Γεώργιος Λαβδάς.- 29-6-2026
Στο σημερινό μας άρθρο θα αναφερθούμε στην ελληνικότητα, του επωνύμου «Ντεβετζής» ή «Δεβετζής», με βάση το οποίο σχηματίζονται και πολλά άλλα Ελληνικά επώνυμα, όπως: Ντεβετζόγλου, Δεβετζόγλου, Ντεβετζίδης, Δεβετζίδης, Δεβεσιάδης, Ντεβετζάκης, Δεβετζάκης, Δεβετζόπουλος.
Το επώνυμο «Ντεβετζής ή Δεβετζής», στην κυριολεξία του, σημαίνει «καμηλιέρης» (αυτός που οδηγεί καμήλες), κατ’ επέκταση, σημαίνει επίσης και αυτός που εκτρέφει ή εμπορεύεται καμήλες. Ετυμολογικά, θεωρείται ότι προέρχεται από την Τουρκική λέξη «deveci» (= καμηλιέρης),[1] σχηματιζόμενη από το «deve» (= καμήλα, γκαμήλα),[2] καθώς και από το παραγωγικό επίθημα «-cı», (deve + – ci > deveci).
Η απόδειξη της ελληνικότητας του εν λόγω επωνύμου, που ακολουθεί, βασίζεται στον «Γλωσσικό Κώδικα της Μυστής»,[3] καθώς στην Μυσhιώτικη[4] διάλεκτο, (που είναι η μητρική μου γλώσσα και της οποίας είμαι φυσικός ομιλητής),[5] υπάρχει η ίδια αυτή λέξη, τόσον ως επώνυμο, όσον και ως ουσιαστικό, που είναι: «deαβeατζής» (γεν. = «deαβeατζή ή deαβeατζιού», πληθ. = «deαβeατζήα»)[6] = καμηλιέρης.
Απαραίτητες διευκρινίσεις
1.Η εξεταζόμενη λέξη της δημοτικής «ντεβετζής ή δεβετζής» ουδεμία σχέση, ηχητική ή σημασιολογική, έχει με το ουσιαστικό ο «νταβατζής» (= ὁ ἐραστής ἤ ὑποστηρικτής ἱερόδουλων, ὁ παλληκαράς),[7] του οποίου η ετυμολόγηση δεν ενδιαφέρει στο παρόν άρθρο μας.
2.Στην Μυσhιώτικη διάλεκτο,[8] υπάρχουν οι ακόλουθες λέξεις, από τις οποίες σημασιολογικά, οι περισσότερες σχετίζονται άμεσα με το εξεταζόμενο επώνυμο, ενώ η πρώτη παρουσιάζει μόνον ηχητική ομοιότητα:
(i). Tο ουσιαστικό «dαβατζής» (= ο υποστηρικτής ιερόδουλων, ο νταβατζής).
Σημειωτέον, ότι αυτό είναι ίδιο με το προαναφερθέν «νταβατζής» της δημοτικής, πλην όμως αμφότερα ουδεμία σχέση, ηχητική και σημασιολογική, έχουν αυτά με το υπόψη «deαβeατζής».
(ii). Tο ουσιαστικό «κhερ’βαντζής ή κhερ’βεντζής» (γεν., αιτιατ. και κλητ. = κhερ’βαντζή ή κhερ’βεντζή», πληθ./ονομ. και αιτιατ. = «κhερ’βαντζήα ή κhερ΄βεντζήα»)[9] = ο καμηλιέρης, ο αρχηγός του καραβανιού, άνθρωπος του καραβανιού.
(iii). Το ουσιαστικό «κhερ’βάν ή κhερ’βαίν’» (πληθ. = «κhερ’βάνια ή κhερ’βαίνια ή κhερ’βάνιοϊα»)[10] = καραβάνι, ομαδική μετακίνηση, εμπόρων ή ξενιτεμένων με καμήλες, ή με ημιόνους, οι οποίοι μετακινούνται σε μακρινούς σχετικά προορισμούς.
(iv). To ουσιαστικό «deάβ’» (γεν. = «deαβ-jιού», πληθ. = «deάβ-jια»)[11] = η καμήλα.
Είναι ουσιαστικό ουδετέρου γένους, που αποδεικνύεται από την κατάληξη και τον τονισμό της γενικής ενικού.
Σημειωτέον, ότι το ουσιαστικό αυτό είναι ομόηχο και ίδιας ορθογραφίας, με το ουσιαστικό «deάβ’» (= ανθρωπόμορφο υπερφυσικό όν των παραμυθιών), όπως επίσης και με τον τύπο «deάβ’», του ουσιαστικού «deάβ’ ή deάφ’» (= ντέφι, μουσικό κρουστό όργανο).
(v). Το ουσιαστικό «κάμηλ’ ή κάμελ’ ή κάμπηλ’ ή καμπύλ’» (γεν. = «καμηλιού ή καμελιού ή καμπηλιού ή καμπυλιού», πληθ. = «κάμηλια ή κάμελια ή κάμπηλια ή καμπύλια») = καμήλα.
3. Στην παρακάτω εικόνα από το διαδίκτυο φαίνεται ένας «deαβeατζής» (καμηλιέρης), με τις τρεις καμήλες του, ο οποίος προηγείται πεζός:

4. Για την προφορά της λέξης «deαβeατζής» υπάρχουν δύο ιδιαίτερα σημεία αυτής, που είναι τα εξής:
(i). Ο φθόγγος «d», που είναι η Πελασγική προφορά του συμφώνου δέλτα, «δ», της Ελληνικής.[12]
Επισημαίνεται, ότι ο Μυσhιώτης αδυνατεί να προφέρει δύο μόνον σύμφωνα της Ελληνικής αλφαβήτου, με την προφορά που αυτά προφέρονται σήμερα. Τα σύμφωνα αυτά είναι το δέλτα, «δ», που το προφέρει ως «d» και που είναι η Πελασγική προφορά του συμφώνου δέλτα, καθώς επίσης και το σύμφωνο θήτα, «θ», το οποίο προφέρει ως «τh»,[13] που είναι η αρχαιότερη προφορά του συμφώνου αυτού.[14]
(ii). Ο φθόγγος «eα» είναι το «άλφα μακρόν» της Μυσhιώτικης γλώσσας και προφέρεται μεταξύ «ε» και «α», ελάχιστα μακρόσυρτο.[15]
Σημειωτέον, ότι στην μητρική μου γλώσσα, τα δίχρονα φωνήεντα «α» και «υ» της Ελληνικής αλφαβήτου, έχουν το καθένα τους δύο διαφορετικές προφορές (ήχους, φωνήματα), που είναι το «μακρόν» και το «βραχύ», (π.χ. «μάτ’ = μάτι», «μeάτ’ = ιμάτιο). Μάλιστα, το «υ» έχει τρεις προφορές, καθώς προφέρεται ως «ι» (π.χ. «λύκους = λύκος), ως «ου» (π.χ. «ρούπους = ρύπος) και ως «u», που είναι κλειστό και κοφτό, όπως και το Γαλλικό «u», (π.χ. «duσμeάνους = εχθρός», από το Ομηρικό «δυσμενής»).
