Γεώργιος Λαβδάς.
Στο σημερινό μας άρθρο θα αναφερθούμε στην ελληνικότητα της λέξης «κιμάς» (= κρέας λεπτοκομμένον δια μαχαιρίων, νυν δε δι’ ειδικών ιδίως μηχανήματος), η οποία μέχρι σήμερα θεωρείται ως λέξη Τουρκικής προέλευσης.[1]
Στην Μυσhιώτικη[2] διάλεκτο, της οποίας τυγχάνω φυσικός ομιλητής, καθώς αυτή είναι η μητρική μου γλώσσα, υπάρχει η λέξη «γe-ιμάς», που σημαίνει, «κάθε τι το ψιλοκομμένο με πολύ κοφτερό μαχαίρι, σε πάρα πολύ λεπτές λωρίδες, σε πολύ λεπτές φέτες, σε πολύ λεπτά (ψιλά) κομματάκια».
Ο όρος «γe-ιμάς» αναφέρεται, για παράδειγμα: 1). Στον ψιλοκομμένο παστουρμά σε πολύ λεπτές φέτες, 2). Στο ψιλοκομμένο κρέας με μαχαίρι σε πολύ λεπτά (ψιλά) κομματάκια, 3). Στα ψιλοκομμένα φύλλα καπνού σε πολύ λεπτές λωρίδες, προκειμένου να τυλιχθεί με το ειδικό χαρτί, ώστε να γίνει τσιγάρο για κάπνισμα, 4). Στο ψιλοκομμένο λαχανικό (μαρούλι, λάχανο, άσπρο ρεπάνι, καρότο, κρεμμύδι, κ.λ.π) σε πολύ λεπτές (ψιλές) λωρίδες ή και σε μικρά κομματάκια, κ.λ.π.
Επισημαίνεται ότι, στο παρελθόν, για την κοπή του κρέατος σε μικρά κομματάκια, δεν υπήρχαν ούτε κρεατομηχανές χειρός, ούτε βέβαια και ηλεκτρικές. Στις εποχές εκείνες, το κρέας, για κάποιες συγκεκριμένες χρήσεις μαγειρικής, αλλά και για τα λουκάνικα κυρίως,[3] κοβόταν σε πολύ μικρά κομματάκια, με κοφτερό μαχαίρι. Για τον τρόπο αυτόν του κοψίματός του, λέμε ότι: «dού κηρ-jιάς[4] κόβουμ’, σhιάνουμ’ dου, γe-ιμάς» (= το κρέας το κόβουμε, το κάνουμε πολύ μικρά ψιλά κομματάκια).
Τον σημερινό «κιμά» κρέατος, που αλέθεται στην κρεατομηχανή, τον αποκαλούμε «αληζμένου κηρ-jιάς» (= αλεσμένο κρέας), διότι αυτός δεν γίνεται «γe-ιμάς» με μαχαίρι, αλλά αλέθεται σε μηχανή (χειρός ή ηλεκτρική).
Για την ορθή προφορά και γραπτή απόδοση της λέξης «γe-ιμάς»,[5] σημειώνεται το σύμβολο της παύλας, αμέσως μετά την αρχική συλλαβή «γe–». Άλλως, η λέξη αυτή θα μπορούσε να γραφεί επίσης και ως «γeϊμάς».
Η λέξη «dού γe-ιμάς» είναι ουσιαστικό αρσενικού γένους, που στον πληθυντικό του κλίνεται ως ουδετέρου γένους, είναι δηλαδή «dά γe-ιμάϊα».[6] Έχει δε τις εξής συλλαβές, αντίστοιχα: «γe-ι-μάς» (πληθ. = «γe-ι-μά-ϊ-α»).
Σημαντικά πληροφοριακά στοιχεία.
Προκειμένου να γίνει πλήρως κατανοητή η έννοια του όρου «γe-ιμάς», αναφέρω τα ακόλουθα παραδείγματα, εκ των οποίων τα δύο πρώτα είναι πραγματικά περιστατικά, που συχνά επαναλαμβανόταν, μέσα στην πατρική μου οικογένεια:
(1). Ο πατέρας μου, «Λαβdά Μποdίκης»[7] (= ο Λαβδάς Πρόδρομος), γεννηθείς το 1925, ήταν αγρότης. Ήταν όμως και καπνιστής, «πjίνισhκην τζhί’αρα» (= έπινε τσιγάρο, κάπνιζε τσιγάρο). Όταν πια έπαψε να καλλιεργεί ο ίδιος μεταξύ άλλων και λίγο καπνό, τότε αγόραζε φύλλα καπνού από άλλους αγρότες της γύρω περιοχής, για ατομική του χρήση. Ετοίμαζε φύλλα καπνού, ακόνιζε επάνω σε ειδική γκρίζα μικρή πλακουτσωτή πέτρα, ελάχιστα λαδωμένη, ένα πολύ κοφτερό μαχαίρι, που είχαμε για ειδικές χρήσεις, τύλιγε σφιχτά τα λίγο «σουλουμένα» (= μουσκεμένα)[8] φύλλα καπνού, με ειδική διαδικασία σε σχήμα κυλίνδρου και με τέτοια διάμετρο, ώστε να χωράει στην χούφτα του αριστερού χεριού του.
