει».

(iii). -«τρέχh» (= τρέχει) > πληθ. = «τρέχh’νει».

(iv). -«βρέχh» = βρέχει.

(v). -«Βρεχhjιέμι» (προφέρεται ως «βρεχh-χιέμι») = βρέχομαι, τρώω βροχή, γίνομαι μούσκεμα από οποιαδήποτε  νερά.

(vi). -«dουζάχh’» (= φάκα, ποντικοπαγίδα) > πληθ. = «dουζάχhjια» (προφέρεται ως «dουζάχh-χια»).

(vii).-«σ’éχhjια ή σ’ίχhjια»  = με πυκνό τρόπο, σφιχτά, με σφιχτό τρόπο, κάτι που είναι πολύ  στρυμωχτά με κάτι  άλλο, (προφέρονται αντίστοιχα ως σ’éχh-χια» και ως «σ’ίχh-χια»).

(viii). -«σακαρλéχh» (= η γρουσουζιά, η κακοτυχία) > πληθ. = «σακαρλéχhjια»  (προφέρεται ως «σακαρλéχh-χια»).

(ix). -«πhουσh’λούχhή πhουσh’λéχh’» (= πούσι, αχλύς, χαμηλό στρώμα ομίχλης, η ομίχλη που στέκει επάνω ακριβώς από την επιφάνεια της γης, ο καιρός με την χαμηλή ομίχλη) > πληθ. = «πhουσh’λούχhjια ή πhουσh’λéχhjια», (προφέρονται αντίστοιχα ως «πhουσh’λούχh-χια ή πhουσh’λéχh-χια»).

Στο παρακάτω video (φθόγγος 15), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

 

16. Ο φθόγγος «(χ)»

Ο φθόγγος «(χ)» προφέρεται ως «χ» πολύ απαλό, ίσα-ίσα που ακούγεται, ενώ άλλες φορές δεν ακούγεται και καθόλου.

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο  φθόγγος “(χ)“:

(i). -«πhε’ερό ή πhε(χ)ερό»  (= πεθερός) > πληθ. = «πhε’ερόϊα ή πhε(χ)ερόϊα».

(ii). -«πhα(χ)ινί ή πhα’ινί» (= παχνί, η φάτνη) >  πληθ. = «πhα(χ)ινιά ή πhα’ινιά».

(iii). -«πhα’υνίσκου  ή  πhα(χ)υνίσκου ή  πhα’υνίξου ή πhα(χ)υνίξου» = αποκτώ πάχος, χοντραίνω, αποκτώ βάρος ως συνέπεια του πάχους.

Στο παρακάτω video (φθόγγος 16), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

 

17. Ο φθόγγος «Ψh, ψh», που  άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως :                   

Ο φθόγγος«Ψh, ψh» είναι το δασύ (παχύ) σύμφωνο ψί, (κεφαλαίο και μικρό γράμμα, αντίστοιχα). Προφέρεται, ως «ψ» δασύ (παχύ), όπως στην συλλαβή «ψιού».

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο φθόγγος “Ψh, ψh“:

(i). -«ψhηνιέμι ή ψh’ιέμι» = ψήνομαι, μαγειρεύομαι, υφίσταμαι την επίδραση μεγάλης θερμοκρασίας, θερμαίνομαι υπερβολικά, καθίσταμαι έμπειρος σε κάτι.

(ii). -«Ψhηφώ» = σέβομαι, τιμώ, υπολογίζω, κάποιον ή κάτι, λογαριάζω κάτι ή κάποιον, ψηφίζω, εκλέγω με ψήφο.

(iii). -«ψhί’ια ή ψί’ια» = ψίχουλα, ψιχία.

(iv). -«Ψhύλλους» (= ψύλλος) > πληθ. = «ψhύλλουϊα».

(v).-«ψhυχή ή ψhυ(χ)ή ή ψhυ’ή» (= ψυχή) > πληθ. = «ψhυ’ές ή ψhυχά’εις ή ψhυ(χ)ά’εις».

(vi). -«να κλάψh» (= θα κλάψει) > πληθ. = «να κλάψh’νει» (= θα κλάψουνε).

(vii).-«να κλέψh» (= θα κλέψει) > πληθ. = «να κλέψh’νει» (= θα κλέψουνε).

Στο παρακάτω video (φθόγγος 17), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

 

18. Ο φθόγγος «eΩ, eω», που  άλλοι συγγραφείς συμβολίζουν ως :                    

Ο φθόγγος «eΩ, eω» είναι το κεφαλαίο και μικρό γράμμα του ειδικού φωνήεντος ωμέγα, που προφέρεται ως  «ο» πολύ κλειστό και κοφτό, όπως το «e» στο γαλλικό άρθρο «le». Έχει ίδια ακριβώς προφορά με τον φθόγγο «eΟ, eο». Όταν τονίζεται, ο τόνος τίθεται επάνω στο ωμέγα , ως «eΏ» ή «eώ».

Για παράδειγμα, οι παρακάτω λέξεις, όπου περιέχεται ο  φθόγγος “eΩ, eω“, τονιζόμενος ή μή:

(i). -«eΩρέν’ ή eωρeάν’» (= παρατηρητήριο που συνδέεται με τις υπόγειες σήραγγες και κατοικίες) > πληθ. =  «eωρένια ή eωρeάνια».

(ii). -«eωρ’λeασhτήζου» = σιτεύω, ωριμάζω, παίρνω την σωστή εμφάνιση, έρχομαι στην ώρα που γίνομαι έτοιμο  για την επόμενη διαδικασία ή κατάσταση.

(iii). -«σeώμ’» (= ώμος) > πληθ. = «σeώμια».

(iv). «σeωμέτσh’» (= τούφα, τουλούπα, με μαλλί ή με βαμβάκι για γνέσιμο) > πληθ.= «σeωμέτσhια».

Στο παρακάτω video (φθόγγος 18), μπορεί ο αναγνώστης να ακούσει τις παραπάνω λέξεις με το έντονο μαύρο χρώμα, και με την ίδια σειρά:

#

  1. Η απόστροφος « ’ » : Δηλώνει ότι από την συγκεκριμένη θέση της λέξης, λείπει ένα ή περισσότερα                                                      γράμματα, είτε της Μυσhιώτικης, είτε της αντίστοιχης  Ελληνικής.
  2. H παρένθεση « ( ) » : Δηλώνει, μεταξύ άλλων, επίσης και ότι το υπάρχον εντός αυτού φωνήεν ή δίφθογγος                                        ή σύμφωνο ίσα-ίσα που ακούγεται κατά την προφορά του.
  3. Η παύλα « – « : Όταν τίθεται εσωτερικά της λέξης, δηλώσει ότι δεξιά από αυτήν αρχίζει μία  άλλη συλλαβή.

    ***