5.Για την προφορά και χρήση της λέξης «deαβeατζής», αναφέρονται, σαν παράδειγμα, οι παρακάτω δύο σχετικές φράσεις, γραμμένες στα Μυσhιώτικα. Στο τέλος της κάθε φράσης, υπάρχει μικρό ηχητικό «video», από το οποίο ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει ηχητικά την φράση:
i. -«Σ’ού Μυσhτή, eαυeαλdeάν (πhαλιά) τσhειό’αν τρι-’έσσ’ρα χάνια. Τὄνα τσhειό’ουν Χα’ή-Σαββα dού χάν’,[16] έν’άλλου τσhειό’ουν Χατζή-Γιορντάν.[17] D’eαπ’ητσειού, πέρναναν πολλά deαβeατζήα, μη ‘ά deάβ-jια τ’νη. Dα deάβ-jια, ημείς λέμ’ dα τσhι κάμηλια, λέμ’ dα όμους τσhι καμπύλια».
Μετάφραση
Στην Μυστή, στο μακρινό παρελθόν (παλιά) υπήρχαν τρία-τέσσερα χάνια. Τὄνα ήταν του Χατζη-Σάββα το χάνι, ένα άλλο ήταν του Χατζη-Ιορδάνη. Από εκεί πέρα, περνούσαν πολλοί καμηλιέρηδες, με τις καμήλες τους. Τα «deάβ-jια» (τις καμήλες), εμείς τα λέμε και «κάμηλια» (καμήλες), τα λέμε όμως και «καμπύλια» (καμήλες).
Στο παρακάτω «video», ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την παραπάνω φράση, στα «Μυσhιώτικα»:
ii. -«Σ’ού’Μυσhτή, dά deάβ-jια ερ’όdαν μη dά κhερ’βάνια. Dά πάππου’ει’ μας λέϊσhκαν μας, ότι: Μόλις ερ’ὀ’ουν τσhί σταϊόdουν ένα κhερ’βάν, deαβeατζής κόνουνην djυό[18] τσhουβάλια άχυρου, κα’εις τη χή. Κά’ιζην dα κάμελια (dά deάβ-jια) κάτ’, γύρου-γύρου απ’τ’ άχυρου, τσhι’εκείνια τρώϊσhκαν, χωρίς να dοϊσhτήζh’νει. Σέ(ν)γκρα, γίνισhκην dα, σ’ού στόμα τ’νη, απ’έσ’, τσhι’απ’ένα μπελίτσh’ κ’σαρ-jιώνας ζhυμάρ’. Ηττό μπορεί νά ηdουν, τσhι μισό νουντζhιά. Dά deάβ-jια τρώϊσhκαν dου, μη d’όρηξh’. Dά καμπύλια (dά deάβ-jια), ‘τούν βοσκιένdι σ’ού γιαζé, τρών’ ορτίς, τσhι’ορτίς, πάλ’, πjίν’νει[19] λερό».
Μετάφραση
Στην Μυσhτή, οι καμήλες ερχόταν με τα καραβάνια. Οι παππούδες μας μας έλεγαν ότι: Μόλις ερχόταν και σταματούσε ένα καραβάνι, ο καμηλιέρης άδειαζε δυό σακκιά άχυρο, κάτω στη γη. Κάθιζε τις καμήλες (τα «deάβ-jια») κάτω, γύρω-γύρω από τ’ άχυρο, κι’ εκείνες έτρωγαν, χωρίς να μαλώνουν. Μετά, τα έδινε, στο στόμα τους, κι από ένα κομμάτι κριθαρένιο ζυμάρι. Αυτό μπορεί να ήταν και μισή οκά. Οι καμήλες το έτρωγαν με όρεξη. Οι καμήλες, όταν βόσκουν στον κάμπο, τρώνε όρθια, και όρθιες, επίσης, πίνουν νερό.
Στο παρακάτω «video», ο αναγνώστης μπορεί να ακούσει την παραπάνω φράση, στα «Μυσhιώτικα»:
Η ελληνικότητα της λέξης «deαβeατζής»
Για την απόδειξη της ελληνικότητας του επωνύμου «Ντεβετζής» ή «Δεβετζής», αρκεί και πρέπει να αναλύσουμε ετυμολογικά την λέξη «deαβeατζής», που είναι η αντίστοιχη της Μυσhιώτικης γλώσσας, για την ετυμολόγηση της οποίας σχετικές είναι οι ακόλουθες λέξεις:
-«ντεβετζής» (= ο οδηγός καμήλων). Είναι λέξη της δημοτικής, που μάλιστα αναφέρεται ως Τουρκική.[20]
-«deαβ’» (= καμήλα). Είναι λέξη της Μυσhιώτικης γλώσσας.
-«ντεβές» (ὁ) = η καμήλα. Είναι λέξη της δημοτικής, που μάλιστα αναφέρεται ως Τουρκική.[21]
-«deve» (= καμήλα, γκαμήλα).[22] Είναι λέξη Τουρκική.
-«-τζής»: είναι τύπος της κατάληξης, της Μυσhιώτικης γλώσσας, «-τζής ή –τζή[23] ή -τζhής ή –dζής ή –dζhής ή –τσής ή -τσhής, ή -‘ης ή -σhης». Είναι κατάληξη κυρίως ουσιαστικών, ενίοτε δε και επιθέτων αρσενικού γένους, (σπανίως και θηλυκού), που είναι δηλωτική του επαγγέλματος ή της συνήθους ενασχόλησης, δραστηριότητας, ιδιότητας, ενός ατόμου με εκείνο ακριβώς το αντικείμενο, που αναφέρει το κυρίως θέμα της λέξης.