Στη συνέχεια, επάνω σε μια ειδική σανιδούλα, τα έκοβε με ειδική τεχνική, κάνοντάς τα «γe-ιμάς». Δηλαδή, τα έκοβε σε πολύ λεπτές λωρίδες, όπως οι σύγχρονες μηχανές των «super markets» κόβουν τα αλλαντικά και τα τυριά για «toast», προσέχοντας πάντα να μην κόψει τα δάχτυλά του (τον δείκτη και τον αντίχειρα), με τα οποία συνέχιζε να κρατά σφιχτά τα τυλιγμένα φύλλα καπνού, «ούζ να dα ποίκ’ ούλα γe-ιμάς» (= έως να τα κάνει όλα πολύ λεπτές, ψιλές, λωρίδες).
Ένα μικρό μέρος από τον ψιλοκομμένο καπνό, τον άπλωνε με κατάλληλο τρόπο στο λεγόμενο «τζhί’αρας[9] χαρτί» (= χαρτί τσιγάρου, τσιγαρόχαρτο), που στη συνέχεια το τύλιγε και το κολλούσε, με την γλώσσα του, δίνοντάς του το σχήμα του τσιγάρου.
Όταν ήμουν πια σε ηλικία περίπου 9-10 ετών, τον καπνό του πατέρα μου τον ετοίμαζα εγώ ο ίδιος, κάθε φορά που εκείνος ήταν πολύ απασχολημένος και δεν προλάβαινε. Δηλαδή, «ογώνα σhιάνισhκα γe-ιμάς, τhuτhuνιού[10] dα φύλλα» (= εγώ ο ίδιος έκανα «γe-ιμάς», του καπνού τα φύλλα).
Στις παρακάτω εικόνες, από το διαδίκτυο, αριστερά φαίνεται ο καπνός που κόπηκε σε πολύ λεπτές λωρίδες και έγινε «γe-ιμάς», για το τσιγάρο, ενώ δεξιά φαίνεται ο λίγο πιο χοντρομμένος, για το τσιμπούκι:

(2). Η μητέρα μου «Λαβdά Πακές»[11] (= η Λαβδά Παρασκευή), για να κάνει «σάλατα» (= σαλάτα), με «μαρούλια» και «χλωρά κρομμύ’ια» (= πράσινα, φρέσκα, κρεμμυδάκια), από τον κήπο μας, αφού τα έπλενε, «σhιάνισhκην dα, γe-ιμάς» (= τα έκανε λεπτές ψιλοκομμένες λωρίδες).
Στην παρακάτω εικόνα, από το διαδίκτυο, αριστερά φαίνεται ένα μέρος από μαρούλι, που κόπηκε με μαχαίρι, σε πολύ λεπτές λωρίδες και έγινε «γe-ιμάς», ενώ δεξιά φαίνονται τα πράσινα κρεμμυδάκια, που επίσης έγιναν «γe-ιμάς»:

(3). Σήμερα, στο «Super Market», όταν κόβουν τον παστουρμά,[12] στην ειδική μηχανή, το κόψιμό του αυτό, λέγεται «γe-ιμάς», γιατί είναι ψιλοκομμένος σε λεπτές λωρίδες.
Στην παρακάτω εικόνα, από το διαδίκτυο, φαίνεται ο παστουρμάς, που κόπηκε σε πολύ λεπτές φέτες και έγινε «γe-ιμάς»:

(4).Τέλος, επισημαίνεται ότι στο παρελθόν, πριν ακόμη εμφανιστούν στην αγορά οι κρεατομηχανές (αρχικά οι χειροκίνητες και στη συνέχεια οι ηλεκτρικές), το ψιλοκομμένο κρέας, που χρειαζόταν οι οικογένειες, για να κάνουν, είτε λουκάνικα είτε άλλα φαγητά τους, το έκοβαν με κοφτερό μαχαίρι, πρώτα σε στενές λωρίδες και στη συνέχεια έκοβαν τις λωρίδες αυτές, σε πολύ μικρότερα κομμάτια, κάνοντάς τα πολύ μικρά λεπτά κυβάκια, (λιάνιζαν το κρέας). Τον πανάρχαιο αυτόν τρόπο κοπής του κρέατος, σε πολύ μικρά κομματάκια, τον διατηρούν μέχρι και σήμερα, σε πολλά χωριά, της περιοχής Θεσσαλίας και Ευβοίας (κυρίως οι Αρβανίτες), για να κάνουν, κατά την χειμερινή περίοδο (συνήθως αμέσως μετά τα Χριστούγεννα), λουκάνικα για ιδία χρήση, ενίοτε και προς πώληση. Στην περίπτωση αυτή, κάνουν το κρέας «γe-ιμάς», το οποίο στη συνέχεια ζυμώνουν με τα ανάλογά μπαχαρικά και ακολούθως γεμίζουν με αυτό τα καταλλήλως επεξεργασμένα έντερα.
Στην παρακάτω εικόνα, από το διαδίκτυο, φαίνεται μια ποσότητα κρέατος που ψιλοκόπηκε και έγινε «γe-ιμάς»:
Παρακάτω αναφέρεται μερικές τυχαίες φράσεις, στις οποίες εμπεριέχεται η λέξη «γe-ιμάς»:
i. -«Βαβά μ’ πjίνισhκην τζίγαρα. Γηαυτού τ’, κόφτισhκην dου τhuτúν’. Μη d’ακονιζμένου μαχαίρ’, σhιάνισhκην dου, γe-ιμάς. Παίρισhκην, σέκισhκην λί’ου τhuτhúν’, σ’ ένα τζhί’αρας χαρτί, τhύλιγh-ην dου καλά, κόλληνην χαρτ-jιού dού λώμα, μητ’ γλώσσα τ’, νι-όdουν τζίγαρα. Σέ(ν)γκρα, γήφτησhκην, πjίνισhκην dου» = Ο πατέρας μου κάπνιζε τσιγάρο. Ο ίδιος έκοβε τον καπνό. Με το ακονισμένο μαχαίρι, το έκανε «γe-ιμάς».Έπαιρνε, (και) έβαζε λίγο καπνό, σ’ ένα τσιγαρόχαρτο, το τύλιγε καλά, κολλούσε του χαρτιού την άκρη, με την γλώσσα του, (και) γινόταν τσιγάρο. Ύστερα, (το) άναβε, (και) το κάπνιζε.
ii. -«για να ποίκουμ’ σάλατα, μη μαρούλια τσhι μη χλωρά κρομμύ’ια, πλυνίσhκουμ’ dα, τσhι κόφτουμ’ dα, γe-ιμάς» = για να κάνουμε σαλάτα με μαρούλια και τα πράσινα κρεμμυδάκια, τα πλένουμε, και τα ψιλοκόβουμε.
iii. -«εκείνα dα ζαμάνια, ’τούν dέν είχαν κηρ-jιάτ’ μεχανήα, για να ποίκ’νει γυροισκήλια, κόφτισhκαν dού κηρ-jιάς, μη dού μαχαίρ’, σhιάνισhκαν dου, γe-ιμάς» = εκείνες τις χρονικές περιόδους, όταν δεν είχαν κρεατομηχανές, για να κάνουν (για να ποιήσουν) λουκάνικα, έκοβαν το κρέας με το μαχαίρι, (και) το έκαναν κομματάκια ψιλοκομμένα.
Παρακάτω αναφέρεται μερικές τυχαίες φράσεις, στις οποίες εμπεριέχεται η λέξη «γe-ιμάς»:
ΕΤΥΜΟΛΟΓΗΣΗ
Η ετυμολόγηση του «γe-ιμάς», που ακολουθεί, υπάρχει και στην σελίδα 201, του βιβλίου μου με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη), Τόμος Α΄».[13]
Το «γe-ιμάς» σχηματίζεται από την Ομηρική λέξη «ἱμάς, -άντος» (= λωρίον, λουρί, λωρίδα, ιμάντας),[14] ως εξής: ἱμάς > γι-ιμάς, λόγω προφοράς της δασείας ως «γι»,[15] και > γe-ιμάς, λόγω τροπής του «ι» του αρχικού φθόγγου «γι», σε άφωνο «e», (που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Μυσhιώτικης γλώσσας),[16] με ταυτόχρονη τροπή του φθόγγου «γe» σε κανονική συλλαβή, της οποίας προφέρεται μόνον το σύμφωνο «γ».