Σχηματισμός του «deαβeατζής»
Ετυμολογικά, το «deαβeατζής» σχηματίζεται από το παραπάνω ουσιαστικό «deαβ’» (= καμήλα), της Μυσhιώτικης γλώσσας, καθώς και από την κατάληξη «-τζής», ως εξής: deαβ’ + τζής > deαβατζής, λόγω εμφάνισης του ευφωνικού προσφύματος «α», μεταξύ των συνθετικών μερών, που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Μυσhιώτικης γλώσσας,[24] και > deαβeατζής, λόγω τροπής του «α», σε «eα» (άλφα μακρόν), που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Μυσhιώτικης διαλέκτου,[25] ενώ εδώ προφανώς η τροπή να οφείλεται στην αφομοίωση του «α», προς το φωνήεν «eα», της αμέσως προηγούμενης συλλαβής.[26]
Ετυμολογική ανάλυση των συνθετικών μερών «deαβ’» και «-τζής», του «deαβeατζής».
Τα συνθετικά μέρη της λέξης «deαβeατζής», είδαμε πιο πάνω ότι είναι το «deαβ’» και η κατάληξη «-τζής». Αυτονόητο είναι ότι αποδεικνύοντας την ελληνικότητα του καθενός, εξ αυτών, αποδεικνύεται και η ελληνικότητα της ίδιας της λέξης. Άς δούμε, λοιπόν, την ετυμολογική ανάλυση του κάθε συνθετικού στοιχείου, ξεχωριστά:
Η λέξη «deαβ’»:
Για την ετυμολόγηση της λέξης «deαβ’», μια πολύ εύκολη και «βολική» λύση είναι να δεχθούμε ότι αυτή προκύπτει από το Τουρκικό «deve» (= καμήλα, γκαμήλα),[27] όπως άλλωστε έχουν δεχθεί σχεδόν όλοι οι μέχρι τώρα συγγραφείς, ώστε η αναζήτησή μας να περατωθεί εδώ.
Όμως, υπάρχουν τα εξής δύο ιστορικά στοιχεία, τα οποία δεν είναι δυνατόν να αγνοηθούν: α). Οι καμήλες περνούσαν με καραβάνια, από μεγάλους καμηλόδρομους, που βρίσκονταν δίπλα ακριβώς στην «Μυσhτή», (όπου υπήρχαν και μερικά χάνια, το ένα μάλιστα στο σπίτι του Μυσhτηλή «Χατζη-Σάββα»),[28] και β). Τα καραβάνια περνούσαν από την ίδια περιοχή και τους ίδιους δρόμους, από πολλούς αιώνες πριν το 1068, που είναι το έτος πρωτοεμφάνισης των Τούρκων στα μέρη των Μυσhτηλήδων προγόνων μας. Μάλιστα, ο μεγάλος δρόμος των καραβανιών (τουρκιστί, «deve-yolu») περνούσε από τις Δυτικές άκρες της Μυστής, ακολουθώντας την διαδρομή: Νεφσhεχύρ’ (Νεάπολη) – Λίμνα – Μυσhτή – Ζάμζαμα – κ.λ.π., συναντούσε τον δρόμο της Καισάρειας – Νίγδης και συνέχιζε την διαδρομή προς την Κιλικία.[29]
Τα παραπάνω αυτά στοιχεία μας υποχρεώνουν να δεχθούμε ότι οι καμήλες είχαν όνομα και πολύ πριν την εμφάνιση των Τούρκων στην περιοχή. Το όνομα αυτό μπορεί να ήταν ξενόφερτο μπορεί όμως και Ελληνικό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο Μυσhιώτης, μέχρι και σήμερα, ονομάζει την καμήλα, τόσον ως «deαβ’», όσον επίσης και ως «καμπύλ’» (ή «κάμηλ’» ή «κάμελ’» ή «κάμπηλ’»).
Άς αναζητήσουμε την ακριβή σημασία της επίμαχης λέξης «deαβ’», προκειμένου να δούμε την σχέση αυτής με την καμήλα.
Το πιο χαρακτηριστικό και αμετάβλητο στοιχείο της καμήλας, από υπάρξεώς της, είναι η μεγάλη «καμπούρα» αυτής. Η καμπούρα, που έχει επάνω στην ράχη της, είτε αυτή είναι μονή, (που έχουν οι αραβικές καμήλες), είτε διπλή, (που έχουν οι βακριανές καμήλες), στα αρχαία ελληνικά λέγεται, ο «ὗβος» (= ἐξέχον κύρτωμα, ἐξόγκωμα τῆς ράχεως, καμπούρα).[30] Μάλιστα, το λεξικό του Ησυχίου, γραμμένο τουλάχιστον 5,5 αιώνες πριν από την εμφάνιση των Τούρκων στην Μ. Ασία, αναφέρει την λέξη ως «ὑβόν» = τόν κυρτόν, καμπύλον, γυρόν, (οἱ δέ ὐβός, κυρτός).[31]
Η «καμπούρα» (ο «ὗβος») της καμήλας δεν είναι μικρή, αντίθετα είναι χαρακτηριστικά μεγάλη και μάλιστα εντυπωσιακή. Αυτό σημαίνει ότι μόνον με τον όρο «ὗβο» δεν αποδίδεται πλήρως η πραγματική διάσταση, το πραγματικό μέγεθος, της καμπούρας του εν λόγω μεταφορικού ζώου.
Άλλωστε, ο Μυσhιώτης ονομάζει την «καμήλα», μεταξύ άλλων, επίσης και ως «καμπύλ’», που προαναφέρθηκε. Η συγκεκριμένη λέξη, ετυμολογικά, σχηματίζεται από το θέμα «καμπύλ-», του επιθέτου «καμπύλος» (= ὁ ἔχων καμπήν, κυρτός, καμπουρωτός).[32] Δηλαδή, ονομάζει το υπόψη ζώο, με βάση το πιο χαρακτηριστικό του στοιχείο, που είναι η καμπούρα της.