Αναγκαίες διευκρινίσεις
Όπως αναλυτικά αναφέρεται, σε πολλά σημεία της πολύτομης εργασίας μου, με τίτλο «Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας, οι Φθόγγοι (Συμβολισμοί – Κανόνες – Πάθη)», τα πνεύματα των λέξεων της Ελληνικής, από τις οποίες σχηματίζονται οι αντίστοιχες της Μυσhιώτικης διαλέκτου, στις περισσότερες των περιπτώσεων, προφέρονται ως κανονικοί φθόγγοι, όπως άλλωστε προφέρονταν και στην αρχαιότητα, πριν αυτοί μετατραπούν σε γραφικά σύμβολα, ήτοι στην ψιλή και στην δασεία, που πλέον έχουν καταργηθεί με νόμο, το έτος 1981, προφανώς για την διευκόλυνση των νεωτέρων Ελλήνων, καθώς και των άλλων σημερινών κατοίκων και υπηκόων της Ελλάδος, των προερχομένων από διαφόρους Ηπείρους. Υπάρχουν συνολικά είκοσι (20) διαφορετικές προφορές των δύο αυτών πνευμάτων, που είναι οι εξής: «β», «γ» ή «γι», «γe», «γκ» ή «γκι», «κh» ή «κhι», «λ», «ν», «σ» ή «σh» ή «σhι», «τσ» ή «τσι», «τσh» ή «τσhι», «τζ», «τ» και «χ».[17]
Στην Μυσhιώτικη γλώσσα, πολλές λέξεις έχουν ως πρώτο τους φθόγγο τον φθόγγο «γ», που είναι η προφορά του πνεύματος της Ελληνικής λέξης, από την οποία σχηματίζονται. Για παράδειγμα, «ἵδρως (= ιδρώτας) > γίdρους».[18]
Υπάρχουν βεβαίως και λέξεις οι οποίες έχουν, ως πρώτη τους συλλαβή, το «γι», που είναι η προφορά του πνεύματος των Ελληνικών λέξεων, απ΄ όπου σχηματίζονται. Για παράδειγμα, η λέξη «γιρακhé» (= ρακί, τσίπουρο), η οποία σχηματίζεται από την λέξη του Ησυχίου «ῥάχι» (= τό στέμφυλον).[19]
Τέλος υπάρχουν και μερικές λέξεις που έχουν, ως πρώτη τους συλλαβή, το «γe-», η οποία προκύπτει από την προφορά του πνεύματος της λέξης, απ’ όπου αυτές σχηματίζονται. Σημειωτέον, ότι το άφωνο φωνήεν «e» γενικά προκύπτει, είτε από την τροπή του φωνήεντος «α, ε, η, ι, υ», είτε της διφθόγγου «ου, ει, οι», [π.χ. «οὔλη (= τρίχα)[20] > γούλη > γουλ’[21] > γéλ’»].
Στην υπόψη λέξη «γe-ιμάς», ο σχηματισμός της αρχικής αυτής συλλαβής «γe» είναι μία από τις σπάνιες και πολύ ιδιαίτερες γλωσσικές περιπτώσεις, όπου η προφορά του πνεύματος της λέξης, αντί να είναι ο φθόγγος «γ», (διότι η λέξη αρχίζει με το δασυνόμενο «ἱ»), τελικά είναι η συλλαβή «γe–», αφήνοντας και το αμέσως επόμενο φωνήεν «ι», να αποτελεί μόνο του την δεύτερη συλλαβή της λέξης.
Παρόμοιες περιπτώσεις, όπου το πνεύμα της λέξης προφέρεται ως συλλαβή «γe-», υπάρχουν και άλλες στην Μυσhιώτικη διάλεκτο, οι οποίες όμως είναι πολύ λίγες, όπως για παράδειγμα το ρήμα «γe-ηdίζου ή γe-ηdώ» (= τέρπομαι, χαίρομαι, ευχαριστιέμαι, επιθυμώ πολύ, λαχταρώ, λιμπίζομαι, μου κάνει καρδιά, επιθυμεί πολύ η καρδιά μου, κ.λ.π.). Το εν λόγω ρήμα σχηματίζεται από το θέμα «ἡδ-», του ρήματος «ἥδω» (= τέρπω, χαροποιῶ, κάμνω τινα νά ευχαριστηθῇ), που είναι η ενεργητική φωνή του Ομηρικού ρήματος «ἥδομαι».[22]
ΣΧΟΛΙΑ
Ύστερα από την παραπάνω ανάλυση, θεωρώ πως είναι πλέον εύκολο να κατανοηθούν τα ακόλουθα:
- Η Μυσhιώτικης λέξη «γe-ιμάς» είναι Ελληνική, καθώς αυτή προκύπτει από την Ομηρική λέξη «ἱμάς».