Όμως, η ονομασία της καμήλας, για να σχετίζεται και να τονίζει την «μεγάλη καμπούρα» αυτής, θα πρέπει να είναι απαραίτητα λέξη σύνθετη, με το ένα συνθετικό αυτής να είναι λέξη που δηλώνει κάτι «το πολύ», κάτι «το μεγάλο», ενώ το άλλο συνθετικό αυτής θα πρέπει να σημαίνει απαραίτητα «καμπούρα». Για την ονομασία αυτή, ο Μυσhιώτης δημιούργησε και χρησιμοποιεί την λέξη «deάβ’», της οποίας ακολουθεί η ετυμολόγηση, η οποία αναφέρεται και στην παράγραφο 37, του βιβλίου μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Α΄, (Α-Ε)».[33]
Στις παρακάτω εικόνες από το διαδίκτυο, αριστερά φαίνεται μια καμήλα με έναν μεγάλο «ὗβο» και δεξιά με δύο μεγάλους «ῢβους»:

Ετυμολόγηση του «deάβ’»
Ετυμολογικά, το ουσιαστικό «deάβ’» είναι σύνθετη λέξη, που σχηματίζεται, από τα ακόλουθα τρία συνθετικά στοιχεία:
i. Από το αρχικό συνθετικό μόριο λέξεων «δα-» (= μόριον ἀχώριστον, ἀρκτικόν λέξεων, ἐπιτατικήν ἔχον σημασίαν, «ὅλως, πέρα καί πέρα»).[34]
Το μόριο αυτό, από το Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου, ερμηνεύεται ως εξής: «δα» = προτακτικόν ἀχώριστον μόριον πρός ἐπίτασιν τῆς σημασίας τῆς μεθ’ ἧς συντίθεται λέξεως, ως το «ζά», οἷον δάσκιος, δαφοινός, κττ.[35]
Όμως, το επίσης αρχικό αχώριστο μόριο λέξεων «ζά», τόσον στο Λεξικό του Ησυχίου, όσον και στο Ομηρικό Λεξικό, όπου αναφέρεται ως «ΖΑ-», ερμηνεύεται ως εξής: ζά = μέγα. ἰσχυρόν. πολύ.[36]
ii. Από το θέμα «ὑβ-», του ουσιαστικού «ὗβος» (= ἐξέχον κύρτωμα, ἐξόγκωμα τῆς ράχεως, καμπούρα).[37]
iii. Από την κατάληξη «ι», που είναι για ουσιαστικά ουδετέρου γένους.
Η σύνθεση των παραπάνω τριών αυτών στοιχείων, «δα- ὑβ- + ι», σημαίνει «αυτό με την μεγάλη καμπούρα, αυτό με την πολύ καμπούρα, αυτό με το μεγάλο κύρτωμα».
Σχηματισμός: δά- + ὑβ- + -ι, > dάϋβι, λόγω προφοράς του «δ», ως «d», που είναι η Πελασγική προφορά του συμφώνου δέλτα,[38] > dάαβι, λόγω τροπής του «υ», σε «α», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[39] (εδώ, ίσως και λόγω αφομοίωσης του «υ» προς το φωνήεν της αμέσως προηγούμενης συλλαβής, που είναι το «α»), και > deάβ’, λόγω απόρριψης (αποβολής), του άτονου καταληκτικού «ι», που είναι σημαντικός γλωσσικός κανόνας της Μυσhιώτικης γλώσσας,[40] με ταυτόχρονη συνεκφορά των δύο συνεχόμενων «αα», ως «eα» (άλφα μακρόν).
Η κατάληξη «-τζής»
Για την ετυμολόγηση της κατάληξης «-τζής», που πολλοί θεωρούν ως Τουρκικής προέλευσης, ισχύουν τα ίδια που αναφέρθηκαν ήδη και στην παράγραφο 111 του Τόμου Α΄, του προαναφερθέντος βιβλίου μου, όπου μάλιστα εξηγήσαμε ότι το διπλό σύμφωνο ζήτα, «Ζ, ζ», της Ελληνικής, στην Μυσhιώτικη διάλεκτο, εμφανίζεται με τις εξής συνολικά προφορές: «ζ», «ζh», «τζ», «dζ», «dζh» και «νdζ». Σαν παράδειγμα δε, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και οι καταλήξεις, «-τζής ή -τζhής ή –dζής ή –dζhής ή –τσής ή -τσhής», που δηλώνουν επάγγελμα ή συνήθη δραστηριότητα.[41]
Από τις καταλήξεις αυτές, το «-τζής» και «-τσής» υπάρχουν επίσης και στην δημοτική, και δηλώνουν επάγγελμα, όπως π.χ. «κουλούρι > κουλουρτζής», «παπούτσι > παπουτσής», κ.λ.π.[42]
Στην υποπαράγραφο β΄, της παραγράφου 111, αναφέρθηκε ότι όλες αυτές οι καταλήξεις, ετυμολογικά, σχηματίζονται από το θέμα «ζή-», του ρήματος, «ζήω, ζῶ» (= ἔχω ζωή, εἶμαι στή ζωή, ἀκμάζω, συντηροῦμαι ἐν τῇ ζωῇ, ἤ πορίζομαι τά πρός τό ζῆν, διάγω ὡρισμένον τρόπον ζωῆς),[43] καθώς και από το καταληκτικό «-ς», που είναι για ουσιαστικά αρσενικού γένους, (ενίοτε δε και θηλυκού).
Τέλος δε, στην Σημείωση 2, της ίδιας αυτής παραγράφου,[44] αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
<< Σχετικά με την παραπάνω κατάληξη «-τζής ή -τζhής ή -dζής, -dζhής, -τσής, -τσhής», θα πρέπει να επισημανθεί ότι στον Πόντο, αναφέρεται η κατάληξη «-έτζης», με την οποία σχηματίζονται ουσιαστικά, ρήματα και επίθετα, τα οποία δηλώνουν το πρόσωπο που δρά. Η κατάληξη αυτή αναφέρεται ότι προκύπτει από την κατάληξη «-έτζιν», από την οποία σχηματίζονται παράγωγα ουδέτερα επίθετα, από ρήματα. Μάλιστα δε, θεωρείται ότι είναι Σλαβικής προέλευσης. Πέραν τούτου, αναφέρεται επίσης και η κατάληξη «-τζhῆς», με την οποία σχηματίζονται ουσιαστικά, από άλλα ουσιαστικά που δηλώνουν τον ασχολούμενο με κάτι, όπως «ζουρνά > ζουρνατζhῆς», κ.λ.π.[45]
Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχουν οι καταλήξεις «-ci», «ç» και «-çi», που είναι αντίστοιχες της παραπάνω Μυσhιώτικης, καθώς και της Ελληνικής «-τζής» ή «-τσής». Οι καταλήξεις αυτές θεωρώ πως είναι «δάνεια», που προκύπτουν από το ίδιο θέμα «ζή-» του παραπάνω ρήματος «ζήω, ζῶ» (= συντηροῦμαι ἐν τῇ ζωῇ, ἤ πορίζομαι τά πρός τό ζῆν, διάγω ὡρισμένον τρόπον ζωῆς), λόγω τροπής του «ζ», σε «c» ή «ç» (= «τσ» ή «τσh»), όπως ακριβώς το «ζ» τρέπεται αντίστοιχα και στις καταλήξεις «-τσής» και «-τσhής», της Μυσhιώτικης κατάληξης.
Για παράδειγμα, οι ακόλουθες Τουρκικές λέξεις:
(i). -«soǧanci» (= κρεμμυδάς), που σχηματίζεται από το ουσιαστικό «soǧan» (= κρεμμύδι, βολβός),[46] καθώς και από την κατάληξη «-ci».
(ii). -«rallici» (= ραλίστας), που σχηματίζεται από το ουσιαστικό «ralli» (= ράλι),[47] καθώς και από την κατάληξη «-ci»
(iii). -«otelci» (= ξενοδόχος), που σχηματίζεται από το ουσιαστικό «otel» (= ξενοδοχείο),[48] καθώς και από την κατάληξη «-ci».
(iv). -«fotoǧrafçi» (= φωτογράφος), που σχηματίζεται από το ουσιαστικό «fotoǧraf» (= φωτογραφία),[49] καθώς και από την κατάληξη «-çi».
(v). -«saraç» (= σαγματοποιός, σελοποιός),[50] όπου η κατάληξη είναι «-ç» >>.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Ύστερα από την παραπάνω ανάλυση, γίνεται κατανοητό ότι η λέξη «deαβeατζής» είναι λέξη της Μυσhιώτικης γλώσσας, δηλαδή Ελληνική και δεν προέρχεται από Τουρκική λέξη. Η λέξη αυτή, που δηλώνει το επάγγελμα του «καμηλιέρη», διατηρήθηκε ως επώνυμο, που είναι ένας από τους πολύ συνήθεις τρόπους απόκτησης επωνύμου.
Το «deαβeατζής» (= καμηλιέρης), που όπως προαναφέρθηκε σχηματίζεται από το ουσιαστικό «deαβ’» (= καμήλα) και από την κατάληξη «-τζής», υπάρχει επίσης και στην Τουρκική γλώσσα, ως «deveci» (= καμηλιέρης),[51] που και αυτό σχηματίζεται από το «deve» (= καμήλα, γκαμήλα),[52] και το καταληκτικό «-ci». Οι δύο αυτές Τουρκικές λέξεις θεωρώ ότι είναι «δάνεια», από τις αντίστοιχες της Μυσhιώτικης γλώσσας, όπου όμως ο φθόγγος «eα» έχει τραπεί σε «e» (= ε), είτε διότι στην Τουρκική ο φθόγγος «eα» αποδίδεται με το «e», είτε διότι η τροπή αυτή είχε λάβει χώρα πρωτύτερα, καθώς η τροπή του «α», σε «ε», είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής.[53]
Το επώνυμο «Ντεβετζής» προκύπτει, είτε από το «deαβeατζής», λόγω τροπής των φθόγγων «eα», σε «ε», είτε είναι «αντιδάνειο», από το Τουρκικό «deveci», το οποίο όμως είναι «δάνειο», από το «deαβeατζής».
Το «Ντεβετζής» έγινε, στη συνέχεια, «Δεβετζής», λόγω τροπής του «Ντ», που προφέρεται ως «D», σε «Δ».
Από το «Ντεβετζής» και «Δεβετζής», αντίστοιχα, σχηματίστηκαν και τα εξής Ελληνικά επώνυμα, δηλωτικά των απογονόνων αυτών: Ντεβετζόγλου, Δεβετζόγλου, Ντεβετζίδης, Δεβετζίδης, Δεβεσιάδης. Από τις καταλήξεις αυτών η κατάληξη «-ογλου» είναι Τουρκικής προέλευσης. Σχηματίστηκαν επίσης και τα επώνυμα Ντεβετζάκης, Δεβετζάκης, που συνήθως δηλώνουν καταγωγή Κρητική, ενίοτε και Μανιάτικη, ενώ το Δεβετζόπουλος, κυρίως Πελοποννησιακή.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία, οι λέξεις «deαβ’» και «deαβeατζής» αναφέρονται, αντίστοιχα, ως εξής:
(1). Στο Μέγα λεξικό του Δ. Δημητράκου, αναφέρεται η λέξη, ο «ντεβές» (= η καμήλα), καθώς και ότι αυτή είναι λέξη Τουρκική.[54] Επίσης, αναφέρεται και η λέξη «ντεβετζής» (= ο οδηγός καμήλων), καθώς και ότι είναι λέξη Τουρκική.[55]
(2). Στην Ανακού, αναφέρεται το ουσιαστικό, (στην γενική πληθυντικού), τῶν «ντεβετζήδων», καθώς και ότι προκύπτει από την Τουρκική λέξη «deveci» (= καμηλιέρης).[56]
(3). Στην Αξό, αναφέρεται η λέξη «dεβέ», στην φράση το «dεβέ σαρeλeγé» (= κιτρινάδα καμήλας, κακοήθης κιτρινάδα), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από το Τουρκικό «deve sariliǧi».[57]
(4). Στο Αραβανί, αναφέρεται η λέξη «dεβετζhής» (= καμηλιέρης), πληθ. «dεβετζhήρε», καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «deveci».[58]
(5). Στο Ουλάγατς (ελληνιστί, «Νασ’ραdός ή Ἀσ’ραdός»), αναφέρεται η λέξη dὀ «dεβετζῆ» (= καμηλιέρης), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «deveci». Επίσης, αναφέρεται και η λέξη dό «dεβέ» (= καμήλα), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «deve».[59]
(6). Στην Σύλλη (Σίλλη), αναφέρεται η λέξη «dεβετζής», καθώς και ότι αυτή προκύπτει από το Τουρκικό «deve > deveci».[60]
(7). Στον Πόντο, η εν λόγω λέξη, με την σημασία αυτής ως «κάμηλος», αναφέρεται κατά περιοχές, αντίστοιχα, ως εξής: Στα Κοτύωρα και στο Σεμένι, ως η «τεβέ». Στην Τραπεζούντα και στην Χαλδία, ως η «τeαβeά». Επίσης, αναφέρεται και ότι αυτή προκύπτει από το Τουρκικό «deve».[61]
(8). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΙΔΙΩΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΙ», αναφέρεται, (με όχι ακριβή Μυσhιώτικη προφορά), η λέξη «ντεβετσής» (= καμηλιέρης), καθώς και ότι αυτή προέρχεται από την Τουρκική λέξη, «deveci».[62]
(9). Στο βιβλίο με τίτλο «ΤΟ ΜΙΣΤΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ», αναφέρεται η φράση «Dεβέ Γιολού» (= δρόμος καμηλιών), καθώς και ότι αυτή προκύπτει από την Τουρκική λέξη «deveyolu».[63]
(10). Στην Κρητική διάλεκτο, αναφέρεται η λέξη «ντεβές» = καμήλα.[64]
(11). Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχουν οι λέξεις, «deveci» (= καμηλιέρης),[65] και «deve» (= καμήλα, γκαμήλα).[66]
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 175: Βλέπε την λ. «deveci».