- Η Ελληνική λέξη «κιμάς», που στην δημοτική λέγεται επίσης και «κιγιμάς», δεν είναι τελικά Τουρκική, όπως αυτό αναφέρεται στο Μέγα Λεξικό του Δ. Δημητράκου,[23] αλλά Ελληνική, προερχόμενη, είτε από το παραπάνω «γe-ιμάς», είτε κατ’ ευθείαν από το Ομηρικό «ἱμάς», ως εξής: ἱμάς > γιμάς, λόγω προφοράς της δασείας ως «γ»,[24] και > κιμάς, λόγω τροπής του αρχικού «γ», σε «κ».[25]
- Ο τύπος της δημοτικής λέξης «κιγιμάς» προκύπτει από την Μυσhιώτικη λέξη «γe-ιμάς», ως εξής: γe-ιμάς > γeγιμάς, λόγω εμφάνισης του ευφωνικού προσφύματος «γ», μεταξύ των συνεχόμενων φωνηέντων «e-ι», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής,[26] και > κιγιμάς, λόγω ταυτόχρονης τροπής του μεν αρχικού «γ», σε «κ», του δε άφωνου «e» σε «ι».
- Η Ποντιακή ονομασία «κηιμάς» (= κιμάς), είναι λέξη που προκύπτει από τον τύπο «κιγιμάς» της δημοτικής, λόγω αποβολής του «γ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Ελληνικής.[27]
- Στην Τουρκική γλώσσα, υπάρχει η λέξη «kiyma» (= κιμάς, λιάνισμα),[28] που θεωρώ ότι είναι λέξη «δάνειο», την οποία έχει πάρει, είτε από την Μυσhιώτικη γλώσσα είτε από την λέξη της δημοτικής «κιγιμάς». Ως «δάνεια», θεωρώ επίσης και τις ακόλουθες ομόρριζες Τουρκικές λέξεις: «kiyilma» (= τεμαχισμός, κομμάτιασμα, λιάνισμα, κατακρεούργηση), «kiyilmak» (= ψιλοκόβομαι, λιανίζομαι), «kiyim» (= μακελιό, λιάνισμα), «kiyim kiyim» (= ψιλά ψιλά), «kiyimli» (= κομμένος), «kiyimlik» (= κοπής, λιανίσματος), «kiymak» (= ψιλοκόβω, κιμαδιάζω, λιανίζω, πετσοκόβω, κατακρεουργώ, κ.λ.π.), «kiymali» (= με κιμά), «kiymalik» (= για κιμά), «kiymik» (= αγκίδα, πελεκούδι, μικρό θραύσμα από κόκκαλο, κ.λ.π.), «kiymiklanmak» (= αγκυλώνομαι), «kiymikli» (= με αγκίδες).[29]
- Η Μυσhιώτικη διάλεκτος, η οποία για διάφορους λόγους έχει υποτιμηθεί και της οποίας μεγάλος αριθμός λέξεων, έχουν χαρακτηριστεί ως Τουρκικής προέλευσης, είτε λόγω αγνοίας είτε γιατί αυτό «βόλευε», είναι η γλώσσα εκείνη που έχει εμπλουτίσει την Τουρκική με απροσδιόριστα μεγάλο αριθμό λέξεων, προθεμάτων και ριζών λέξεων. Πολλές από τις λέξεις αυτές υπάρχουν και στην δημοτική, οι οποίες δυστυχώς συνεχίζουν να θεωρούνται ως Τουρκικές, όπως και η λέξη, του σημερινού μας άρθρου, «γe-ιμάς».Τέλος, εκτιμώ ότι η αποκατάσταση της αλήθειας περί της αξίας της μέχρι σήμερα προφορικής Μυσhιώτικης διαλέκτου, για την συμβολή αυτής στον εμπλουτισμό της Τουρκικής γλώσσας, θα επέλθει μόνον και εφ’ όσον αυτή μελετηθεί, με βάση την αρχαία Ελληνική, της οποίας είναι σημαντικό παρακλάδι (διάλεκτος) και όχι με βάση την Τουρκική, όπως μέχρι σήμερα συνηθίζεται.
ΠΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[2] Ο φθόγγος «σh», της λέξης «Μυσhιώτικη», είναι το σίγμα δασύ (παχύ), που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Προφέρεται όπως και το παχύ Αγγλικό «sh», στις λέξεις «shadow» (= σκιά) και «shallow» (= ρηχός, αβαθής), όπως επίσης και το παχύ Γαλλικό «ch», στις λέξεις «cheval» (= άλογο) και «chambre» (= δωμάτιο, θάλαμος).
Η «Μυσhιώτικη διάλεκτος» ή «Μυσhιώτικη γλώσσα» είναι η γλώσσα των Μυσhτηλήδων, καθώς επίσης και όσων είμαστε απόγονοι αυτών. Ο όρος «Μυσhιώτικη» αναφέρεται επίσης και στο συνολικό γένος των Ελλήνων «Μυσhιωτών», που κατοικούσαν στα Ελληνικά χωριά της Καππαδοκίας, (με τα σημερινά γεωγραφικά όρια αυτής), αλλά και εκτός αυτής, που κάποτε στο παρελθόν μιλούσαν την ίδια κοινή γλώσσα, είχαν τα ίδια ήθη και έθιμα, την ίδια θρησκεία, (παλαιότερα την αρχαία Ελληνική, και αργότερα την Χριστιανική), όπως επίσης είχαν και το ίδιο Ελληνικό αίμα, είχαν δηλαδή την ίδια κοινή καταγωγή, την «Μυσhιώτικη», ασχέτως εάν τα περισσότερα χωριά κατέστησαν, από κάποια χρονική στιγμή και μετά, τουρκόφωνα, (Λαβδάς Γ., 2025, 101: Βλέπε την παράγραφο 8].
[3] Τα χειροποίητα λουκάνικα ήταν και παραμένουν ένα σημαντικό διατροφικό είδος κρεατικού της κάθε οικογένειας, που διατηρείται ακόμη και σήμερα εκτός ψυγείου, για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς αλλοιώσεις, λόγω των ειδικών μπαχαρικών, τα οποία προστίθενται στο ψιλοκομμένο κρέας και ζυμώνονται με αυτό, κατά την παρασκευή τους.
[4] Η λέξη «κηρ-jιάς» προφέρεται ως «κηργιάς», λόγω του προσφύματος «j», που εδώ προφέρεται ως «γ>», επειδή προηγείται αυτού το σύμφωνο «ρ», [Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Β΄), 446: Βλέπε την παράγραφο 257].
[5] Το σύμβολο «e» είναι το άφωνο φωνήεν της Μυσhιώτικης διαλέκτου, που δεν υπάρχει στην Ελληνική. Είναι απαραίτητο για την δημιουργία συλλαβής με το σύμφωνο (με τον φθόγγο) που προηγείται αυτού. Κατά την ανάγνωση, προφέρεται μόνον το σύμφωνο της συλλαβής όπου αυτό ανήκει. Στην λέξη «γe-ιμάς», από την συλλαβή «γe» προφέρεται μόνον το σύμφωνο «γ», ενώ το φωνήεν «e» είναι άφωνο, δεν έχει δικό του ήχο.
[6] Πρόκειται για φαινόμενο της Μυσhιώτικης γλώσσας, που παρατηρείται σε πολλά ουσιαστικά αρσενικού και θηλυκού γένους, τα οποία σχηματίζουν τον πληθυντικό τους, όπως τα ουδετέρου γένους
[7] Το «Μποdίκης» είναι υποκοριστικό του κυρίου ανδρικού «Πρόϊμους ή Πρόοιμους» (= Πρόδρομος), που συνολικά έχει τα εξής υποκοριστικά: Μποdής, Μποdόσhης, Μποdό’ης, Μποdικάς, Μποdίκης, Μποζής, Ποπότσης.
[8] Η μετοχή «σουλουμένα» προκύπτει από το ρήμα, της Μυσhιώτικης γλώσσας, «σουλώνου» (μέση φωνή «σουλουζ-jιέμι», όπου το «j» προφέρεται εδώ ως «γ»)= βρέχω, καταβρέχω, μουσκεύω. Το αρχικό «σου-» αυτού σχηματίζεται από το θέμα «ὑ-» του Ομηρικού ρήματος «ὕω» (= βρέχω, ρίχνω βροχή), διότι η δασεία στην περίπτωση αυτή προφέρεται ως «σ», το δε δίχρονο «υ», προφέρεται ως «ου», (όπως και στην δημοτική, «τύμπανο > τούμπανο, ξυράφι > ξουράφι, πίτυρο > πίτουρο, Γαρυφαλλιά > Γαρουφαλλιά», κ.λ.π.»). Είναι δηλαδή «ὑ- > συ > σού». Για περισσότερα, βλέπε το σχετικό άρθρο, στην παρούσα ιστοσελίδα «mistikappadokias.gr», της 4-12-2025, με θέμα την Τουρκική λέξη «su» (= νερό).