[2] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 174: Βλέπε την λ. «deve».
[3] Ο «Γλωσσικός Κώδικας της Μυστής» είναι το σύνολο των γλωσσικών κανόνων, που διέπουν την Μυσhιώτικη διάλεκτο, την οποία διέσωσαν προφορικά 24 από τα 86 χωριά της Καππαδοκίας. Από τα χωριά αυτά, σε καλύτερο βαθμό και με την λιγότερη Τουρκική επίδραση, διέσωσε την Ελληνική αυτή διάλεκτο η Μυσhτή και ακολουθούν, η Αξός, το Αραβανί, το Ουλάγατς, τα Φλογητά, κ.λ.π.. Το εν λόγω σύνολο γλωσσικών κανόνων, αναφέρεται και στα 10 μέρη του Λόγου. Μέχρι τώρα, έχουν δημοσιευτεί ήδη οι 2 πρώτοι Τόμοι, από τους συνολικά 5, που αναφέρονται αποκλειστικά στους φθόγγους της γλώσσας, (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη). Μετά τους Φθόγγους, φιλοδοξία μας είναι να εκδοθούν τα Ρήματα, το Οριστικό άρθρο, οι Αντωνυμίες, οι Προθέσεις, τα Επιρρήματα, κ.λ.π.
[4] Ο φθόγγος «σh», όλων των λέξεων της «Μυσhιώτικης διαλέκτου», είναι το σίγμα δασύ (παχύ), που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Προφέρεται όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch», στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).Ο Αναγνώστης μπορεί να ακούσει ηχητικά την προφορά του φθόγγου «σh» δασύ (παχύ), που είναι ο 13ος φθόγγος, του Πίνακα των Επιπρόσθετων Φθόγγων της Μυσhιώτικης Διαλέκτου, ο οποίος έχει δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα μας «mistikappadokias.gr», στην Ανακοίνωση της 13-6-2026, με θέμα: «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας».
[5] Η δήλωσή μου ότι «είμαι φυσικός ομιλητής», της εν λόγω διαλέκτου, όπως και σε άλλα άρθρα μου έχω διευκρινίσει, απευθύνεται, κατά κύριο λόγο, προς εκείνους οι οποίοι αμφισβητούν τά αναφερόμενά μου, με το επιχείρημά τους ότι αυτά δεν αναφέρονται σε βιβλιογραφικές πηγές. Αρνούνται προφανώς να κατανοήσουν ότι η πλέον σημαντική και ζώσα ακόμη πηγή είναι η μητρική μου γλώσσα, η οποία διατηρήθηκε, στο πέρασμα των χιλιετηρίδων, μόνον προφορικά και δεν υπάρχουν γραπτά κείμενα αυτής. Οι μόνες υπάρχουσες πηγές είμαστε όσοι ακόμη μιλούμε την γλώσσα αυτή. Όσοι δε από τους ερευνητές έχουν ασχοληθεί με την γλώσσα αυτή, ακόμη και εάν είναι καταξιωμένοι επιστήμονες γλωσσολόγοι, οι περισσότεροι εξ αυτών έχουν ένα αδύνατο σημείο, που είναι ότι «δεν γνωρίζουν την γλώσσα μας». Τα επιστημονικά στοιχεία δε, που παρουσιάζουν, βασίζονται κατ’ ανάγκη σε πληροφορίες, που δεν είναι πάντοτε αξιολογημένες (διακριβωμένες), για τον βαθμό αξιοπιστίας τους, τόσον ως προς την προφορά, (καθώς πολλές λέξεις ή και φράσεις έχουν γραφεί μόνον με την Ελληνική αλφάβητο, που είναι ανεπαρκής για την ορθή και πιστή προφορά της Μυσhιώτικης γλώσσας μας), όσον και ως προς την ορθογραφία των λέξεων, με αποτέλεσμα πάρα πολλές λέξεις μας να ετυμολογούνται, ως Τουρκικές, ενώ, στις περισσότερες των περιπτώσεων, αποδεικνύεται ακριβώς το αντίστροφο.
[6] Ο φθόγγος «eα» είναι το άλφα μακρόν της Μυσhιώτικης διαλέκτου, που δεν υπάρχει, ως φώνημα, στην Ελληνική και προφέρεται μεταξύ του «ε» και του «α», ελάχιστα μακρόσυρτο, [Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 103 – 109: Βλέπε τις παραγράφους 35-40]. Ο Αναγνώστης μπορεί να ακούσει ηχητικά την προφορά του φθόγγου «eα» (άλφα μακρόν), που είναι ο 2ος φθόγγος, του Πίνακα των Επιπρόσθετων Φθόγγων της Μυσhιώτικης Διαλέκτου, ο οποίος έχει δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα μας «mistikappadokias.gr», στην Ανακοίνωση της 13-6-2026, με θέμα: «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας».