[9] Το τσιγάρο, στην Μυσhιώτικη γλώσσα μας, λέγεται «τζίγαρα ή τζhία’ρα», όπου ο φθόγγος «τζh» είναι ο δασύς (παχύς) φθόγγος «τζ».
[10] Το ουσιαστικό της Μυσhιώτικης γλώσσας «τhuτhúν’ ή τhuτúν’», σημαίνει: 1). Το φυτό που λέγεται καπνός, 2).Το χωράφι το οποίο είναι καλλιεργημένο με καπνό, 3). Το φύλλο ή τα φύλλα καπνού κομμένα ή όχι, που προορίζονται για το κάπνισμα, είτε ως τσιγάρο, είτε ως πούρο, είτε ακόμη και με το τσιμπούκι.
Στο εν λόγω ουσιαστικό, ο φθόγγος «τh» είναι η αρχαία Ελληνική προφορά του συμφώνου θήτα, «Θ, θ» και προφέρεται όπως το Γαλικό «Τh» του ονόματος «Théodore».
Το «τhuτhúν’ ή τhuτúν’» είναι λέξη σύνθετη της Μυσhιώτικης γλώσσας, (δηλαδή Ελληνική), η οποία σχηματίζεται από τα εξής συνθετικά μέρη: 1). Πρώτο συνθετικό αυτής είναι η αρχική ρίζα «θυ-», από την οποία σχηματίζεται και το αρχαίο ρήμα «τύφω» (μέλλων «θύψω», αόριστος «έθυψα», παρακείμενος «τέθυφα») = εγείρω καπνό, καπνίζω, 2). Δεύτερο συνθετικό αυτής είναι το θέμα «θυ-» του Ομηρικού ουσιαστικού, το «θύον» (= όνομα δένδρου, το αρωματώδες ξύλο του οποίου έκαιον οι αρχαίοι Έλληνες κατά τας θυσίας, επί των βωμών), 3).Τρίτο συνθετικό αυτής είναι το καταληκτικό «-νι», που είναι για ουσιαστικά ουδετέρου γένους.
Σχηματισμός: θυ- + θυ-+ -νι > τhυτhύνι, λόγω προφοράς του «θ», ως «τh», με ταυτόχρονη τροπή του «υ», σε «u» κλειστό και κοφτό, που προφέρεται όπως και το Γαλλικό «u», και > τhuτhúν’ ή τhυτύν᾿, λόγω αποβολής του άτονου καταληκτικού «ι», με ταυτόχρονη τροπή του δεύτερου «τh» σε «τ», που είναι γλωσσικό φαινόμενο της Αιολικής και Δωρικής διαλέκτου, [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την τροπή του «θ» σε «τ», στην Αιολική και Δωρική διάλεκτο, την Σημείωση 6 και 8, της ανάλυσης του γράμματος «Θ, θ, θῆτα»].
ΣΧΟΛΙΟ: Η Μυσhιώτικη λέξη «τhuτhúν’ ή τhuτúν’» πέρασε στην Τουρκική γλώσσα, ως λέξη «δάνειο», όπου και υπάρχει ως «tütün» (= καπνός, ταμπάκος).
[11] Το όνομα «Πακές» είναι υποκοριστικό του κυρίου γυναικείου ονόματος «Παρασκευή», που έχει συνολικά τα εξής υποκοριστικά: «Πακές ή Πακέ», «Πατσιές ή Πατσιέ», «Παρασκένα», «Πακούλα», σπάνια δε και «Πατσιούλα». Σημειωτέον ότι, στην Μυσhιώτικη γλώσσα, όταν λέμε «Παρασκευή» εννοούμε μόνον την συγκεκριμένη ημέρα της εβδομάδας και όχι το εν λόγω γυναικείο όνομα.
[12] Για την ελληνικότητα της λέξης «παστουρμάς», βλέπε στην παρούσα ιστοσελίδα το άρθρο της 8-2-2026 με θέμα «Ο Παστουρμάς».
[13] Λαβδάς Γ., (οι φθόγγοι), 2025, (Τόμ. Α΄), 201: Βλέπε την παράγραφο 20.
[14] Πανταζίδης, (Ομηρικό Λεξικό), 1999. Επίσης και Δημητράκος, (Λεξικό), 1964.