[7] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[8] Η «Μυσhιώτικη διάλεκτος» ή αλλιώς τα «Μυσhιώτικα» είναι η κοινή γλώσσα, την οποία θεωρώ ότι κάποτε μιλούσε, στην κεντρική Μ. Ασία, επί χιλιετηρίδες, ο εκεί ευρισκόμενος Ελληνισμός, [Λαβδάς Γ., (Η ΜΥΣΤΗ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ…) 2025, 101: Βλέπε την παράγραφο 8α΄]. Η γλώσσα αυτή ήταν μόνον προφορική, χωρίς γραπτό λόγο και διασώθηκε από 24 χωριά της Καππαδοκίας, καθώς τα υπόλοιπα 62 αυτής τουρκοφώνησαν, ακολουθώντας το σχετικό σχέδιο του Οσμανικού Κράτους, σε συνεργασία (προφανώς αναγκαστική) με την τότε Εκκλησία μας,
[9] Ο φθόγγος «κh» είναι τα δασύ (παχύ) σύμφωνο κάππα της της Μυσhιώτικης διαλέκτου, που δεν υπάρχει, ως φώνημα. Ο Αναγνώστης μπορεί να ακούσει ηχητικά την προφορά του φθόγγου «κh», που είναι ο 9ος φθόγγος, του Πίνακα των Επιπρόσθετων Φθόγγων της Μυσhιώτικης Διαλέκτου, ο οποίος έχει δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα μας «mistikappadokias.gr», στην Ανακοίνωσή της 13-6-2026, με θέμα: «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας».
[10] Ο πληθυντικός «κhερ’βάνιοϊα» τονίζεται πιο πάνω και από την πρό-παραλήγουσα και έχει τις εξής πέντε συλλαβές: κhερ’- βά – νιο – ϊ – α.
[11] Το ευφωνικό πρόσφυμα «j» προφέρεται εδώ ως «γ», οι δε λέξεις «deαβ-jιού», «deάβ-jια», αντίστοιχα ως «deαβ-γιού», «deάβ-για», [Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 425: Βλέπε την παράγραφο 252]. Ο Αναγνώστης μπορεί να ακούσει ηχητικά την προφορά του φθόγγου «j» (γιώτ), που είναι ο 8ος φθόγγος, του Πίνακα των Επιπρόσθετων Φθόγγων της Μυσhιώτικης Διαλέκτου, ο οποίος έχει δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα μας «mistikappadokias.gr», στην Ανακοίνωση της 13-6-2026, με θέμα: «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας».
[12] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.
[13] Ο αναγνώστης μπορεί, επισκεπτόμενος την ιστοσελίδα μου «mistikappadokias.gr», να ακούσει την προφορά των υπ’ αριθμ. 5 και 7 φθόγγων «d» και «τh», αντίστοιχα, μέσα από παραδείγματα λέξεων, στην Ανακοίνωση της 13-6-2026, με θέμα: «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας».
[14] Η προφορά του φθόγγου «Τh, τh» της Μυσhιώτικης γλώσσας είναι η ίδια προφορά του συμφώνου θήτα, που υπήρχε στην αρχαία Ελληνική γλώσσα και προφερόταν «ὡς κλειστό ὁδοντικό ἤ φατνιακό, μετά ἐκπομπῆς πνεύματος» και που συμβολιζόταν με δύο στοιχεία, ως «ΘΗ» και ως «τθ». Η προφορά του θήτα, με τον σημερινό τρόπο, φαίνεται πως καθιερώθηκε στην Αττική διάλεκτο, κατά τον Δ’ π.Χ. αιώνα, [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την προφορά του συμφώνου «θ», καθώς και ότι αυτό συμβολιζόταν ως «ΘΗ», την Σημείωση 1, της ανάλυσης του γράμματος, «Θ, θ, θῆτα»].
[15] Ο αναγνώστης μπορεί, επισκεπτόμενος την ιστοσελίδα μου «mistikappadokias.gr», να ακούσει τον φθόγγο «eα», που είναι ο υπ’ αριθμ. 2 επιπρόσθετος φθόγγος, στην Ανακοίνωση της 13-6-2026, με θέμα: «Τα γράμματα και τα σύμβολα των επιπρόσθετων φθόγγων, για την γραπτή απόδοση της Μυσhιώτικης γλώσσας».
[16] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 5-6.
[17] Καραλίδης Ι. Κων., 1985, 24-25: Βλέπε για τα δύο χάνια της Μυστής.
[18] Η λέξη «djυό» προφέρεται ως «dγυό», διότι προηγείται ο φθόγγος «d», από το ευφωνικό πρόσφυμα «j», [Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 429: Βλέπε την παράγραφο 254].
[19] Η λέξη «πjίν’νει» (= πίνουνε) προφέρεται ως «πχίν’νει», καθώς το ευφωνικό πρόσφυμα «j» προφέρεται εδώ ως «χ», επειδή προηγείται αυτού το «π», [Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 453: Βλέπε την παράγραφο 261].
[20] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[21] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[22] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 174: Βλέπε την λ. «deve».
[23] Ο τύπος «-τζή» απαντάται κυρίως στις λέξεις που έχουν Τουρκική προφορά, (π.χ. «γαλαϊτζή», αντί «γαλαϊτζής»).
[24] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 72: Βλέπε την παράγραφο 16.
[25] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 77: Βλέπε την παράγραφο 21.
[26] Ένα φωνήεν εντός του θέματος μιας λέξης, πολλάκις, πάσχει «ἀφομοίωσιν», ἤτοι γίνεται ὅμοιον μέ τό φωνῆεν τῆς ἀμέσως ἐπόμενης ἤ τῆς προηγούμενης συλλαβής τῆς λέξεως, [Τζάρτζανος, (Γραμματική), 1962, 17: Βλέπε την παράγραφο 32, εδάφιο 3].
[27] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 174: Βλέπε την λ. «deve».
[28] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 5-6.
[29] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 5.
[30] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[31] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975.
[32] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 ερμηνεία της λ.
[33] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 105 – 108: Βλέπε την παράγραφο 37.
[34] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λέξη (πρόθεμα) «ΔΑ-».
[35] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «δα».
[36] Ησυχίου Αλεξανδρέως (Λεξικό), 1975. Επίσης, Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999: Βλέπε την λέξη (πρόθεμα) «ζά».
[37] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[38] Θωμόπουλος Ιάκ., 2007, 357: Βλέπε την λέξη «Ἀδρί» των Παμφυλίων, όπου η προφορά του «δ», ως «νδ», (που στα Λατινικά γίνεται «d»), χαρακτηρίζεται ως Πελασγική.
[39] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «υ» σε «α» και γενικά για την εναλλαγή του «υ» με τα «α, ε, ο», την Σημείωση 5 και 9, στην ανάλυση – αλλοιώσεις, του γράμματος «Υ, υ», της αλφαβήτου.
[40] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 179: Βλέπε την παράγραφο 202.
[41] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 321: Βλέπε την παράγραφο 111 α΄.
[42] Τριανταφυλλίδης, (Γραμματική), 1996, 131: Βλέπε την παράγραφο 286.
[43] Παπανικολάου, (Λεξικό Ρημάτων), 1962. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε τις υπ’αριθμ. 4 και 5 ερμηνείες της λ. «ζῶ».
[44] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 324: Βλέπε την ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2, της παραγράφου 111.
[45] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1958, (Τόμ. 2ος), 322: Βλέπε τις λ. «-έτζης» και «-έτζιν».
[46] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 659: Βλέπε τις λ. «soǧan» και «soǧanci».
[47] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 659: Βλέπε τις λ. «soǧan» και «soǧanci».
[48] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 557: Βλέπε τις λ. «otel» και «otelci».
[49] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 243: Βλέπε τις λ. «fotoǧraf» και «fotoǧrafçi».
[50] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 628: Βλέπε την λ. «saraç».
[51] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 175: Βλέπε την λ. «deveci».
[52] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 174: Βλέπε την λ. «deve».
[53] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «α», σε «ε», (όπως π.χ. «στράφειν > στρέφειν», «τράπειν > τρέπειν», «τράχειν > τρέχειν», «ἀπόησεν > έποίησεν», «ἀποτίνοιαν > ἀποτίνοιεν», «παρβαίνοιαν > παραβαίνοιεν», κ.λ.π.), την υπ’ αριθμ. 1 ανάλυση του γράμματος «Ε, ε, ἔ ψιλον».
[54] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[55] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[56] Κωστάκης, ( Η ΑΝΑΚΟΥ), 1963, 340: Βλέπε την λ. των «ντεβετζήδων», καθώς και την Σημείωση 1 της σελ. 340.
[57] Μαυροχαλυβίδης Γ., 1990, (Τόμ. 2ος), 619: Βλέπε την φράση «dεβέ σαρeλeγé».
[58] Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960, 52; Βλέπε την λ. «dεβετζhής».
[59] Κεσισόγλου Ι., 1951, 102: Βλέπε τις λ. «dεβέ» και «dεβετζῆ».
[60] Κωστάκης, (ΣΙΛΛΗ), 1968, 114: Βλέπε την λ. «deve – deveci – dεβετζής».
[61] Παπαδόπουλος Α., (ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ), 1961, (Τόμ. 2ος), 365: Βλέπε την λ. «τεβέ».
[62] Κοτσανίδης, 2004, 104: Βλέπε την λ. «Καμηλιέρης».
[63] Κωστάκης, 1977, (Τόμ. I), 5: Βλέπε την λ. «Dεβέ Γιολού» και την Σημείωση 4, στην σελ. 5.
[64] Ροδάκης Ι. Θεοδ., (το Κρητικό Λαλολόγιο), 102: Βλέπε την λ. «ντεβές».
[65] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 175: Βλέπε την λ. «deveci».
[66] Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς, (τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 174: Βλέπε την λ. «deve».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Θωμόπουλος Ιακ., 2007. Πελασγικά, ήτοι περί της Γλώσσης των Πελασγών, Αρχαίαι πελασγικαί Επιγραφαί Λήμνου, Κρήτης Λυκικαί, Ετρουσκικαί, Χετιτικαί, (Β’ έκδοση), Αθήνα: Εκδόσεις Πελεκάνος.
Καραλίδης Ι. Κων., 1985. ΤΣΑΡΙΚΛΙ ΝΙΓΔΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ, Αθήνα: Έκδοση του «ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΚΑΠΠΑΔΟΚΩΝ ΜΑΥΡΟΛΟΦΟΥ».
Κοτσανίδης Λαζ. 2004. Το Γλωσσικό Ιδίωμα του Μιστί. Εκδόσεις, Γνώμη Κιλκίς – Παιονίας.
Κωστάκης Π. Θαν., 1977. Το Μιστί της Καππαδοκίας, (Τόμ. I και II), Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.
Κωστάκης Π. Θαν., 1968. Το Γλωσσικό Ιδίωμα της Σίλλης, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Κωστάκης Π. Θαν., 1963. Η ΑΝΑΚΟΥ, Αθήνα: Εκδότης, Κ.Μ.Σ.
Λαβδάς Γ., 2025. Η Μυστή της Καππαδοκίας, η αποκατάσταση της αλήθειας, περί της ονομασίας αυτής. Η ονομασία των κατοίκων της και της γλώσσας αυτών. Λάρισα.
Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.
Λαβδάς Γ., 2026. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Β΄ (Ζ-j). Λάρισα.
Μαυροχαλυβίδης Π. Γ., 1990. Η Αξό Καππαδοκίας, Τόμ. 1ος και 2ος, (Μονογραφία), Αθήνα: Έκδοση Ορέστης, Πρόδρομος και Ανθούλα Μαυροχαλυβίδη.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Παπαδόπουλος, Α. Ανθ., 1961. Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, (Επιτροπή Ποντιακών Μελετών), Τόμ. 2ος (Μ – Ω), Αθήνα: Τυπογραφείον Μυρτίδη.
Παπανικολάου, Δ. Κ., 1962. Νεώτατον Λεξικόν Όλων των Ρημάτων της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, (έκδοσις ενάτη), Αθήνα: εκδόσεις Π. Χιωτέλλη.
Ροδάκης, Ι., Θ., Το Κρητικό Λαλολόγιο, ΟΪ ΑΛΛΗ ΑΚΑΤΕΧΙΑ (ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΑΓΝΟΙΑ).
Τζάρτζανος Α. Αχ., 1962. Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα : Έκδοση Ο.Ε.Σ.Β.
Τριανταφυλλίδης Μ., 1941. ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ, Θεσσαλονίκη: Έκδοση Α.Π.Θ., Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, (Ανατύπωση 1996).
Φωστέρης Δ. – Κεσισόγλου Ι., 1960. Λεξιλόγιο του Αραβανί, Αθήνα: Εκδότης Κ.Μ.Σ.
Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