[15] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε για την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, την υπ’ αριθμ. 2 ανάλυση του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[16] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 209: Βλέπε την παράγραφο 212, όπου αναφέρεται η περίπτωση τροπής του φωνήεντος «ι», σε άφωνο φωνήεν «e».
[17] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Α΄), 182, 191: Βλέπε τις παραγράφους 67 δ΄ και 69 α΄, αντίστοιχα.
[18] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, (όπως για παράδειγμα οι λέξεις: «γαῖα αντί αἶα», «γαῖμα αντί αἷμα», «γήλιος αντί «ἥλιος», κ.λ.π.), την υπ’ αριθμ. 2 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[19] Βλέπε στην παρούσα ιστοσελίδα, «mistikappadokias.gr», το άρθρο για την «Ρακή», που δημοσιεύθηκε στις 19-3-2026.
[20] Ησυχίου Αλεξανδρέως, (Λεξικό), 1975: Βλέπε την φράση, «οὔλη λευκή» = θρίξ λευκή.
[21] Από το εν λόγω «γουλ’» προκύπτει η Αγγλική λέξη «wool» (= μαλλί).
[22] Λαβδάς Γ., (οι Φθόγγοι), 2026, (Τόμ. Β΄), 203: Βλέπε το ρήμα «Γe-ηdίζου ή γεζhdήζου ή γe-ηdώ».
[23] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την λ. «κιμάς» (στην δημοτική «κιγιμάς») = κρέας λεπτοκομμένον δια μαχαιρίων, νυν δε δι’ ειδικών ιδίως μηχανήματος.
[24] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε για την ανάπτυξη του φθόγγου «γ», στην αρχή των λέξεων που αρχίζουν από φωνήεν, ήδη από την εποχή του Ομήρου, την υπ’αριθμ. 2 ανάλυση του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[25] Η τροπή του «γ», σε «κ», (και δη όταν αυτό είναι αρχικό), είναι συχνό γλωσσικό φαινόμενο στην Μυσhιώτικη γλώσσα. Η τροπή αυτή δεν είναι κάτι το άγνωστο στην αρχαία Ελληνική, αφού εκεί έχουμε την περίπτωση τροπής του «γ» σε «κ», πρό του «ν», [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την Σημείωση 6, της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα»]. Άλλωστε, ο φθόγγος «γ», στην αρχαία Ελληνική, είχε διαφορετική προφορά, από την σημερινή, ήταν δηλαδή, κλειστός ακαριαίος, όπως το σανσκρητικό και λατινικό «g». Την προφορά αυτή διατήρησαν μέχρι σήμερα οι ελληνόφωνοι της Κάτω Ιταλίας, όπου προφέρουν, «εgώ, gάλα, gράφω, κ.λ.π.», [Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε την υπ’ αριθμ. 1 Σημείωση της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα»].
[26] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την ανάπτυξη του «γ» μεταξύ φωνηέντων, (όπως π.χ. «κλαίω > κλαίγω», «καίω > καίγω», «ἀέρας > άγέρας, «ἄωρος > ἄγουρος», κ.λ.π.), την υπ’ αριθμ. 2 ανάλυση του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[27] Δημητράκος, (Λεξικό), 1964: Βλέπε, για την αποβολή του «γ», όταν ευρίσκεται εντός της λέξεως, την Σημείωση 3, της ανάλυσης του γράμματος «Γ, γ, γάμμα».
[28] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 422: Βλέπε την λ. «kiyma».
[29] Faruk Tuncay – Καρατζάς, (Τουρκο-ελληνικό Λεξικό), 2000, 422: Βλέπε όλες τις ως άνω λέξεις.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δημητράκος, Δ. 1964. Μέγα Λεξικόν Όλης της Ελληνικής Γλώσσης, Αθή-να: Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Παιδεία».
Ησυχίου του Αλεξανδρέως, Λεξικό: Εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, (Αναστατική Έκδοσις Αθήνα 1975).
Λαβδάς Γ., 2025. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Α΄ (Α – Ε). Λάρισα.
Λαβδάς Γ., 2026. Ο ΓΛΩΣΣΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ της Μυστής Καππαδοκίας. Οι Φθόγγοι, Τόμ. Β΄ (Ζ-j). Λάρισα.
Πανταζίδης, Ι., 1999. Ομηρικό Λεξικό, Αθήνα: Εκδόσεις «ελευθερη σκεψις».
Faruk Tuncay – Λεων. Καρατζάς Λεων., 2000. Τουρκο-Ελληνικό Λεξικό, Αθήνα: Κέντρο Ανατολικών Γλωσσών και Πολιτισμού.
***

